Μικρό ή μεγάλο, ευάερο κι ευήλιο ή όχι, το μπαλκόνι είναι ένας κλασικός θεσμός στα ελληνικά αστικά τοπία. Εκεί που η δόμηση δεν επιτρέπει αυλές, εκεί που η ζωή απλώνεται κατακόρυφα, το μπαλκόνι είναι η ανάσα μας. Μια μικρή όαση που τη διαμορφώνουμε όπως μας αρέσει. Γιατί, κακά τα ψέματα, αυτή την όαση τη χρησιμοποιούμε πολλούς μήνες μέσα στον χρόνο. Σε μια χώρα με ένα εύκρατο κλίμα, όπως το μεσογειακό, είναι τόσο ευχάριστο να κάθεσαι έξω.
Το ελληνικό μπαλκόνι έχει εξελιχθεί μέσα στα χρόνια. Κάποτε ήταν μικρό και στενόχωρο, τώρα μπορεί ν’ απλώνεται ολόκληρα τετραγωνικά, δίνοντας την αίσθηση της ταράτσας. Ο Ιωάννης Σταμπούλογλου, Πολιτικός Μηχανικός, εξηγεί: «Η επανάσταση στο μπαλκόνι ήρθε με τη χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος (béton armé) καθώς, εκτός από τη στήριξη που προσφέρει ο εξωτερικός τοίχος, δόθηκε η δυνατότητα πλήρους εκμετάλλευσης της συνέχειας μπαλκονιού και εσωτερικής πλάκας. Αυτός είχε ως αποτέλεσμα τα πλάτη των μπαλκονιών να πολλαπλασιαστούν».
Κι αφού η σχέση με το μπαλκόνι μας είναι σχέση ζωής, να πώς την περιγράφουν πέντε άνθρωποι της πόλης:
O συγγραφέας και creative producer Γιώργος Λεμπέσης ταξιδεύει στο μπαλκόνι του, που μοιάζει να υπερίπταται πάνω από το λεκανοπέδιο της Αττικής:
«Ένα μπαλκόνι είναι μια πλατφόρμα που προεξέχει από τον τοίχο ενός κτιρίου, υποστηρίζεται από στήλες ή στηρίγματα, και περικλείεται με ένα κιγκλίδωμα. Αυτή θα ήταν μια ορθολογική εξήγηση ενός μπαλκονιού, αν στις φλέβες μου κυλούσε νερό και η καρδιά μου λειτουργούσε με εφαρμογή από το κινητό. Επειδή, όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ένα μπαλκόνι για εμένα δεν είναι μόνο η προέκταση του σπιτιού, αλλά και του εαυτού μας. Για να καταλάβεις, το δικό μου μπαλκόνι ήταν και ο λόγος που έμεινα σε αυτό το σπίτι. Δεν έδωσα σημασία σε τίποτα άλλο, παρά μόνο στα ταξίδια που μπορούσα να κάνω μαζί του.
Το δικό μου το μπαλκόνι, βλέπεις, έχει ένα τιμόνι, τέσσερα πανιά και μπόλικο αέρα. Κοιτάει τα σπίτια των ανθρώπων, τις διαδρομές των πουλιών, την πορεία της βροχής και τα σύννεφα της πόλης. Βλέπει κάθε ιστορία που ζει στους δρόμους, ακούει το κατρακύλισμα του ανέμου, γίνεται στάση για τα χελιδόνια, ζωγράφος του ορίζοντα και παρατηρητής της θάλασσας. Το δικό μου το μπαλκόνι πετάει πάνω απ’ την πόλη και, μαζί του, φαντάζομαι πόσες μικρές ή μεγάλες ιστορίες συμβαίνουν ταυτόχρονα κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό. Πόσα μπαλκόνια κοιτούν άλλα μπαλκόνια, που κρύβουν γιορτές, χαρές, όμορφα χρόνια, που αντέχουν στεναχώριες, που σηκώνουν παρέες, που κρύβουν μοναξιές.
Στο μπαλκόνι μου, θα βγω να πω τον πόνο μου, θα βγω να αναπνεύσω, θα βγω να φωνάξω, να γράψω τις σκέψεις μου, τα βιβλία μου ή τα θεατρικά μου έργα. Στο μπαλκόνι μου θα απολαύσω τη νύχτα του καλοκαιριού, μα πιο πολύ, στο δικό μου μπαλκόνι θα γίνομαι πάντα η πιο αληθινή εκδοχή του εαυτού μου, γιατί μόνο εκεί από όλα τα σημεία του σπιτιού μου, έχω μπροστά μου όλες τις απαντήσεις».
Για τον ηθοποιό Γιάννη Δημητράκη, το μπαλκόνι συμβολίζει μια απόφαση που ήθελε χρόνια, ν’ αποκτήσει το δικό του σπίτι:
«Μέσα στον πυρετό του covid-19, αποφάσισα να ριχτώ στη δίνη απόκτησης του δικού μου σπιτιού, μιας και όλα αναβάλλονταν. Μετά από επίπονες και χρονοβόρες προσπάθειες, απέκτησα την κατοικία που ονειρευόμουν, σε μια όμορφη καταπράσινη γειτονιά, στην άκρη ενός λόφου, κοντά στα μέρη που μεγάλωσα. Όταν πρωταντίκρυσα το σπίτι από μακριά, παρατήρησα μια πρασιά στην είσοδο και, πίσω απ’ αυτήν, ένα μικρό γραφικό μπαλκόνι, που οι φυλλωσιές της το έγλυφαν στην κυριολεξία. Το πρώτο σκίρτημα είχε ήδη αρχίσει. Είπα μέσα μου… “υπάρχουν ακόμη όνειρα”. Την επόμενη κιόλας μέρα, το καθάρισα, το γέμισα κρεμαστές γλάστρες με φυτά εποχής, αγόρασα ένα μικρό τραπέζι με δύο καρέκλες κήπου και, βάζοντας μουσική, απόλαυσα τον πρώτο μου καφέ, ατενίζοντας.
Από τότε έως και σήμερα, εκεί σκέφτομαι μόνος, διαβάζω τους ρόλους μου, περνώ τα απογεύματα με φίλους, τα κυριακάτικα πρωινά, τα μελαγχολικά δειλινά του φθινοπώρου. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι μια σταλιά μπαλκόνι, τόσο κοντά στο χάος της πόλης, θα γινόταν πράσινη διέξοδος για ώρες ηρεμίας και ανάπαυλας».
Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεωργία Δρακάκη έχει κάτι να θυμηθεί από κάθε μπαλκόνι που έζησε: «Αν μια ολόκληρη τσιμεντούπολη ήθελε να το σκάσει από τη γη και να πετάξει εκεί ψηλά, στον ουρανό, τα φτερά της θα ήταν τα μπαλκόνια, τα μπροστά και τα πίσω. Αυτά με τις γλάστρες και τα φαναράκια, τα πλουμιστά και τα άλλα, με τις σκούπες, τους κουβάδες και τα ξεραμένα φυτά.
Τα μπαλκόνια, αυτό το ελληνικό φαινόμενο, είναι η ψυχή της πόλης. Μες στην Αθήνα, τα μπαλκόνια υπογραμμίζουν την αστικότητα, πασπαλίζοντάς τη με φύση έγκλειστη σε ζαρντινιέρες. Εκεί τα τσιγάρα, εκεί οι ταινίες τα καλοκαιρινά βράδια, εκεί το φιδάκι για τα κουνούπια, εκεί ο πρώτος σπιτικός καφές της άνοιξης, στην πρώτη αχτίδα, μετά από χειμώνα υγρό.
Σε ένα μπαλκόνι στο Μοσχάτο άκουσα για πρώτη φορά Λίνα Νικολακοπούλου, σε ένα μπαλκόνι στην Αγίου Μελετίου αποχαιρέτισα για πάντα τον κούνελο Αχιλλέα Λαγούδοβιτς, σε ένα μπαλκόνι στα Ιλίσια έφαγα για πρώτη φορά μπριζόλες με πατάτες από τα χέρια της μεγάλης μου αγάπης, σε ένα μπαλκόνι στην Κυψέλη αναμετρώμαι με τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο μου, κλαδεύω τα φυτά, παίρνω αποφάσεις και ανταλλάσσω αγκαλιές με ό,τι πολύτιμό μου. Καμιά φορά, γράφω κιόλας εκεί.
Περιμένω ανά πάσα ώρα την ανύψωση της Αθήνας στα σύννεφα. Κι όπως πάντα, όταν πετάω, επιλέγω να κάθομαι στη θέση των φτερών».
Ο τραγουδοποιός και performer Silot αισθάνεται το μπαλκόνι σαν ένα πλοίο των ονείρων:
«Μπαλκόνι είναι να βγαίνεις στα ανοιχτά της πόλης. Ονειροπολείς με τσάι και λεμόνι στο μπαλκόνι τα ζεστά καλοκαίρια. Μεγάλες συζητήσεις με φίλους και παγωμένα κοκτέιλς. Κους κους με τους γείτονες, σε μια ζωή που μπορεί να μοιάζει και με σίριαλ. Στίχους που σου ξυπνάει ο ουρανός. Ηλιοβασιλέματα με νοσταλγία. Και μουσικές. Πολλές μουσικές. Ποπ, ηλεκτρονικές, σκοτεινές, ρυθμικές, παλιές και γνώριμες, φρέσκες και παράξενες, που σου ξυπνούν αναπάντεχα κάτι κοιμισμένο μέσα σου.
Το μπαλκόνι είναι το πλοίο των ονείρων μας, μέσα σε μια πόλη που συνεχώς επιταχύνει ρυθμούς, απομακρύνει ανθρώπους, τους ξαναφέρνει κοντά. Μέσα σε ένα ξέφρενο αστικό σύμπαν που όλο κινείται, τα μπαλκόνια ακίνητα, σταθερά, στιβαρά, μας θυμίζουν πως υπάρχουν κάποια μέρη και κάποια πράγματα που μπορεί να μας ανήκουν ολοκληρωτικά. Ή, μήπως, μπορούν να μας κάνουν να τους ανήκουμε εμείς;»
Για τον Βαγγέλη και τη Γιάννα, ένα ζευγάρι αγαπημένων φίλων, το μπαλκόνι στο διαμέρισμά τους ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά:
«Ήταν το μακρινό 2006, άνοιξη, οι νεραντζιές στον δρόμο από κάτω υπόσχονταν μυρωδιές, και τα εξήντα τόσα σκαλοπάτια που μας χώριζαν από την υπόλοιπη πόλη φάνταζαν παιχνιδάκι, για τα νεανικά μου ακόμα, γόνατα. Και υπήρχε και θέση πάρκινγκ. Στη Κυψέλη!», θυμάται ο Βαγγέλης. «Όταν ο άνθρωπος που μας έδειξε το σπίτι, μας ανέβασε στον 5ο όροφο και άρχισε να περιγράφει το οροφοδιαμέρισμα, δεν άκουγα. Έβλεπα. Την πόλη ν’ απλώνεται μπροστά μου, τον Σαρωνικό να λαμπυρίζει στο βάθος με τα λευκά πλοία, την Αίγινα και τα βουνά της Πελοποννήσου να ζωγραφίζονται από πίσω, τη Σαλαμίνα και τα φουγάρα του Περάματος στα δεξιά μου και τα προπύλαια της Ακρόπολης να λάμπουν, εκτυφλωτικά, στ’ αριστερά μου.
Και έπειτα, μοιραστήκαμε αυτό τον παράδεισο των 100 τετραγωνικών, που κρέμεται πάνω απ’ την πόλη μας, με φίλους, σε γιορτές, πάρτι, συγκεντρώσεις, σε στιγμές χαράς και δύσκολες στιγμές, σε βραδιές κινηματογραφικές και γιουροβιζιονικές, αλλά και προεκλογικές και μετεκλογικές, σαν τώρα, με πάθη, λάθη και πολλή αγάπη».



Λίλα Σταμπούλογλου



