«Τι είναι αυτό που θέλουν οι γυναίκες;». Ιδού το αιώνιο ερώτημα. Χάζευα μια ξένη δικηγόρο στο TikTok, από εκείνες που μιλούν γρήγορα, με βλέμμα καθαρό και φόντο μια βιβλιοθήκη γεμάτη νομικούς τόμους. Την άκουσα, λοιπόν, να λέει κάτι που με έκανε να σταματήσω το ατέρμονο σκρολάρισμα: «Τα περισσότερα διαζύγια τα ζητούν οι γυναίκες. Και ο βασικός λόγος δεν είναι η απιστία, ούτε κάποιο άλλο θέμα με τον σύντροφό τους. Το πρόβλημά τους είναι η κούραση».
Με το που το άκουσα, ταυτίστηκα. Ναι, μια γυναίκα σήμερα, ειδικά εκείνη που εργάζεται και είναι μητέρα και σύζυγος, κουβαλάει πάνω της μια κούραση που δεν περιγράφεται. Κούραση σωματική και ψυχολογική. Ένα κάψιμο όλων των κυττάρων της από πάνω μέχρι κάτω. Μια ενέργεια που ξοδεύεται πριν προλάβει να φορτιστεί, σαν κινητό που πέφτει στο 10% ανά τρίωρο, και ψάχνεις πανικόβλητη φορτιστή σε μια τσάντα που ήδη κουβαλά τα πάντα – από πορτοφόλι, κλειδιά, υγρά μαντηλάκια και λίστα σούπερ μάρκετ, μέχρι το πρότζεκτ του γραφείου, τον βαθμό του παιδιού και την ηλεκτρική οδοντόβουρτσα που κάποιος έπρεπε να αγοράσει.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, αναρωτιέμαι αν αυτό που θέλουν οι γυναίκες σήμερα είναι όντως «τα πάντα». Εγώ προσωπικά δεν τα θέλω πια. Θέλω λιγότερα. Να μην παρεξηγηθώ: δεν θέλω λιγότερα όνειρα. Λιγότερα φορτία θέλω. Όχι λιγότερη αυτονομία, αλλά περισσότερο μοίρασμα.
Για χρόνια, η απάντηση στο «Τι θέλουν οι γυναίκες;» ακουγόταν σαν αίνιγμα. Καριέρα και οικογένεια, αγάπη και ανεξαρτησία, επιτυχία και ισορροπία. Και, για να μην τα πολυλογώ με ατελείωτα ουσιαστικά, οι γυναίκες τα θέλησαν όλα. Και τα κατάφεραν, σε μεγάλο βαθμό. Σπούδασαν, μπήκαν σε ανδροκρατούμενους χώρους, έσπασαν γυάλινες οροφές, έμαθαν να διεκδικούν. Μόνο που, στο μεταξύ, το παλιό δεν έφυγε. Απλώς προστέθηκε πάνω του το καινούργιο.
Τα δεδομένα και οι στατιστικές λένε ότι οι γυναίκες, στις περισσότερες χώρες, συνεχίζουν να αφιερώνουν σημαντικά περισσότερες ώρες σε απλήρωτη οικιακή εργασία και φροντίδα, σε σχέση με τους άνδρες. Το λεγόμενο “mental load” (το αόρατο φορτίο της οργάνωσης, του προγραμματισμού και της διαρκούς εγρήγορσης) δεν καταγράφεται εύκολα σε πίνακες, καταγράφεται όμως στο σώμα. Στον αυχένα που σφίγγει, στην αϋπνία, στο «άσε, θα το κάνω εγώ, πιο γρήγορα θα τελειώνουμε», το οποίο καταλήγει σε υπερφόρτωση αγγαρείας.
Έρευνες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έχουν επισημάνει ότι οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά άγχους και εξουθένωσης, ειδικά σε περιβάλλοντα όπου συνδυάζουν εργασία πλήρους απασχόλησης με κύρια ευθύνη φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων. Το βλέπεις γύρω σου το φαινόμενο, στη φίλη που ακύρωσε πάλι την έξοδο γιατί δεν προλαβαίνει, στη συνάδελφο που δουλεύει με πυρετό γιατί «ποιος θα καλύψει το κενό;» και στη μητέρα που ξυπνά μισή ώρα πριν απ’ όλους, για να έχει δέκα λεπτά σιωπής με τον καφέ της.
Η κούραση δεν είναι μόνο σωματική. Είναι η διαρκής αίσθηση ότι είσαι project manager μιας ζωής που δεν σταματά να τρέχει. Ότι είσαι υπεύθυνη για το αν υπάρχει γάλα στο ψυγείο, αν πληρώθηκε ο λογαριασμός, αν το παιδί θυμήθηκε τη σχολική εκδρομή και ποιος θα το πάει στον οδοντίατρο. Αν δεν το πας εσύ, μπορεί να μην το πάει κανείς μέχρι να κλείσει τα 18 του.
Όταν, λοιπόν, η δικηγόρος στο TikTok λέει ότι οι γυναίκες ζητούν διαζύγιο επειδή είναι κουρασμένες, ίσως εννοεί κάτι πιο βαθύ από την απλή κούραση. Ίσως εννοεί ότι δεν αντέχουν πια την ανισορροπία. Ότι η ισότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά είναι το ποιος θα σηκωθεί τη νύχτα όταν κλαίει το μωρό, ποιος θα πάρει άδεια όταν αρρωστήσει και ποιος θα θυμηθεί τα γενέθλια της πεθεράς.
Στην Ελλάδα της μετα-κρίσης, της ακρίβειας και των εξαντλητικών ωραρίων, η γυναίκα συχνά παραμένει ο σιωπηλός άξονας γύρω από τον οποίο γυρίζει το σπίτι. Ακόμα κι όταν εργάζεται οκτάωρο ή δεκάωρο, ακόμα κι όταν φέρνει ίσο ή και μεγαλύτερο εισόδημα, η κοινωνική προσδοκία δεν αποδομείται με την ίδια ταχύτητα που αυξήθηκαν οι ευθύνες.
Κι έτσι, η σύγχρονη γυναίκα βρίσκεται σε μια παράδοξη θέση: να έχει περισσότερες επιλογές από ποτέ και λιγότερη ενέργεια για να τις απολαύσει. Να έχει φωνή, αλλά να της λείπει ο χρόνος για να την ακούσει ακόμα και η ίδια. Να διεκδικεί, αλλά να νιώθει ενοχές όταν δεν τα προλαβαίνει όλα.
Αυτό που θέλουν οι γυναίκες σήμερα, αν τολμήσουμε μια γενίκευση, δεν είναι να γίνουν λιγότερο δυνατές. Είναι να μη χρειάζεται να είναι διαρκώς υπερήρωες. Να μπορούν να πουν «κουράστηκα», χωρίς να θεωρηθεί αποτυχία. Και να μοιραστούν τους ρόλους, όχι να τους εγκαταλείψουν.
Η Παγκόσμια Ημέρα που είναι αφιερωμένη σ’ αυτές συχνά γεμίζει με λουλούδια, προσφορές σε καλλυντικά και εταιρικά posts για «γυναίκες-πρότυπα». Όλα ωραία, αλλά κάπως επιφανειακά. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι γυναίκες μπορούν να τα κάνουν όλα. Το έχουν αποδείξει ότι μπορούν. Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει να τα κάνουν όλα, λες και κάποιος τις τιμώρησε να κουβαλούν ένα βράχο αδιάκοπα μέχρι την κορυφή, σαν τον Σίσυφο.
Πόσο εύκολη είναι, άραγε, μια ειλικρινής συζήτηση για την ανακατανομή της φροντίδας; Για πολιτικές που στηρίζουν την ισότιμη γονική άδεια; Για εργασιακά περιβάλλοντα που δεν τιμωρούν τη μητρότητα; Για άνδρες που συμμετέχουν ισότιμα στο νοικοκυριό, γιατί είναι και δικό τους σπίτι, και δική τους ζωή, και δικό τους παιδί, και δικές τους υποχρεώσεις; Καθόλου εύκολη στην πράξη, και θα το επιβεβαιώσουμε όλες με μια φωνή. Πρέπει να χυθεί αίμα για να συμβούν τα αυτονόητα, ενίοτε.
Η κούραση που περιγράφει η δικηγόρος δεν είναι αδυναμία. Είναι καμπανάκι. Είναι το σώμα και το μυαλό που λένε «ως εδώ». Και ίσως τα αυξανόμενα διαζύγια που ξεκινούν από γυναικεία πρωτοβουλία να μην είναι απόδειξη αποτυχίας του γάμου, αλλά απόδειξη ότι οι γυναίκες δεν είναι πια διατεθειμένες να θυσιάσουν την ψυχική τους υγεία στον βωμό της αντοχής.
Γιατί ναι, οι γυναίκες έμαθαν να αντέχουν. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι η αντοχή. Από κάποιο σημείο και μετά, σκέφτεσαι και την ποιότητα της ζωής σου. Δεν θέλεις να στριμώχνεις τις ανάγκες σου σε δεκάλεπτα και να τις σκεπάζεις με ενοχή. Θες να χαλαρώσεις, να διασκεδάσεις, να τεμπελιάσεις. Να πατήσεις το “off” χωρίς να έρθει κάποιος από πάνω σου και να μετράει χρόνο.
Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας είναι υπενθύμιση ότι οι γυναίκες δεν είναι «θαύματα» – άνθρωποι είναι και κουράζονται. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να το πάρουμε στα σοβαρά.



Λίλα Σταμπούλογλου