«Εσύ δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ; Επιτυχία ή ευτυχία;», µε ρώτησε η Γιώτα Τσιµπρικίδου ενώ συζητούσαµε για το πόσο σηµαντικό είναι να λειτουργεί κανείς στη δουλειά µε τον δικό του τρόπο – και όχι µόνο στη δουλειά, στη ζωή γενικότερα.
Σκέφτοµαι, λοιπόν, ότι αυτό το «Επιτυχία ή ευτυχία;» είναι ερώτηση-παγίδα.
Ας πάρουµε ένα απλό παράδειγµα: Πόσα παιδιά από εκείνα που εµφανίστηκαν ευχαριστηµένα από τα καλά αποτελέσµατά τους στις φετινές Πανελλαδικές Εξετάσεις, είναι πραγµατικά ευχαριστηµένα;
Τι ακριβώς σηµαίνει «καλά αποτελέσµατα» και, κυρίως, για ποιους; Για τα ίδια τα παιδιά; Για τους γονείς τους; Για τον περίγυρο; Και ποιο το κριτήριο, βάσει του οποίου ορίζεται το «καλό αποτέλεσµα»; Η οικονοµική εξασφάλιση, η κοινωνική καταξίωση ή η εσωτερική πληρότητα;
Θα µου πείτε: «Μα πώς να ξέρουν αν είναι πραγµατικά ευχαριστηµένα, ενώ είναι µόλις 18 χρονών; Τι έχουν ζήσει για να είναι σε θέση να κρίνουν;». Ακριβώς.
Πόσο «αποδεκτό» θα ήταν από την κοινωνία, τους συγγενείς, τους δασκάλους, την τρίτη ξαδέλφη του γαµπρού της γειτόνισσας, εάν ένας άριστος µαθητής αποφάσιζε να δώσει εξετάσεις για την «Καλών Τεχνών», ενώ µπορούσε να περάσει από τους πρώτους στην Ιατρική; Ή εάν το παιδί µιας οικογένειας µεγαλοδικηγόρων, µε στρωµένη δουλειά, έβαζε ως πρώτη του επιλογή τη Γυµναστική Ακαδηµία;
Αλλά και: Τι είναι «ευτυχία» για ένα παιδί που µεγαλώνει ακούγοντας, από µικρό, πόσο σηµαντικό είναι να αποκτήσεις λεφτά, να έχεις ακριβά γούστα και να ενταχθείς σε υψηλούς κύκλους – µε κάθε µέσο και τίµηµα; Και τι για ένα παιδί που µεγαλώνει ακούγοντας ότι τα λεφτά δεν είναι το παν, σηµασία έχει να είσαι σωστός και αξιοπρεπής, και να κοιµάσαι ήσυχος τα βράδια;
Αλλά και: Πόσο σηµαντικό είναι, αν εσύ έχεις καταπιεστεί ως παιδί και δεν κατάφερες να ζήσεις όπως ονειρεύτηκες, όταν έρθει η ώρα να γίνεις γονιός, να µη φορτώσεις στο παιδί σου τα δικά σου απωθηµένα;
Τι θέλω να πω… Αποδεικνύεται ότι η «επιτυχία» και η «ευτυχία» είναι δύο έννοιες πολύ σχετικές, αποτελώντας για τον καθένα ένα συνονθύλευµα οικογενειακών αξιών, κοινωνικών στερεοτύπων και προσωπικών επιθυµιών – όλων ετερόκλητων, ως επί το πλείστον. Και αν έπρεπε αυτά να τα βάλω σε µια σειρά, βάσει εκείνου που λειτουργεί καθοριστικότερα στις αποφάσεις ενός ατόµου, δυστυχώς θα έβαζα τις προσωπικές επιθυµίες τελευταίες. Τουλάχιστον για τη συντριπτική πλειονότητα.
Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: Σαφώς και οι επιλογές ζωής πρέπει να είναι και ρεαλιστικές. Ωραία τα όνειρα, ωραίος ο ροµαντισµός, αλλά θα πρέπει κάπου και τα πόδια µας να πατάνε στη γη. Φτάνει να µην έχουν βουλιάξει σε τσιµέντο, εγκλωβίζοντάς µας σε µια ζωή που δεν µας ταίριαζε εξαρχής. Από την άλλη, ωραία η «έγκριση» του περιγύρου, ωραία και η ζηλευτή επαγγελµατική αποκατάσταση, αλλά µέσα σε όλα αυτά θα πρέπει να αναγνωρίζουµε κάπου και τον εαυτό µας µε τις βαθύτερες ανάγκες του – όχι µόνο τις προσδοκίες και τις προβολές όλων των υπολοίπων πάνω µας.
Γι’ αυτό, συνειδητοποιώντας καθηµερινά πόσο τυχερή υπήρξα όλα αυτά τα χρόνια που αφέθηκα να ζήσω βάσει των δικών µου –ταιριαστών σε µένα– επιλογών, έχοντας πάντα υποστήριξη, ασχέτως αν συµφωνούσαν πάντα ή όχι µαζί µου, χρωστάω εδώ να πω ένα πράγµα:
Μαµά, µπαµπά, σας ευχαριστώ…
Μαρία Λυσάνδρου
m.lysandrou@tpb.gr


