Έχω στο mp3 player ένα παραδοσιακό κυπριακό τραγούδι που ακούω συχνά γυρνώντας στο σπίτι από τη δουλειά, το οποίο, όταν είµαι σε ένταση, δρα πάνω µου κατευναστικά: τη «Μηλιά». Το θέµα; Ένας τύπος αγαπάει ένα κορίτσι, τη Μηλιά, και προσπαθεί να την πείσει ν’ αφήσει τα πείσµατα και να δεχτεί επιτέλους να τον παντρευτεί. Τι σχέση έχει αυτή η ιστορία µε µένα; Καµία! Γιατί θέλω να το ακούω, όµως;
Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Στην αρχή έλεγα ότι µάλλον µε ηρεµεί η χαρούµενη µελωδία του, ότι ίσως ο χορευτικός ρυθµός του µε κάνει να νιώθω καλά… Αλλά όχι. Πώς µπορεί να ταιριάζει ένα τέτοιο τραγούδι σε µια playlist µε Χαρούλα Αλεξίου, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Άννα Βίσση, Chopin, Harry Styles και Måneskin; (Εντάξει, µε τέτοια σύνθεση ρεπερτορίου, δεν µε λες καλά κι εµένα…)
Τελικά, κατέληξα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ταιριάζει µε τα υπόλοιπα, γιατί απλούστατα παρουσιάζει µια µεγάλη διαφορά: Τα υπόλοιπα τα ακούω επειδή µου αρέσουν. Αυτό το ακούω επειδή το έχω ανάγκη.
Το τραγούδι αυτό είναι απόλυτα συνδεδεµένο µε τον τόπο που γεννήθηκα, µε ξένοιαστα καλοκαιρινά βράδια µε τα ξαδέλφια µου, µε την εποχή που, ως µαθήτρια, χόρευα παραδοσιακούς χορούς σε ένα συγκρότηµα µε τους φίλους µου (κι ας µην είχαµε χορέψει ποτέ τη «Μηλιά»….).
«Η πραγµατική µας πατρίδα είναι η παιδική µας ηλικία», έχει πει ο Γάλλος φιλόσοφος και γλωσσολόγος Ρολάν Μπαρτ.
Διαπιστώνω, λοιπόν, ότι, όσο µεγαλώνω, τόσο µεγαλύτερη ανάγκη έχω να «γυρίζω πίσω». Πίσω, σε µια εποχή που το µεγαλύτερο µου άγχος ήταν αν θα προλάβω να βγάλω την ύλη των Αρχαίων ή αν θα µε άφηναν οι γονείς µου να αργήσω λίγο παραπάνω το Σάββατο το βράδυ.
Κι είναι τόσο αστείο το ότι, όταν είσαι µικρός, βιάζεσαι τόσο να µεγαλώσεις, για να φύγεις και να είσαι ελεύθερος – να βγεις, να µη δίνεις λογαριασµό σε κανένα, να ταξιδέψεις, να αγαπήσεις, να πληγωθείς, να ανασυνταχθείς… να ζήσεις.
Αλλά όταν πια µεγαλώσεις, έχεις ζήσει, έχεις πάθει κι έχεις µάθει, αρχίζεις να νοσταλγείς εκείνη την εποχή που κάποτε παρακαλούσες να φύγει ανεπιστρεπτί. Σκέφτεσαι πόσο πιο «ήσυχος» θα ήσουν, αν είχες µονίµως δίπλα κάποιους πιο «δυνατούς» από σένα που θα φρόντιζαν για όλα – κι ας σε ρωτούσαν πού θα πας, µε ποιους θα βγεις και τι ώρα θα γυρίσεις. Κι ας πήγαινες ακόµα σχολείο, κι ας είχες πρώτη ώρα Ιστορία, απορώντας τι αµαρτίες πληρώνεις για ν’ ακούς από το χάραµα για τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή…
Να ευθύνεται το φθινόπωρο, µε την εποχική του µελαγχολία, γι’ αυτούς τους προβληµατισµούς;
Ίσως ναι, ίσως και όχι.
Ίσως να φταίει η συσσωρευµένη ψυχική κούραση µετά από 2,5 σχεδόν χρόνια πανδηµίας που, ξαφνικά, εκείνο το –κάποτε εκνευριστικό– «Παιδί µου, ακόµα να κοιµηθείς; ∆εν θα ξυπνάς αύριο!», το κάνει να µοιάζει µε τη µεγαλύτερη πηγή εσωτερικής «ησυχίας».
Καταλήγω, λοιπόν, στο ότι, αν το έχεις ανάγκη, πάντα θα βρεις έναν τρόπο να γυρίζεις στην «πραγµατική σου πατρίδα». Ακόµα κι αν χρειαστεί να εξαντλήσεις όλη σου τη φαντασία. Ακόµα κι αν αυτό σηµαίνει να ακούς σε επανάληψη ένα φαινοµενικά άσχετο τραγούδι για µια πεισµατάρα Μηλιά.
Μαρία Λυσάνδρου | m.lysandrou@tpb.gr


