Μόνο θέατρο αυτή την περίοδο;
Ναι, προς το παρόν, μόνο θέατρο. Τελείωσαν πριν κάποιες μέρες οι παραστάσεις της «Αυλής των θαυμάτων», οι οποίες θα συνεχίσουν για λίγο ακόμα στη Θεσσαλονίκη τον Γενάρη, ενώ θα είμαι και σε μία άλλη παράσταση-διασκευή, τον «Σκρουτζ», που θα ανεβεί στο Μέγαρο Μουσικής. Και, φυσικά, έχουμε και το «Photograph 51», το οποίο παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Θέατρο Τέχνης.
Μου φαίνεται παράξενο που, σε μια σεζόν με τόσες πολλές τηλεοπτικές σειρές, δεν κάνεις τηλεόραση…
Απλώς δεν προέκυψαν κάποια πράγματα – δεν κλειδώσανε, δεν ταιριάξανε…
Όντως, είναι μια πολύ καλή χρονιά για τη μυθοπλασία. Ήδη, τις τελευταίες δύο χρονιές, τα πράγματα στην τηλεόραση προχώρησαν με άλματα. Φέτος, όμως, η χρονιά θυμίζει την περίοδο εκεί, στο 2007 – 2009…
Αυτή η τόση «κινητικότητα», όμως, είναι πάντα για καλό;
Επειδή όλα τα πράγματα κάνουν κύκλους στη ζωή, φοβάμαι μήπως γίνει πάλι ένα μεγάλο «μπαμ». Και είναι και λογικό, γιατί η τηλεόραση είναι αέρας. Δεν είναι τυχαία η φράση «τηλεοπτικός αέρας»…
Αυτή τη στιγμή, δίνονται αρκετά χρήματα στο κομμάτι της μυθοπλασίας, υπάρχει και η βοήθεια από το ΕΚΟΜΕ, η οποία είναι πολύ σημαντική. Από την άλλη, οι 40 σειρές σε μια σεζόν είναι μια υπερβολή σε μια χώρα «μικρή» στο κομμάτι της τηλεοπτικής πίτας.
Βέβαια, είναι καλό το ότι μπήκαν στην τηλεόραση και εταιρείες παραγωγής που, μέχρι τώρα, έκαναν σινεμά, αλλά και το ότι βλέπουμε και πράγματα που δεν βλέπαμε πριν – μίνι σειρές, ας πούμε… Η ΕΡΤ, για παράδειγμα, μπήκε δυναμικά εδώ και 2 χρόνια, τότε που έκανα κι εγώ το «Χαιρέτα μου τον πλάτανο». Και όφειλε να μπει δυναμικά στον χώρο της μυθοπλασίας ως κρατικό κανάλι.
Το σημαντικό για τη δική μας δουλειά είναι ότι υπάρχουν πλέον πολλές ευκαιρίες, έχουν αναδειχθεί πολλά καινούργια πρόσωπα, νέοι ηθοποιοί, αλλά και εξαιρετικοί συνάδελφοι που προηγουμένως τους βλέπαμε κυρίως στο θέατρο. Η επιτυχία των «Μελισσών» έφερε στην επιφάνεια αυτό το κομμάτι.
Τώρα, το πού θα οδηγηθεί όλο αυτό… Μπορεί, μετά από δύο χρόνια, να έχουμε 20 ριάλιτι σε μια σεζόν. Το έχουμε ξαναδεί…
Υπάρχει κάποια σειρά που «ζήλεψες»;
Προσπάθησα να δω αρκετά πράγματα φέτος…
Προσωπικά, ξεχώρισα το «Κάνε ότι κοιμάσαι», στην ΕΡΤ. Είναι μια σειρά Έλληνα συγγραφέα, ένα θρίλερ μυστηρίου, στο οποίο εγώ δίνω πραγματικά πολλά «μπράβο» – και στην ιδέα, και στη γραφή, και στη σκηνοθεσία, και στο καστ. Είναι ένα από τα πράγματα που έχω παρακολουθήσει αρκετά.
Ας πάμε, λοιπόν, στο «Photograph 51», την παράσταση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Πρόκειται για ένα έργο με πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ιστορία, η οποία όμως έχει και πολλά σημαντικά θεματικά «παρακλάδια»…
Πρόκειται για την ιστορία της Ρόζαλιντ Φράνκλιν, η οποία το 1952 αποτύπωσε με ακτίνες Χ τη δομή του DNA, την περίφημη «έλικα». Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του αιώνα μας, για πολλούς και διάφορους λόγους.
Είναι ένα έργο της Άννα Ζίγκλερ, το οποίο έκανε θραύση στο Λονδίνο, με πρωταγωνίστρια τη Νικόλ Κίντμαν. Πέρα από το ίδιο το θέμα του, το έργο είναι πραγματικά σπουδαίο – σπάνια συναντάς τόσο καλά σύγχρονα έργα στην παγκόσμια δραματουργία.
Περί τίνος πρόκειται, λοιπόν;
Θα πω ότι το μόνο που δεν παρακολουθείς είναι ένα «ντοκιμαντέρ» για την αποτύπωση της κρυσταλλικής δομής του DNA. Είναι μια ιστορία για τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε αυτή η γυναίκα, η Ρόζαλιντ Φράνκλιν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες συνάδελφοί της (και το τονίζω: «οι άνδρες») απέκρυψαν το πόσο πολύ βοήθησε σ’ αυτή την ανακάλυψη.
Ουσιαστικά, παρακολουθούμε ένα είδος θρίλερ: ποιος θα καταφέρει να κάνει πρώτος τη συγκεκριμένη δημοσίευση σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Φοβερό έργο, με κινηματογραφική πλοκή που δεν σε αφήνει σε ησυχία.
Επιπλέον, βλέπουμε γιατί χάθηκε η ιστορία και η συμβολή αυτής της γυναίκας σ’ αυτή την τόσο σημαντική ανακάλυψη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η NASA έδωσε το όνομά της σε μία τελευταία της αποστολή στον Άρη. Τη θεωρούν πρόσωπο-κλειδί για πολλά πράγματα, έκανε κι άλλες ανακαλύψεις στην πορεία, αλλά δυστυχώς πέθανε αρκετά νέα.
Τρεις άνδρες επιστήμονες, λοιπόν, πήραν το Νόμπελ γι’ αυτή την ανακάλυψη. Όχι ότι εκείνοι δεν είχαν βοηθήσει – και βοήθησαν, και μελέτησαν. Ωστόσο, καρπώθηκαν μόνο οι ίδιοι το αποτέλεσμα, ενώ η γυναίκα αυτή το άξιζε εξίσου.
Μίλησέ μου λίγο και για τον δικό σου ρόλο.
Ο ήρωάς μου, ο Γουίλκινς, είναι ο πιο κοντινός στη Ρόζαλιντ. Ουσιαστικά είναι ο συνάδελφός της με τον οποίο δουλεύει μαζί στο εργαστήριο, αν και εκείνος είναι ένα σκαλί πιο πάνω ιεραρχικά. Ο άνθρωπος αυτός προσπαθεί να βρει μια άκρη μ’ αυτή τη γυναίκα, η οποία φαίνεται δύστροπη, δύσκολη και εμμονική. Και η ίδια, όμως, προσπαθεί με τον δικό της τρόπο να επικοινωνήσει. Υπάρχει και ένας λανθάνων ερωτισμός, αλλά αυτό δεν είναι το πρωτεύον στην ιστορία…
Στην πραγματικότητα, είναι ένα έργο σχέσεων, είναι ένα έργο καρδιάς. Ναι, ο θεατής μαθαίνει πράγματα και για τη σπουδαία αυτή ανακάλυψη, αλλά θα ήταν πολύ βαρετό αν έμενε εκεί, θα ήταν απλά ένα ντοκιμαντέρ. Προφανώς, υπάρχει και πολλή μυθοπλασία στην ιστορία. Πάντως, πέρα από τη Ρόζαλιντ Φράνκλιν, και οι υπόλοιποι άνδρες επιστήμονες του έργου είναι πρόσωπα υπαρκτά.
Δεν νοµίζω ότι έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγµατα. Οι άνδρες δυσκολεύονται να δεχτούν µία γυναίκα που να είναι και επαγγελµατίας, και σύζυγος, και ερωµένη, και µητέρα.
Τι θεωρείς ότι είναι αυτό που θα συζητήσει μια παρέα, φεύγοντας από την παράσταση;
Σίγουρα δεν θα συζητήσει το θέμα του DNA! Ή ίσως λίγο επιφανειακά… Αν έρθουν κάποιοι που είναι επιστήμονες, σίγουρα θα ψάξουν μετά να δουν πόσο ακριβείς ήμασταν στα όσα παρουσιάσαμε.
Θέλω να πω εδώ ότι σ’ αυτό μας βοήθησε ένας σπουδαίος επιστήμονας, ο Γιάννης Μπουκοβίνας, ο οποίος λειτούργησε ως επιστημονικός σύμβουλος της παράστασης. Και μας βοήθησε πολύ να καταλάβουμε όχι τόσο το κομμάτι το επιστημονικό και το εργαστηριακό, όσο την εποχή και το ότι ίσως, τελικά, να μην έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα από τότε. Οι επιστήμονες σήμερα, την περίοδο του κορονοϊού, όπως και τότε, πάλευαν για το ποιος θα βγάλει πρώτος το εμβόλιο, ποιος θα ετοιμάσει το πιο αποτελεσματικό εμβόλιο…
Ποιο ήταν, για σένα, εκείνο το στοιχείο που σας έδωσε ο κ. Μπουκοβίνας, το οποίο ένιωσες να σου «ξεκλειδώνει» κάτι ως προς την κατανόηση του έργου;
Αυτοί οι επιστήμονες είναι, κατά κάποιον τρόπο, «μικροί θεοί». Αλλά παραμένουν κι αυτοί άνθρωποι ευάλωτοι, με αδυναμίες, και αυτό τους κάνει τρωτούς. Συχνά αισθάνονται ότι «αυτοί είναι και κανείς άλλος», κάτι που μπορεί να σε οδηγήσει σε πολλά λάθος μονοπάτια. Δηλαδή, τείνουμε να «αγιοποιούμε» αυτούς τους επιστήμονες, αλλά, στο τέλος της ημέρας, βλέπουμε ότι είναι και αυτοί άνθρωποι.
Άρα, σε βάζει λίγο και στα «ενδότερα» της ιατρικής κοινότητας…
Ναι, ναι… αυτό το βλέπεις έντονα μέσα στο έργο. Είναι άνθρωποι, οι οποίοι θέλουν πάση θυσία να δημοσιεύσουν κάτι σε ένα επιστημονικό περιοδικό και να καρπωθούν αυτή την επιτυχία, ακόμα κι αν δεν είναι απόλυτα σίγουροι γι’ αυτό που πάνε να δημοσιεύσουν.
Η γυναίκα αυτή, λοιπόν, τα είχε βρει όλα, αλλά ήθελε να παρατηρήσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Όπως λέει και ο Κρικ, ένας ήρωας του έργου: «Τι είναι η ζωή, και τι είναι αυτός ο αγώνας πια; Και, τελικά, θέλει κάποιος να τον κερδίσει τον αγώνα αυτόν; Γιατί, αν τον κερδίσει, πέθανε!». Αλλά και τι ακριβώς είναι αυτό που ονομάζουμε «επιτυχία»; Και, στο τέλος της ημέρας, με την επιτυχία ξαπλώνουμε; Μαζί της κοιμόμαστε το βράδυ;
Είμαστε πολύ τυχεροί που αυτό το έργο έπεσε στα χέρια μας, με τη σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά. Πρώτη φορά δουλεύω με τον Τάκη και, πραγματικά, είναι ένας σκηνοθέτης ανθρώπινος, πολύ ευαίσθητος, ο οποίος μας βοήθησε να «ξεκλειδώσουμε» πολλά πράγματα. Διότι πρόκειται για ένα έργο αρκετά απαιτητικό και για τον ίδιο τον ηθοποιό, και για τον θεατή.
Μακάρι να εκπλήξουμε τον θεατή και να τον «μπάσουμε» σε αυτόν τον κόσμο της επιστήμης και της ανθρώπινης επικοινωνίας. Το DNA «ξεκλείδωσε» πολλά πράγματα στη ζωή και στην καθημερινότητά μας – ούτε που φανταζόμαστε πόσα. Δεν έχει να κάνει μόνο με τις ασθένειες. Κι εγώ τώρα το συνειδητοποιώ, που ασχολούμαι.
Γι’ αυτό θα επανέλθω σ’ αυτό που με ρώτησες πριν: ο θεατής, φεύγοντας από την παράσταση, με ένα ωραίο φαγητό και ένα κρασί, θα βρεθεί να συζητάει για την ίδια του τη ζωή…
Το έργο πραγματεύεται, πέρα από την ιστορία της Ρόζαλιντ Φράνκλιν, και το θέμα της θέσης της γυναίκας. Αν και διαδραματίζεται το 1952, 70 χρόνια μετά, πόσο έχουμε προχωρήσει σε αυτόν τον τομέα;
Μα δεν έχουμε προχωρήσει! Επειδή είμαι ένας άνθρωπος που ασχολείται πολύ με τα αθλητικά, θα σου πω ένα πλάνο που έχω δει, παρακολουθώντας αυτές τις μέρες το Παγκόσμιο Κύπελο στο Κατάρ: γυναίκες με μπούργκες στις κερκίδες, σε άλλες δεν επιτρέπουν να μπούνε καν στο γήπεδο…
Εκεί, βέβαια, είναι και θέμα θρησκείας…
Ναι, αλλά το Παγκόσμιο Κύπελο δεν παύει να είναι, πέρα από αθλητικό, και ένα τεράστιο πολιτιστικό γεγονός! Καλείται, λοιπόν, μια χώρα σαν το Κατάρ, που έχει τα συγκεκριμένα ήθη, να φιλοξενήσει μία τέτοια παγκόσμια διοργάνωση…
Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα. Οι άνδρες είναι μεγαλωμένοι «κάπως», δυσκολεύονται να δεχτούν μία γυναίκα που να είναι και επαγγελματίας, και σύζυγος, και ερωμένη, και μητέρα. Δυσκολεύονται αρκετά… Εύχομαι οι πιτσιρικάδες και οι πιτσιρίκες μας να μπορέσουν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Ήδη μαθαίνουμε για περιστατικά ενδο-οικογενειακής ή διεμφυλικής βίας, και βλέπουμε ότι τα νέα παιδιά μιλάνε για ό,τι τους συμβαίνει. Αυτό είναι το πιο σημαντικό: να αρχίσεις να μιλάς σιγά-σιγά. Νομίζω ότι από εκεί ξεκινάει… Η δική μου γενιά, τουλάχιστον, δεν μιλούσε. Δεν μαθαίναμε να μιλάμε στο σπίτι για τα συναισθήματά μας, για τις σκέψεις μας…
Πόσο θεωρείς, λοιπόν, ότι το κίνημα του #metoo, τα τελευταία δύο χρόνια, έχει συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση;
Έχει συμβάλει, δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Εγώ το βλέπω στην καθημερινότητά μου, αλλά και στην καθημερινότητα της γυναίκας μου: μας πλησιάζουν άνθρωποι και μας λένε «Αυτό που κάνατε μας επηρέασε. Μας έκανε να σκεφτούμε και να πούμε “αξίζει να μιλήσω, πρέπει να πω στον πατέρα μου, στον σύντροφό μου, στον συνάδελφό μου το πρόβλημα που έχω”…».
Βλέπουμε να συντελούνται τεράστιες αλλαγές σιγά-σιγά. Ακόμα και το τι γίνεται με τα Ιδρύματα που φιλοξενούν παιδιά, αν και ακόμα δεν τα έχουμε μάθει όλα, δεν ξέρουμε με σιγουριά τι ισχύει και τι δεν ισχύει…
Το βασικό είναι ότι κάτι «μετακινείται». Κι αυτό το «κάτι» είναι σημαντικό. Δεν θα νιώσω πλέον ντροπή γι’ αυτό που μου συνέβη, δεν θα νιώσω ότι φταίω εγώ γι’ αυτό που έπαθα – φταις εσύ γι’ αυτό που μου ‘κανες.
Να πούμε κιόλας ότι, στις 19 και 20 Δεκεμβρίου, με αφορμή το έργο, θα πραγματοποιηθεί και μία διημερίδα από το Θέατρο Τέχνης, σε συνεργασία με την ΕΟΠΕ και τις Εκδόσεις Ευρασία.
Ναι, ακριβώς. Οι συμμετέχοντες θα ακούσουν τα όσα ενδιαφέροντα θα ειπωθούν και θα δουν παράλληλα και το έργο. Θέλω να τονίσω ότι δεν πρόκειται για ένα έργο «ειδικής κατασκευής», δεν χρειάζεται να έχει κανείς ειδικές γνώσεις για να το παρακολουθήσει. Έχει μεν μια θεματική, αλλά δεν μένει μόνο σ’ αυτήν, κι αυτό είναι και το συναρπαστικό!
Για μένα, έχει πολύ ενδιαφέρον να δει το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό μια τέτοια ιστορία – και θα συγκινηθεί, και θα την «κουβαλήσει» μαζί του, και θα «ψαχτεί». Μετά από 25 χρόνια που έχω στο θέατρο, νομίζω ότι αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά.
Photo Credits: Σπύρος Περδίου



Μαρία Λυσάνδρου
