Δεν ξεχνώ, σε θυμάμαι… | Απόψεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Απόψεις

Δεν ξεχνώ, σε θυμάμαι…

«Κύπρια είσαι; Αλήθεια; Καθόλου δεν ακούγεσαι!». Κάθε φορά η ίδια αντίδραση, όταν λέω από πού είμαι. Κι αμέσως μετά: «Ναι, αλλά δεν γεννήθηκες εκεί...». «Όχι, εκεί γεννήθηκα! Εκεί μεγάλωσα, εκεί τελείωσα το σχολείο· εκεί είναι το πατρικό μου· εκεί ζουν οι θείοι και τα ξαδέλφια μου· εκεί οι παιδικές μου φίλες...».
Και κάτι άλλο, ίσως το σημαντικότερο όλων: «Εκεί και οι μνήμες μου»...

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

«Κύπρια είσαι; Αλήθεια; Καθόλου δεν ακούγεσαι!». Κάθε φορά η ίδια αντίδραση, όταν λέω από πού είμαι. Κι αμέσως μετά: «Ναι, αλλά δεν γεννήθηκες εκεί…». «Όχι, εκεί γεννήθηκα! Εκεί μεγάλωσα, εκεί τελείωσα το σχολείο· εκεί είναι το πατρικό μου· εκεί ζουν οι θείοι και τα ξαδέλφια μου· εκεί οι παιδικές μου φίλες…».

Και κάτι άλλο, ίσως το σημαντικότερο όλων: «Εκεί και οι μνήμες μου»…

Προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια. Ο πατέρας μου κατάγεται από το χωριό Λύση και η μητέρα μου από το χωριό Κοντέα – και τα δύο κατεχόμενα χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου. Εγώ γεννήθηκα κάποια χρόνια μετά την εισβολή και είχα μάθει από μικρή, στην ερώτηση «Από πού είστε;», ν’ απαντάω «Είμαστε πρόσφυγες», λες και ήταν κάτι φυσιολογικό. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες για το χωριό μας, για την Αμμόχωστο, για συγχωριανούς των γονιών μου με παράξενα παρατσούκλια…

Λάμβανα μέρος στις σχολικές γιορτές για την τουρκική εισβολή, έγραφα εκθέσεις γι’ αυτήν, παρακολουθούσα επετειακές εκδηλώσεις, υποστήριζα με θέρμη μία εκ των δύο προσφυγικών ποδοσφαιρικών ομάδων της Αμμοχώστου, την Ανόρθωση, της οποίας ο πατέρας μου υπήρξε αρχηγός…

Και όλα αυτά ήταν τόσο «κανονικά» για μένα, που δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο βαθιά με είχαν σημαδέψει. Μετά, δε, και από τόσα χρόνια ζωής στην Αθήνα, τα είχα «καταχωρήσει» μέσα μου ως απλές αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων.

Μέχρι που κάθισα να παρακολουθήσω το “Famagusta”*.

Και, ξαφνικά, με το άκουσμα και μόνο του τραγουδιού των τίτλων, μούδιασα. Ήταν σαν κάποιος να ξεκλείδωσε ένα μυστικό δωμάτιο, που το περιεχόμενό του ήρθε και με παρέσυρε σαν χείμαρρος. Κάποιες σκηνές της σειράς τις είχα ζήσει αυτούσιες, πηγαίνοντας το 2003 με τους γονείς μου να δω για πρώτη φορά το χωριό μας, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και μας επετράπη να επισκεφθούμε τα Κατεχόμενα.

Στα πρόσωπα των ανθρώπων που καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στη σειρά, είδα τη γιαγιά και τον παππού μου… Είδα τη θεία μου που, μέχρι και σήμερα ακόμα, φτιάχνει χαλούμια και ζυμώνει «δάχτυλα», όπως έκανε νέα στο χωριό. Είδα τον θείο μου που συμμετείχε με όλο του το «είναι» στην προσπάθεια να χτιστεί στις ελεύθερες περιοχές ένα εκκλησάκι, ακριβές αντίγραφο του παρεκκλησίου του Αγίου Ευφημιανού που υπήρχε στο χωριό μας. Είδα τον πατέρα μου που πάντα συγκινείται όταν μας αφηγείται ιστορίες για τα παιδικά του χρόνια στη Λύση. Είδα τον παππού μου να φροντίζει τις λεμονιές και τις μανταρινιές στον κήπο μας, τις οποίες οι γονείς μου είχαν φυτέψει για εκείνον, σε ανάμνηση των δικών του δέντρων που καλλιεργούσε στο χωριό. Και που μέχρι την τελευταία του ώρα ζητούσε να πάει πίσω στο σπίτι του…

Όχι, δεν είχα καταλάβει πόσο πολύ με είχαν σημαδέψει όλα αυτά. Ξαφνικά, όλα όσα βλέπω μού είναι τόσο οικεία, που με ταράζουν· σχεδόν μου κόβεται η αναπνοή κάθε φορά. Και, ταυτόχρονα, αναρωτιέμαι πώς να ακούγονται, άραγε, στους ανθρώπους εδώ, στην Ελλάδα, που έχουν μια απόσταση από αυτή την ιστορία…

Ανησυχώ ότι αυτό θα χαθεί, όταν χαθούν και οι τελευταίοι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα του ’74. Διότι ακόμα κι εγώ, και όλα τα παιδιά σαν κι εμένα, που μεγαλώσαμε στην Κύπρο μέσα σ’ εκείνη την «ομίχλη» που κάλυψε τα χρόνια μετά την εισβολή, δεν μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθος της ισοπέδωσης εκείνων που βίωσαν τη φρίκη του πολέμου – κι ας ζήσαμε τις συνέπειες από πρώτο χέρι.

Το “Famagusta”, όμως, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η Μνήμη δεν μας προδίδει. Όσο κι αν αλλάζουν τα δεδομένα της ζωής μας. Είναι πάντα εκεί, έστω εν υπνώσει, καθορίζοντας την ταυτότητά μας. Και ίσως να ήταν αυτή που με έκανε να νανουρίζω τον ανιψιό μου όταν ήταν μωρό, χωρίς να ξέρω καλά-καλά γιατί, τραγουδώντας του «Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ…». Για να μην ξεχάσω εγώ. Και, κυρίως, για να μην ξεχάσει εκείνος.

* “Famagusta” είναι η λατινική ονομασία της Αμμοχώστου.