Πόσες διαδικτυακές αναλύσεις, σχετικών και ασχέτων, διαβάσαµε τις προηγούµενες ηµέρες σχετικά τον τραγικό θάνατο του διεθνούς ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού George Baldock; Άπειρες. Λογικό: όταν συµβεί ένα τόσο σοκαριστικό γεγονός, το οποίο αφορά µάλιστα σε ένα νέο και δηµοφιλή αθλητή, οι πάντες θα ενδιαφερθούν να µάθουν περισσότερα. Να µάθουν, ναι. Αλλά να «διαφωτίσουν» εκείνοι τους «αδαείς» διαδικτυακούς τους φίλους, διατυπώνοντας τις προσωπικές τους θεωρίες για το τι συνέβη; Αυτό γιατί;
Αν είσαι ειδικός επί του θέµατος, καλώς. Αν είσαι –σοβαρός από κάθε άποψη– δηµοσιογράφος, επίσης καλώς. Φυσικά και να εκθέσεις όσα έχεις µάθει για το συµβάν (προσοχή: για το ίδιο συµβάν, όχι τα… γύρω-γύρω), έχοντας κάνει πριν µια ουσιαστική και εµπεριστατωµένη έρευνα. Αυτή είναι και η δουλειά σου, άλλωστε.
Όλοι οι υπόλοιποι, οι µη σχετικοί µε τη δηµοσιογραφία, τα ιατροδικαστικά, ή τα του ποδοσφαίρου, οι οποίοι κάθονταν και έγραφαν ευφάνταστα σενάρια για τις τελευταίες ώρες του άτυχου ποδοσφαιριστή, µε ποια εχέγγυα ακριβώς το έκαναν; Η απάντηση, συνήθως, είναι το κλισέ και τόσο, µα τόσο, παρεξηγηµένο: «∆ηµοκρατία έχουµε, έχω το δικαίωµα να γράψω ό,τι θέλω!».
Ωστόσο, εδώ πρέπει να αναρωτηθούµε: Σε τι ακριβώς εξυπηρετεί αυτός ο ορυµαγδός διαδικτυακών –αυθαίρετων ως επί το πλείστον– κατεβατών για ένα θέµα τόσο λεπτό και σοβαρό; Μήπως σε τέτοιες περιπτώσεις η σιωπή τιµά περισσότερο τον εκλιπόντα (και τον κάθε επίδοξο «αναλυτή»), από µια ανάρτηση που το µόνο που καταφέρνει είναι να πυροδοτεί ανούσιες συζητήσεις;
Στην πραγµατικότητα, το θέµα προς συζήτηση εδώ δεν είναι ο θάνατος του 31χρονου ποδοσφαιριστή. Το γεγονός αυτό ήταν απλά η αφορµή, καθ’ όλα τραγική. Το θέµα είναι από πού πηγάζει αυτή η ανάγκη µας να είµαστε «µέσα σ’ όλα» και, κυρίως, να επικοινωνούµε την άποψή µας µε τόση σπουδή σε γνωστούς και αγνώστους. Κι αυτό αφορά οποιαδήποτε είδηση προκύπτει από καιρού εις καιρόν, από οποιονδήποτε χώρο – από τον αθλητικό, µέχρι τον πολιτικό και τον καλλιτεχνικό.
Μια ανάρτηση (και µόνο) στα social media σε κάνει ευαισθητοποιηµένο και ενεργό πολίτη; Αυτό είναι το κριτήριο;
Στην προκειµένη περίπτωση, το να προβάλλεις άκριτα τις προσωπικές σου θεωρίες για τον χαµό ενός ανθρώπου, αποτελεί σεβασµό στη µνήµη του; Ή, τελικά, έλλειψη σεβασµού, µια και τον χρησιµοποιείς για να κερδίσεις «πόντους» απέναντι σε διαδικτυακούς φίλους και ακολούθους;
Υπερβάλλω τώρα µε όλα αυτά, θα πείτε. Ίσως. Παρεξηγώ την ειλικρινή ανάγκη κάποιων να φωτίσουν δηµόσια «άγνωστες πτυχές» µιας υπόθεσης που συγκλόνισε το ελληνικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ίσως. (Επιµένω: «Με τι εχέγγυα;»)
Οι µεγάλες διαστάσεις του φαινοµένου του «διαδικτυακού πανεπιστήµονα» είναι ανησυχητικές. Με προβληµατίζει µήπως έχουµε φτάσει να θεωρούµε ότι τέτοιες ψηφιακές… δράσεις είναι εκείνες που καθορίζουν και την αξία µας ως ανθρώπων. Μήπως, τελικά, το µόνο που µας ενδιαφέρει είναι να χτίζουµε ένα διαδικτυακά «ισχυρό προφίλ» µε κάθε ευκαιρία, κόντρα σε κάθε λογική και ψυχραιµία;
Ας µάθουµε να µένουµε και σιωπηλοί κάποιες φορές. Ας µάθουµε να διακρίνουµε πότε κάτι αξίζει να ειπωθεί. Δεν θα µας κακοχαρακτηρίσει κανείς αν δεν σχολιάσουµε και µια φορά τα τεκταινόµενα. Κι ας στερηθεί ο κόσµος των social media τις «ψαγµένες» µας απόψεις – δεν πειράζει, θα το ξεπεράσει.



Μαρία Λυσάνδρου