Με το δύσκολο, ως γνωστόν, έχουµε θεµατάκια | Απόψεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Με το δύσκολο έχουμε θεματάκια
Απόψεις

Με το δύσκολο, ως γνωστόν, έχουµε θεµατάκια

«Αν µπορούσε να ακουστεί κάτι από αυτή η συνέντευξη, ας είναι το ότι χρειαζόµαστε περισσότερη πίστη, περισσότερο κόπο, περισσότερο µόχθο, και ότι δεν µπορεί να πουλάµε τόσο εύκολα τους εαυτούς µας», µου λέει ο Δηµήτρης Καπουράνης, στην κουβέντα που κάναµε γι' αυτό το τεύχος. Ο Δηµήτρης, βέβαια, εδώ αναφέρεται στον παράγοντα «κέρδος» που έχει εισχωρήσει στην Τέχνη, θυσιάζοντας συχνά την καλλιτεχνική αρτιότητα στον βωµό του sold-out.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

«Αν µπορούσε να ακουστεί κάτι από αυτή η συνέντευξη, ας είναι το ότι χρειαζόµαστε περισσότερη πίστη, περισσότερο κόπο, περισσότερο µόχθο, και ότι δεν µπορεί να πουλάµε τόσο εύκολα τους εαυτούς µας», µου λέει ο Δηµήτρης Καπουράνης, στην κουβέντα που κάναµε γι’ αυτό το τεύχος. Ο Δηµήτρης, βέβαια, εδώ αναφέρεται στον παράγοντα «κέρδος» που έχει εισχωρήσει στην Τέχνη, θυσιάζοντας συχνά την καλλιτεχνική αρτιότητα στον βωµό του sold-out.

Πόσο, όµως, αυτή η υποβάθµιση της ποιότητας στα πράγµατα (και όχι απαραίτητα χάριν κέρδους) έχει φτάσει να είναι χαρακτηριστικό της σηµερινής ζωής; Και γιατί οι περισσότεροι δεν κάνουµε τίποτα γι’ αυτό;

Ας ξεκινήσουµε από το προφανές: µε τέτοιους ρυθµούς ζωής και τόσο στρες καθηµερινά, δεν έχουµε µυαλό και κουράγιο για «βαθιά» νοήµατα και ποιοτικές αναζητήσεις, ούτε για την απαιτούµενη έξτρα προσπάθεια που απαιτεί η πνευµατική φροντίδα του εαυτού µας.

Ok. Μυαλό και κουράγιο γι’ αυτά δεν έχουµε. Ανάγκη, όµως…; Κι αν έχουµε αυτή την ανάγκη, την αναγνωρίζουµε; Κι αν την αναγνωρίζουµε, την καλύπτουµε πάντα µε ουσιαστικό τρόπο;

Το πώς έχουµε µάθει να λειτουργούµε είναι κρίσιµης σηµασίας. Αν έχουµε µάθει να καλύπτουµε αυτή µας την ανάγκη για συναισθηµατική πλήρωση καταναλώνοντας απίθανες ποσότητες junk food, σκρολάροντας ακατάπαυστα στα social media, κάνοντας εµµονικά διαδικτυακές αγορές –χρήσιµες και µη–, περνώντας τα βράδια µας παρακολουθώντας «καµένα» ριάλιτι ή σειρές αµφιβόλου ποιότητας, τότε πώς να ψάξουµε για κάτι µε βαθύτερο νόηµα;

Δεν είναι τυχαίο που, στις Δυτικές κοινωνίες, παρατηρούνται ανησυχητικά διαδεδοµένες διαταραχές, όπως η συναισθηµατική υπερφαγία, η εκδικητική αναβλητικότητα ύπνου, η ωνιοµανία (ναι, ο εθισµός στις αγορές είναι αναγνωρισµένη διαταραχή) και ο ψηφιακός εθισµός. Και όλα αυτά, στην προσπάθεια να καλύψουµε την ανάγκη µας για λίγη ψυχική ηρεµία.

Και γιατί να επιλέγουµε αυτούς τους τρόπους, και όχι π.χ. ένα βιβλίο; Ή µια θεατρική παράσταση;

Η απάντηση είναι απλή: επειδή έτσι είναι ευκολότερο. Και απροβληµάτιστο. Δεν το θέλουµε το «βαθύ», µας ρίχνει. Και επειδή ήδη µας ρίχνουν όσα συµβαίνουν καθηµερινά, εµείς κοιτάµε να βρούµε τρόπους ν’ ανέβουµε.

Όλα αυτά τα υποκατάστατα χαράς έρχονται να κάνουν αυτήν ακριβώς τη δουλειά. Και είναι µε τέτοιο τρόπο δοσµένα, ώστε να φαντάζουν και φοβερά ελκυστικά.

Εκεί ερχόµαστε, λοιπόν, στην ανησυχία του Δηµήτρη: τα θεάµατα, ως επί το πλείστον, στήνονται πλέον µε τέτοιο επιφανειακό και «φασαριόζικο» τρόπο, ώστε να γίνονται θελκτικά στα µάτια εκείνων που όντως επιλέγουν την Τέχνη – λόγω πραγµατικού ενδιαφέροντος (η καλή περίπτωση), λόγω προσπάθειας να προβάλουν (στον κύκλο τους, στα social…) ένα «ψαγµένο» προφίλ, λόγω επηρεασµού από διαφηµίσεις που προωθούν τα «απόλυτα must-see» (ασχέτως αν το αξίζουν ή όχι)… Κι έτσι, η Τέχνη καταλήγει συχνά «κακοποιηµένη», µετατρεπόµενη σε καταναλωτικό προϊόν που θέτει σε προτεραιότητα τα sold-out εις βάρος της ποιότητας – χωρίς, βέβαια, να αποκλείονται και οι περιπτώσεις που sold-out και υψηλή αισθητική συνδυάζονται. Ευτυχώς υπάρχουν και τέτοια παραδείγµατα.

Πώς µπορεί να αντιστραφεί το φαινόµενο; Η απάντηση είναι κλισέ: παιδεία, παιδεία, παιδεία – περί πολιτισµού, περί προαγωγής της ψυχικής υγείας, περί εξισορρόπησης εργασίας και προσωπικής ζωής, περί ανάδειξης της ουσιαστικής αυτοφροντίδας, περί ανάπτυξης κριτικής σκέψης απέναντι σε ό,τι µας πλασάρουν και, τελικά, περί αντιµετώπισης του φόβου απέναντι στο «δύσκολο» (αλλά συχνά λυτρωτικό).

Συµφέρει γενικώς µία τέτοια συνολική «εξυγίανση» του σύγχρονου τρόπου ζωής; Αµφίβολο. Θα µπορούσε να γίνει, όµως; Δύσκολο. Και µε το δύσκολο, ως γνωστόν, έχουµε θεµατάκια.