«Ενδοσκόπηση». Αυτό θ’ απαντούσα αν ποτέ µε ρωτούσαν «τι σηµαίνει για σένα Θέατρο;», όπως ακριβώς ρωτήσαµε κι εµείς 12 ηθοποιούς στο Αφιέρωµα αυτού του τεύχους περί Παγκόσµιας Ηµέρας Θεάτρου. Η θεατρική αίθουσα, για µένα τουλάχιστον, λειτουργεί απολύτως ψυχοθεραπευτικά. Είτε µε αφορά µια ιστορία είτε όχι, µπαίνω σχεδόν αυτόµατα στη θέση των χαρακτήρων, σκεπτόµενη πάντα «εγώ τι θα ‘κανα σ’ αυτή τη περίπτωση;».
Σε µια εποχή που συγκλονιστικά –για να µην πω «σοκαριστικά»– µεγάλος αριθµός ανθρώπων τηρούν ανελλιπώς ένα εβδοµαδιαίο ή δεκαπενθήµερο ραντεβού µε κάποιον ψυχοθεραπευτή, προτρέποντας µάλιστα µε θέρµη και τους υπόλοιπους να το «τολµήσουν» (αν αυτό είναι το σωστό ρήµα, τότε ανοίγεται µια µεγάλη συζήτηση που δεν είναι της παρούσης), αναρωτιέµαι πώς θα µπορούσε κανείς να διατηρήσει µια στοιχειώδη ψυχική ισορροπία, χωρίς απαραίτητα τη βοήθεια ειδικού. Διότι για το αν ένας ειδικός είναι de facto η απάντηση για όλες τις περιπτώσεις ανεξαιρέτως, επιτρέψτε µου να διατηρώ µια µικρή αµφιβολία – αλλά ούτε αυτό είναι της παρούσης.
Παρακολουθώντας την παράσταση «Ένα κάποιο κενό», στο Θέατρο Εµπορικόν, µε αφορµή την κουβέντα µας αυτόν τον µήνα µε την Ιωάννα Ασηµακοπούλου, είδα να περνά µπροστά στα µάτια µου, σαν φιλµ, µια µικρογραφία της κοινωνίας µας, θέτοντας έναν θεµελιώδη για την ψυχική µας υγεία προβληµατισµό: Σε µια εποχή που έχει κάνει σηµαία της την ελευθερία της έκφρασης και της αυτοδιάθεσης, πόσο ελεύθεροι αισθανόµαστε, αλήθεια, να εκφράσουµε αυτό που πραγµατικά σκεφτόµαστε και νιώθουµε;
Αλλά και έναν δεύτερο, εξαιρετικά απλό, γι’ αυτό και τόσο βαθύ: Από πότε νιώθουµε όλοι ευτυχισµένοι µε τα ίδια πράγµατα;
Μα δεν νιώθουµε όλοι ευτυχισµένοι µε τα ίδια πράγµατα. Προφανέστατα.
Κι όµως, η φιλελεύθερη και ενθέρµως υποστηρίζουσα τη διαφορετικότητα κοινωνία µας προσπαθεί µε υπερβάλλοντα ζήλο να µας κρατήσει όσο γίνεται µη διαφορετικούς. Διότι ας µη γελιόµαστε: η διαφορετικότητα δεν αφορά µόνο στον σεξουαλικό προσανατολισµό ή στην καταγωγή ενός ανθρώπου. Η διαφορετικότητα αφορά και στο να µη σε εκφράζει ο κοινωνικός ρόλος που σου έχουν φορεµένο – κι ας εκφράζει εκατοµµύρια άλλους, δικαίωµά τους. Όπως είναι και δικό σου δικαίωµα αυτό το «κοστούµι» να το νιώθεις πάνω σου υπερβολικά στενό και να θες να βάλεις κάτι πιο άνετο.
Στην πραγµατικότητα η µοναδικότητα είναι η αδιαµφισβήτητη κανονικότητα της Φύσης. Γιατί, λοιπόν, θεωρούµε απόλυτα φυσικό το ότι κανένας δεν έχει το ίδιο δακτυλικό αποτύπωµα µε τον άλλον, αλλά περιµένουµε η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων να έχουν το ίδιο ακριβώς κοινωνικό αποτύπωµα – τα ίδια ακριβώς «θέλω», τα ίδια ακριβώς όνειρα, την ίδια ακριβώς πορεία ζωής; Αυθαίρετο µεν το ερώτηµα, αλλά…
Επιπλέον: Θα ασχοληθούµε ποτέ µε το θέµα αυτό µε αυθεντικό ενδιαφέρον ή η ενασχόλησή µας θα µείνει περιορισµένη στο πλαίσιο ενός κοινωνικού trend που, τα τελευταία χρόνια, θέλει τη διαφορετικότητα να είναι hot topic, µε τις όποιες υπερβολές παρατηρούνται λόγω διαστρεβλωµένης αντίληψης της περίφηµης «ελευθερίας της έκφρασης»; Ιδού άλλο ένα ερώτηµα που έκανα πρωτίστως στον εαυτό µου γράφοντας αυτές τις γραµµές.
Δεν επιχειρώ να λύσω τον γρίφο µέσα σε 500 λέξεις – δεν έχω ούτε τα προσόντα, ούτε τις γνώσεις για κάτι τέτοιο. Θέλω, όµως, να σταθώ στο ότι αυτές οι σκέψεις (ξανα)πυροδοτήθηκαν στο µυαλό µου µέσα από µια θεατρική παράσταση. Κι αυτό καθιστά το Θέατρο πολύτιµο και αναγκαίο, ένα ευφάνταστο µέσο προαγωγής της Υγείας – ψυχικής, πνευµατικής και κοινωνικής. Με συνταγογράφηση ή χωρίς. Κι αυτό είναι πάντα της παρούσης.



Μαρία Λυσάνδρου