«Είστε η τελευταία µου πελάτισσα για σήµερα, µετά κλείνω!», µου λέει χαµογελώντας ο οδηγός του ταξί. Είναι 10 το πρωί.
«Πόσες ώρες δουλεύετε σερί;», ρωτάω, έτοιµη να τον συµπονέσω για το 10ωρο (τουλάχιστον) που περιµένω ν’ ακούσω ως απάντηση. «4,5! Και τώρα θα σταµατήσω, γιατί έχω να πάω στις 12 µε τη γυναικάρα µου (sic) για καφέ στη θάλασσα! Μα δεν βλέπετε τι ωραίο ήλιο έχει σήµερα;», µου λέει και µε αφήνει αποσβολωµένη.
Με παρατηρεί από τον καθρέφτη· υποψιάζεται ότι τον θεωρώ τεµπέλη. Σωστά υποψιάζεται.
«Βλέπετε, δεσποινίς, τα πάντα είναι θέµα επιλογής. Απλώς δεν το έχουµε καταλάβει – όπως δεν έχουµε καταλάβει και πολλά άλλα». «Όπως; Είµαι περίεργη…».
«∆εν έχουµε απεριόριστο χρόνο µπροστά µας. Κι όµως, φερόµαστε λες και θα ζήσουµε για πάντα. Στην πραγµατικότητα, καµία από αυτές τις συµπεριφορές δεν είναι δική µας επιλογή», µου λέει συνεχίζοντας να µε παρατηρεί διακριτικά.
Κοιτάζω λίγο πιο προσεκτικά το ταξί – το κοµποσκοίνι που είναι κρεµασµένο στον καθρέφτη, την οικογενειακή φωτογραφία δίπλα στο ντουλαπάκι µε τον ίδιο, τη γυναίκα του και (µετράω) 5… 6… 7 παιδιά.
«Ξέρετε, φέρουµε τα βιώµατα των άλλων, τα βιώµατα των γονιών µας, αλλά και όλων των υπόλοιπων µε τους οποίους ερχόµαστε σ’ επαφή, τα οποία διαµορφώνουν την οπτική µας για τη ζωή. ∆ουλεύουµε σαν σκλάβοι 10ωρα και 12ωρα, γιατί µας έχουν µεταδώσει από τότε που ήµασταν παιδιά ότι έτσι είµαστε ευσυνείδητοι, ότι αυτός είναι ο µόνος τρόπος για να µπορέσουµε να ζήσουµε καλά».
«Ναι, αλλά εσείς είστε και τυχερός, η δουλειά σας επιτρέπει να πιείτε αυτόν τον καφέ µεσηµεριάτικα…».
«Αυτό είναι δικαιολογία. Το θέµα δεν είναι να πας µια καθηµερινή για καφέ!», µε αποστοµώνει.
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο τον τύπο στο διπλανό αυτοκίνητο: 35άρης, καλοντυµένος και απορροφηµένος στο κινητό του. Αυτός, άραγε, πόσες ώρες δουλεύει…;
«Βλέπω ότι έχετε µεγάλη οικογένεια – 7 παιδιά! Να τα χαίρεστε!», προσπαθώ ν’ αλλάξω θέµα συζήτησης, γιατί δεν ξέρω πώς να του φέρω αντίρρηση χωρίς να φανεί ότι είµαι η προσωποποίηση του αντι-προτύπου που περιγράφει.
«Σ’ ευχαριστώ, κορίτσι µου. 6 παιδιά έχω, κι ένα στον ουρανό…».
Αισθάνοµαι αυτόµατα έναν κόµπο στο στοµάχι.
«Γι’ αυτό σου λέω… Βγες λίγο από αυτή τη φούσκα που έχουν φτιάξει άλλοι για σένα, και ζήσε! Ναι, σήµερα θα δουλέψω 4,5 ώρες! Και θα το ξανακάνω ευχαρίστως! Έχω 6 παιδιά και καταφέρνουµε να τα βγάζουµε πέρα µια χαρά µε τη γυναίκα µου – τη γυναικάρα µου, που είναι πάντα εκεί και µας φροντίζει όλους. Και της αξίζει χίλιες φορές να κλείσω το ταξί, Πέµπτη µεσηµέρι, και να την πάω για καφέ στη θάλασσα, να πούµε τα δικά µας!».
Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κάτι που πραγµατικά απόλαυσα, χωρίς να νιώσω ενοχή – επειδή θα µπορούσα εναλλακτικά να τελειώσω εκείνο το κείµενο που είχα στη µέση, ή να καθαρίσω το σπίτι που χρειαζόταν µια καλή γενική; Αναρωτιέµαι. Τι έχω καταλάβει λάθος;
«Εδώ στρίβουµε δεξιά και µ’ αφήνετε», λέω ψάχνοντας το πορτοφόλι µου. Σταµατάµε.
«Κάποιος σε προσέχει από εκεί ψηλά, κορίτσι µου, και µ’ έφερε στον δρόµο σου για να σου τα πω όλα αυτά. Μην αγνοείς τα µικρά “θαύµατα” της ζωής».
«Καλά να περάσετε στη θάλασσα», λέω κατεβαίνοντας.
«Μην αργήσεις σήµερα στο γραφείο», προλαβαίνω ν’ ακούσω την ώρα που κλείνω την πόρτα.
Και ναι: η ιστορία είναι αληθινή.



Μαρία Λυσάνδρου