Γκρίνιαξα. Το οµολογώ. Με το που επέστρεψα από τις διακοπές, την είπα την κουβέντα µου. Άντε πάλι τα ίδια, άντε πάλι δουλειά. Μέχρι που..
…την περασµένη Κυριακή το πρωί, κατεβαίνοντας να πάρω ένα καφέ, συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας µια κυρία, την οποία πετυχαίνω συχνά-πυκνά. Κοντά στα 80 αλλά κοτσονάτη, ευγενική φυσιογνωµία, πάντα καλοντυµένη, η οποία µου δίνει την αίσθηση ότι στα νιάτα της έκανε κάποια σηµαντική δουλειά. Διευθύντρια κάπου; Ίσως.
«Κατέβηκα να πάρω εφηµερίδες, για να διαβάσω να περάσει η ώρα µου…», µου είπε χαµογελώντας. «Μια χαρά το ακούω! Εγώ δουλεύω. Κυριακάτικα…», πήγα να κλαφτώ (πιθανόν σε µια προσπάθεια να κερδίσω και την εκτίµησή της που είµαι τόσο εργατική – τέτοια είµαι).
Και τότε, αντί για κάτι του τύπου «Καηµένο µου κορίτσι, δεν ξεκουράζεσαι καθόλου;», µε αιφνιδίασε λέγοντας: «Τι ωραία που δουλεύεις…». Με νοσταλγία. Ίσως και λίγη ζήλια.
Μούδιασα. Το σκεφτόµουν όλη µέρα. Πόσα πράγµατα θεωρούµε αυτονόητα, για πόσα γκρινιάζουµε, ενώ θα έπρεπε να είµαστε ευγνώµονες. «Μα να είµαι ευγνώµων που δουλεύω κυριακάτικα;».
Να είσαι ευγνώµων επειδή είσαι νέος, αρτιµελής και υγιής, το οποίο σου επιτρέπει να δουλεύεις. Επειδή έχεις δουλειά και µπορείς να βιοπορίζεσαι. Κι επειδή αυτό σε κάνει ενεργό µέλος της κοινωνίας. Και, αν είσαι τυχερός, επειδή έχεις µια δουλειά που αγαπάς, που σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι δηµιουργικός, που κρατάει το σώµα και το µυαλό σου σε εγρήγορση, που σε κάνει να αισθάνεσαι ζωντανός – ακόµα κι αν, κάποιες φορές, σε εξουθενώνει (ακούγεται σαν life coaching, πιστέψτε µε δεν είναι).
Τη φαντάστηκα να κάθεται τα πρωινά στη βεράντα της και, πίνοντας τον καφέ της, να χαζεύει κάτω τους περαστικούς να τρέχουν βιαστικοί προς το µετρό ή να βρίζουν κολληµένοι στην κίνηση επειδή πάλι θ’ αργήσουν στο γραφείο.
Και να εύχεται να ξυπνούσε, έστω για µια µέρα, 35 χρόνια νεότερη, να ετοιµαστεί ξανά γκρινιάζοντας που δεν κατάφερε να κοιµηθεί καλά, να εκνευριστεί που ήταν πήχτρα το λεωφορείο, να θυµώσει που πάλι φορτώθηκε µε έξτρα αγγαρείες, και να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι πτώµα, παρακαλώντας να την αφήσουν όλοι στην ησυχία της να δει τηλεόραση, χωρίς να χρειάζεται να µιλάει σε κανέναν…
Και µετά σκέφτηκα τον εαυτό µου. Να πετυχαίνω µετά από χρόνια µια αντίστοιχη κοπέλα και να τη ζηλεύω που ξυπνάει το πρωί να πάει στη δουλειά. Θα ήθελα να µπορώ να τη ζηλέψω. Διότι ακόµα κι αυτό είναι επίτευγµα. Θα σηµαίνει ότι έτρεξα, κουράστηκα, έπαθα, έµαθα, αποσύρθηκα – και τώρα πέρασα πια σε άλλη πίστα. Η νοσταλγία θα σηµαίνει ότι, τελικά, ήµουν παρούσα σ’ αυτό που µου συνέβαινε, µε τα καλά του και τα κακά του.
Η κυρία αυτή µένει στο ακριβώς από πάνω διαµέρισµα. Καµιά φορά, όταν ακούω βήµατα αργά τη νύχτα, τη φαντάζοµαι να βολεύεται στην αγαπηµένη της πολυθρόνα µε ένα βιβλίο, επειδή δεν την παίρνει ο ύπνος. Κι ενώ βλέπω ότι ούτε εγώ θα γλυτώσω το ξενύχτι και το πρωί θα κουτουλάω στη δουλειά, σκέφτοµαι αυτόµατα εκείνο το «Τι ωραία που δουλεύεις…» που µου είπε. Και µέσα µου κάθε µέρα την ευχαριστώ γι’ αυτό.



Μαρία Λυσάνδρου