Η συναυλία του µπαλκονιού | Απόψεις - planbemag
Plan Be Mag
Η συναυλία του µπαλκονιού
Απόψεις

Η συναυλία του µπαλκονιού

Κυριακή απόγευµα. Το ηµερολόγιο δείχνει καλοκαίρι, ο καιρός δείχνει φθινόπωρο, µε συννεφιές και ψιλόβροχο. Κι ενώ θα έπρεπε να αράζουµε σε ξαπλώστρες στην παραλία, οι περισσότεροι καθόµαστε εγκλωβισµένοι στα διαµερίσµατα, στο κέντρο της Αθήνας, µε τα παράθυρα ανοιχτά – έτσι, για να έχουµε µια ψευδαίσθηση καλοκαιριού που περισσότερο νιώθεις να σε καταπιέζει, παρά να σε παρηγορεί.

Κυριακή απόγευµα. Το ηµερολόγιο δείχνει καλοκαίρι, ο καιρός δείχνει φθινόπωρο, µε συννεφιές και ψιλόβροχο. Κι ενώ θα έπρεπε να αράζουµε σε ξαπλώστρες στην παραλία, οι περισσότεροι καθόµαστε εγκλωβισµένοι στα διαµερίσµατα, στο κέντρο της Αθήνας, µε τα παράθυρα ανοιχτά – έτσι, για να έχουµε µια ψευδαίσθηση καλοκαιριού που περισσότερο νιώθεις να σε καταπιέζει, παρά να σε παρηγορεί.

Και, ξαφνικά, η ησυχία σπάει: «Ξενύχτησα στην πόρτα σου και σιγοτραγουδώ / εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ»… Η φωνή της Μοσχολιού πληµµυρίζει τον δρόµο, µπαίνει από τις µπαλκονόπορτες σαν µυρωδιά από γιασεµί, καλύπτοντας τις εξατµίσεις των αυτοκινήτων που περνούν από κάτω. Και, µε διαφορά δευτερολέπτων, η πιο απρόσµενη, αυθάδικη, «δεύτερη αντρική φωνή»: εκτός τόνου σε βαθµό κακουργήµατος, που όµως φαίνεται «να το ζει» τόσο το τραγούδι, που δεν µπορείς παρά να χαµογελάσεις µ’ αυτό που ακούς.

Είµαι σίγουρη ότι το σουρεαλιστικό αυτό ντουέτο προέρχεται από κάποιο αυτοκίνητο που έχει σταµατήσει στο φανάρι από κάτω, και σηκώνοµαι να κρυφοκοιτάξω. Και τότε τον βλέπω. Σε ένα µπαλκόνι στο ύψος του δικού µου, διαγώνια αριστερά, ένας τύπος µε βερµούδα, χωρίς µπλούζα, µε κάλτσες ψηλές µέχρι το γόνατο και παντόφλες, κάθεται αραχτός µε τα πόδια απλωµένα στο κάγκελο, φορώντας γυαλιά ηλίου (παρά το ψιλόβροχο) και κρατώντας ένα φραπέ στο χέρι.

«Βγες, βγες!», µου φωνάζει θριαµβευτικά που µε τσάκωσε, κι εγώ παθαίνω τέτοια ταραχή, που κρύβοµαι σαν 15χρονο πίσω από την κουρτίνα. Όταν νιώθω τους παλµούς µου να επανέρχονται στο κανονικό, γυρίζω πισω-πατώντας στη σιγουριά του καναπέ, εκτός οπτικού πεδίου του εκκεντρικού τροβαδούρου, αποφασισµένη να µείνω εκεί κολληµένη µέχρι να νυχτώσει.

Το πρόγραµµα συνεχίζεται στην ίδια ένταση – «Η µπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» του Χατζιδάκι, «Το καφενείον η Ελλάς» του Μαρκόπουλου, «Μια πίστα από φώσφορο» του Μικρούτσικου. Όλα συνοδεία ξεκουρδισµένων φωνητικών.

Πατάω παύση στο Netflix (παραείναι επιβλητικό αυτό που συµβαίνει έξω για να το έχω απλά ως µουσική υπόκρουση) και, για κάποιον λόγο, νιώθω την ανάγκη να ξαπλώσω στο πάτωµα και να κλείσω τα µάτια µου, όπως έκανα µικρή τα καλοκαίρια, για να δροσιστώ. «Όνειρα, όνειρα / φλόγες µακρινές µου / του φευγιού µου όνειρα / κι άγνωστες φωνές µου»… γεµίζουν τα αυτιά µου οι στίχοι της Νικολακοπούλου και, παράλληλα µε τον αµανέ της Αλεξίου, ακούω από κάποιο µπαλκόνι µια γυναικεία φωνή και χειροκροτήµατα: «Μας έφτιαξες! Βάλε κι άλλοοο!».

Χαµογελάω. Συνειδητοποιώ ότι η όλη ατµόσφαιρα µού προκαλεί µια ηρεµία, µέσα από µια ιδιότυπη «συναυλία µπαλκονιού» που φαίνεται να έχει παρασύρει όλη τη γειτονιά. Ξανά Μοσχολιού, και µετά Ρίτα Σακελλαρίου, Νταλάρας, Πόλυ Πάνου – τραγούδια που δεν ξέρω αν θα καθόµουν ποτέ να ακούσω από µόνη µου, αλλά που τώρα µοιάζουν τόσο «ταιριαστά», ενώνοντας τόσους ανθρώπους, άγνωστους µεταξύ τους, κι ας ζουν όλοι στον ίδιο δρόµο, ζωντανεύοντας κοινά βιώµατα, αναµνήσεις, χαρές, αγάπες, απογοητεύσεις…

Κι εκεί που έχει αρχίσει να νυχτώνει, σηκώνοµαι. Πάω στην µπαλκονόπορτα και ξανακοιτάζω. Ο τύπος εκεί, σαν να µε περίµενε, γυρνάει προς το µέρος µου και µε χαιρετάει στρατιωτικά. Του κάνω νόηµα «Σ’ ευχαριστώ…», κι εκείνος σηκώνει το –άδειο πια– ποτήρι του φραπέ προς ανταπόδοση.

Τελικά, το «καλοκαίρι» δεν το φέρνει µόνο ο καλός καιρός. Αρκεί λίγη τρέλα, δυνατά ηχεία, µια καλή λίστα τραγουδιών και άνθρωποι τριγύρω µε ανοιχτές καρδιές. Κι ας είναι τραγικά ξεκούρδιστα τα φωνητικά. Δεν θα είχε πλάκα αλλιώς.