Τον τελευταίο καιρό, δεν ξέρω γιατί, βάζω ν’ ακούσω ραδιόφωνο τα βράδια. Στις 2 το πρωί. Μουσική κυρίως, όχι λόγια. Ελληνικά κοµµάτια, ξένα κοµµάτια, ήρεµα, έντονα, χαρούµενα, σπαραξικάρδια… Είχα να το κάνω από φοιτήτρια – από αµνηµονεύτων.
Ενώ πολλοί προτιµούν να προσηλωθούν το βράδυ σε µια σειρά «για να µη σκέφτονται», εγώ, αντιθέτως, συνειδητοποιώ ότι προτιµώ να ακούω ραδιόφωνο ακριβώς για να σκέφτοµαι. Αυτά που θέλω εγώ να σκέφτοµαι, όχι αυτά που η καθηµερινότητα πάει µε το ζόρι να φυτέψει στο µυαλό µου:
Ωραίες, ανέµελες εποχές που «πυροδοτούνται» από τα κλασικά ραδιοφωνικά νυχτερινά throwback· σχέδια για το πού θα ήθελα να ταξιδέψω, κι ας ξέρω ότι ούτε το πρόγραµµά µου, ούτε η τσέπη µου το επιτρέπουν πάντα· πράγµατα που θα ήθελα να µου συµβούν, έτσι απρόσµενα, που θα µε κάνουν να πιστέψω ξανά στο µαγικό ανεξήγητο της ζωής.
Και, µαζί µε τους ήχους του ραδιοφώνου, µαθαίνω ν’ αφουγκράζοµαι τους ήχους του κτιρίου – µια βρύση που ακούω να τρέχει στον πάνω όροφο («να δεις που η κυρία από πάνω πάλι δεν έχει ύπνο»), µια πόρτα που ξεκλειδώνει και πνιχτά γέλια από τους φοιτητές του κάτω ορόφου στον διάδροµο («τι ωραία η φοιτητική ζωή… κι ας φαντάζουν οι εξεταστικές στο µυαλό σου το σοβαρότερο πρόβληµα στον κόσµο…»), κι αυτή την απέραντη ησυχία – τον πιο γοητευτικό και τροµακτικό ήχο ταυτόχρονα, σηµάδι ότι όλοι κοιµούνται, ζώντας µέσα σε ένα όνειρο που το πρωί πιθανόν να έχουν απωθήσει στο υποσυνείδητό τους.
Μα κι όλα αυτά δεν είναι επίσης «ζωή»; Και τι ζωή θα ήταν αυτή, χωρίς µια µελωδία να τη χαρακτηρίζει;
Αν το σκεφτώ καλά, πολλά στιγµιότυπα της ζωής µου, τα οποία το µυαλό µου επέλεξε εντελώς ανεξήγητα να καταγράψει, έχουν πάντα µια ραδιοφωνική µουσική υπόκρουση:
Να παρακολουθώ από το παράθυρο του δωµατίου µου, µαθήτρια, τον παππού µου να περπατάει κάτω στον δρόµο, και στο ραδιόφωνο να παίζει το «Μεθυσµένη πολιτεία».
Να διαβάζω µαθηµατικά στο δηµοτικό, έξω να βρέχει, και στο ραδιόφωνο ν’ ακούγεται το “Voyage voyage”.
Να είµαι ένα πρωί στην Οµόνοια, µέσα σ’ ένα παρκαρισµένο αυτοκίνητο, και στο ραδιόφωνο ν’ ακούγεται το «Λεωφορείο ‘Ο κόσµος’».
Να περπατάω ένα βράδυ στη Βουλιαγµένης µετά τη δουλειά, µε τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, και ξαφνικά να πετυχαίνω σ’ ένα σταθµό το “Io che amo solo te”.
Το αφιέρωµα για το ραδιόφωνο σ’ αυτό το τεύχος, µού φέρνει αυτόµατα στο µυαλό ένα και µόνο τραγούδι, το «Έξοδος κινδύνου» – «Να παίζουν τα ραδιόφωνα τραγούδια για το τίποτα γραµµένα…». Και µαζί δύο σκέψεις:
Το ραδιόφωνο λειτουργεί πάντα ως έξοδος κινδύνου από ό,τι µας ζορίζει, ακόµα κι αν αυτό σηµαίνει ότι θα µας φορτίσει για να µας βοηθήσει να ξεσπάσουµε.
Και κυρίως: Η ψυχή πάντα αντιδρά σε µια µελωδία που ντύνεται µε στίχους. Το soundtrack της ζωής µας φτιάχνεται µε εκατοντάδες σχετικές και άσχετες µελωδίες, µε τις οποίες το ραδιόφωνο «ντύνει» τις στιγµές µας µέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό κι εδώ, χάριν υποστήριξης των λεγοµένων µου, θα διαφωνήσω µε την υπέρτατη Λίνα Νικολακοπούλου που έγραψε τα λόγια: ακόµα κι αν φαινοµενικά δείχνει έτσι, ποτέ ένα τραγούδι δεν είναι για το τίποτα γραµµένο.



Μαρία Λυσάνδρου