Αν το καλοσκεφτούµε, όλη µας η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας για αποδοχή ή/και επικράτηση. Ένας αγώνας από τον οποίον εξαρτάται η ψυχική και σωµατική µας υγεία, η εικονική ή πραγµατική µας ευτυχία, το είναι µας, τα όλα µας.
Από την πρώτη µέρα που γεννιόµαστε ξεκινάµε τη µάχη. Με το πρώτο κλάµα στέλνουµε ξεκάθαρο µήνυµα στους γονείς µας: «Αλάνια µου, τέρµα η ασυδοσία. Τώρα κουµάντο κάνω εγώ. Στο cloud υπάρχει ανεβασµένο το πλήρες πρόγραµµα σίτισης, ρεψιµάτων, ξαλαφρώµατος, ύπνου και ξύπνιου, και αναλυτικά οι σκοπιές που καλείται να κάνει έκαστος κάθε βράδυ. Ευχαριστώ για τη συνεργασία, ψάρακες. Με εκτίµηση, ο µπέµπης σας». Κι όλα αυτά φυσικά, αφού προηγήθηκε η αποδοχή µε δηλώσεις τύπου «Καλωσόρισες στη ζωή µας ψυχούλα µου. Άχου τι κουκλάκι είσαι εσύ!». Και τέτοια.
Όλη µας τη ζωή παλεύουµε να γίνουµε αποδεκτοί. Από δασκάλους και συµµαθητές, από κλίκες και παρέες στο σχολείο, στο πανεπιστήµιο, στη δουλειά. Και παράλληλα, γιατί όχι, να επικρατήσουµε κιόλας. Ποιος δεν θα ‘θελε να είναι το δηµοφιλές αγόρι ή κορίτσι στο σχολείο; Όπως στις αµερικάνικες ταινίες, µε ή χωρίς τον µπιτς-αροχαρακτήρα που συνοδεύει συνήθως τη βασίλισσα του χορού, τον πρίγκιπα του ράγκµπι, τον δούκα της καντίνας. Ποιος δεν θα ήθελε να είναι ο καλύτερος µαθητής, ο πρώτος στις πανελλήνιες, αυτή που θα πάρει το µπόνους επίδοσης στη δουλειά ή αυτός που θα φάει όλους τους λουκουµάδες µε νουτέλλα και ξηρούς καρπούς και λευκή σοκολάτα – σταµάτα, σατανά – κερδίζοντας σε ένα οµαδικό παιχνίδι ή ένα στοίχηµα µε φίλους;
Ποιος αγώνας είναι πιο ψυχοφθόρος; Αυτός της αποδοχής ή αυτός της επικράτησης; Και οι δύο, αλλά αυτός της αποδοχής είναι πιο ζόρικος, πιο πολύπλοκος. Σε κάνει να νιώθεις πάντα την ανάγκη να αποδείξεις κάτι, να πείσεις, να προσαρµοστείς, να υποχωρήσεις, να αφοµοιωθείς, να ταιριάξεις. Δύσκολο άθληµα. Γιατί στην πορεία συνειδητοποιείς πως όλα αυτά που θέλεις, όλα αυτά που αγαπάς, όλα αυτά που νιώθεις, µπαίνουν σε δεύτερη µοίρα, κι εσύ προσπαθείς να «στριµωχτείς» και να «χωρέσεις» σε όνειρα, σκέψεις, συναισθήµατα και απόψεις άλλων, απλά και µόνο γιατί «πρέπει» να ανήκεις κάπου.
Ο αγώνας της επικράτησης σου βγάζει άλλα γούστα, άλλα ένστικτα. Κάποιες φορές ακραία, καθοδηγούµενα από τη µεγαλοµανία και τη δίψα για χρήµα και εξουσία. Κάποιες άλλες, ένστικτα που σχετίζονται µε την επιβίωση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) σε ένα ζόρικο εργασιακό περιβάλλον, την ανάγκη αναγνώρισης των προσόντων µας, την ανασφάλεια που µας πιέζει να δείξουµε ότι είµαστε κι εµείς καλοί σε κάτι, άρα πρέπει να ξεχωρίσουµε.
Και οι δύο αγώνες πάντως κρύβουν ενίοτε ή πάντοτε πολλή αγωνία, φόβο, ένταση, πίεση και µια συναισθηµατική εξάντληση που οδηγεί σε κρίσεις πανικού, ινοµυαλγίες, κεφαλαλγίες, αυτοάνοσα, εφιάλτες, λάθος όνειρα, λάθος ζωή, λάθος τον δρόµο µου πήρα, λάθος κι εσύ το στενό.
Κι όταν κάποια στιγµή φτάσεις στα όριά σου, αρχίζουν οι δεύτερες σκέψεις. Αυτές που σε βοµβαρδίζουν µε ερωτήµατα τύπου «Άξιζε όλο αυτό;», και απαντήσεις τύπου «ό,τι έγινε, έγινε» ή ακόµη και «ναι άξιζε», γιατί στην πορεία έχουµε αποκτήσει φίλους, χρήµατα, θέσεις ευθύνης κ.α. που όµως στην ουσία δεν ξέρουµε αν πραγµατικά µας καλύπτουν ή πώς να χαρούµε τα «τρόπαια» αυτά.
Το ποιοι είµαστε και πώς θα είναι η ζωή µας καθορίζονται από τις µάχες που επιλέγουµε να δώσουµε στην πορεία µας, αλλά και µε ποιους επιλέγουµε να δώσουµε τις µάχες αυτές. Ας προσπαθήσουµε οι «συµπολεµιστές» µας να είναι άτοµα που µας αγαπάνε και µας αποδέχονται γι’ αυτό που είµαστε. Έχοντας κερδισµένη τη µάχη της αποδοχής, ίσως γίνει πιο εύκολη –ή και αχρείαστη ακόµη– αυτή της επικράτησης. Ίσως και όχι…



Θεόδουλος Παπαβασιλείου