Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι ο άνθρωπος που θαυμάζεις για τις πολύπλευρες κινηματογραφικές του γνώσεις· ο άνθρωπος που ζηλεύεις για τις συνεντεύξεις του με όλους τους παγκόσμιους σταρ του κινηματογράφου· ο άνθρωπος που εμπιστεύεσαι για την πάντα ψύχραιμη και εμπεριστατωμένη κινηματογραφική κριτική του. Γι’ αυτό κι εμείς είπαμε να κάνουμε μαζί του μια κουβέντα λίγο διαφορετική: περί κινηματογράφου και υγείας, λοιπόν, ο λόγος. Πώς αντιμετωπίζει το σινεμά τα θέματα υγείας και πόσο το Χόλιγουντ έχει συμβάλει στην ευαισθητοποίηση του κοινού για τα ζητήματα αυτά; Προσεγγίζουν με τον ίδιο τρόπο την υγεία ο αμερικανικός και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος; Ποιες σχετικές ταινίες και ερμηνείες ξεχωρίζει ο ίδιος;
Σσσσς… ησυχία. Αρχίζει το διάβασμα…
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μια θεματολογία που περιστρέφεται γύρω από θέματα υγείας κάνει μια ταινία πιο «βαριά». Κι όμως, είναι πολλά τα παραδείγματα τέτοιων ταινιών που κέρδισαν το κοινό (και πολλά βραβεία επίσης). Που αποδίδετε εσείς γενικότερα αυτό το φαινόμενο;
Είναι απολύτως ανθρώπινο ο θεατής να βρίσκει καταφύγιο σε ιστορίες που προκαλούν ταύτιση. Το σινεμά μάς κάνει να ονειρευόμαστε από τις απαρχές, δημιουργεί κόσμους που θα θέλαμε να κατοικήσουμε αλλά δεν μας είναι εύκολο και, μερικές φορές, ένα σύμπαν φανταστικό που γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι είναι ανέφικτο αν πλησιάσουμε, αλλά μας κάνει να το θαυμάσουμε και να δραπετεύσουμε σε τόπους μακρινούς και εξωπραγματικούς. Τι πιο κοντινό σε μας, ωστόσο, από το αίσθημα συμπόνοιας που προκαλεί ένα προσωπικό δράμα, που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας;
Δεν αποκλείω, βέβαια, την επίσης ανθρώπινη τάση πολλών να νιώθουν ανακούφιση που βλέπουν ένα σοβαρό κινηματογραφικό θέμα υγείας ξέροντας πως συμβαίνει σε κάποιον άλλο, περίπου σαν το δυστύχημα στην άκρη του δρόμου που άθελά μας κρυφοκοιτάζουμε, με ανάμεικτο τρόμο και μακάβρια περιέργεια – κάτι σαν horror, αλλά σε ρεαλιστικά πλαίσια.
Την εξοικείωση με τα ιατρικά θέματα και τους πρωταγωνιστές και από τις δυο πλευρές, γιατρούς και ασθενείς δηλαδή, δεν την έφερε ο κινηματογράφος, αλλά η τηλεόραση με τα medical dramas, που δημιούργησαν μια συγκεκριμένη, κερδοφόρα και πολύ επιτυχημένη κατηγορία: μιλάμε για το “E.R.” και κυρίως για το “Grey’s Anatomy”, που έχει ξεπεράσει τις 20 σεζόν και δεν δείχνει σημεία κόπωσης, κάτι που φανερώνει το σταθερό ενδιαφέρον του κοινού.
Είναι, συγχρόνως, μελετημένα στην ορολογία (αλλιώς θα είχαν καταπέσει σε υπόληψη από το ξεκίνημα, νομίζω) και αρκούντως μελοδραματικά, αποσπώντας την προσοχή με πολλά «περιστατικά», αντί να εξαντλούνται σε ένα ή δυο, χωρίς νευρώδες μοντάζ και πλούσιο σενάριο. Εκ του αποτελέσματος, αποδείχθηκε πως δεν απευθύνονται σε ειδικό κοινό, υποχόνδριους ή σχετικούς με τα ιατρικά επαγγέλματα, αλλά σε όλα τα κοινά, παγκοσμίως.
Είναι πρόκληση ή, ενδεχομένως, και μια ευκαιρία ευρείας καθιέρωσης για έναν ηθοποιό το να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια τέτοια ταινία;
Ίσως παλιότερα, όχι όμως πλέον. Οι κορυφαίοι ηθοποιοί δεν έχουν τα ταμπού που ενδεχομένως υπήρχαν στο παρελθόν, και εμπιστεύονται σκηνοθέτες και σεναριογράφους με τις επιλογές τους, ανεξαρτήτως είδους ή φύσης του ρόλου που καλούνται να υποδυθούν.
Πάντως, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου έχει βραβεύσει με Όσκαρ πρώτου ανδρικού/γυναικείου ρόλου πολλούς πρωταγωνιστές ταινιών που κινούνταν γύρω από θέματα υγείας (π.χ. τον Τομ Χανκς για το “Philadelphia”, την Τζουλιάν Μουρ για το “Still Alice”, τον Άντονι Χόπκινς για το “The Father”, τον Μπρένταν Φρέιζερ για το “The Whale”, τον Μάθιου ΜακΚόναχι για το “Dallas Buyers Club”…). Αν σας ζητούσα να μου πείτε ποια από αυτές τις ταινίες και ποιον πρωταγωνιστή ξεχωρίζετε εσείς (όχι απαραίτητα της ίδιας ταινίας), τι θα μου λέγατε; Και γιατί;
Όλες οι ερμηνείες που αναφέρατε είναι ξεχωριστές και άξιες βράβευσης – αν και, προσωπικά, θα προτιμούσα τον Άντονι Χόπκινς για τα «Απομεινάρια μιας Μέρας», έναντι του Τομ Χανκς για τη «Φιλαδέλφεια» στην απονομή του 1994, αλλά αυτό είναι καθαρά θέμα γούστου!
Εκτός από την τρομερή τους απόδοση, όλες και όλοι τους έριξαν φως στις ασθένειες των χαρακτήρων τους με απροσμέτρητο τρόπο: δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί πόσο επηρέασαν, αλλά είμαι σίγουρος πως λόγω του ονόματος και του εκτοπίσματος του ταλέντου τους, βοήθησαν στο awareness για λεπτομέρειες πολύ σημαντικές, ικανές να σώσουν ζωές ενδεχομένως.
Αν πρέπει να επιλέξω ανάμεσα τους, θα έκανα ειδική μνεία στην τεράστιας ενσυναίσθησης Τζουλιάν Μουρ για το “Still Alice”. Κι αυτό, ακριβώς επειδή επεξεργάστηκε τα σημάδια του Αλτσχάιμερ με τόσο λεπτό και αδιόρατο τρόπο, που δεν υποψιαζόσουν πως μια γυναίκα με το «προφίλ» της πρωταγωνίστριας θα καθηλωνόταν σαρωτικά, θα προδιδόταν από τη γλώσσα που υπηρέτησε με ζήλο, θα ένιωθε τόσο άσχημα κοινωνικά και οικογενειακά, θα διαλυόταν μπροστά στον καθρέφτη, ανήμπορη να αντιδράσει – είναι μια παράσταση που προκαλεί πόνο και δέος.
Και βαθιά υπόκλιση στον Χόπκινς για τον «Πατέρα», χωρίς αμφιβολία. Εκείνη τη χρονιά το φαβορί ήταν ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν που είχε μόλις φύγει από τη ζωή, και όλοι περίμεναν πως, συναισθηματικά, η Ακαδημία θα έκλινε προς εκείνον – είχε, μάλιστα, αφήσει το συγκεκριμένο βραβείο τελευταίο γι’ αυτόν τον λόγο, ως κλου μιας φορτισμένης βραδιάς. Ωστόσο, η κορυφαία ερμηνεία ανήκε στον Άντονι Χόπκινς.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά να το βλέπω με τον γιο μου, ο οποίος τότε δεν παρακολουθούσε, παρά μόνο περιπέτειες. Από τα πρώτα δέκα λεπτά καθηλωθήκαμε, καθώς η ταινία εξελισσόταν ως απρόβλεπτο θρίλερ στους συγκεχυμένους διαδρόμους του μυαλού του πρωταγωνιστή που έπασχε από άνοια, και ποτέ δεν μας επέτρεψε να ξεκαθαρίσουμε την πλοκή, ακολουθώντας τα ξέφωτα και τα σκοτάδια, τη θρυμματισμένη διαύγεια και την τρομακτική επιθετικότητα του γηραιού Άντονι. Κι όταν ζήτησε τη μάνα του με αναφιλητά στο φινάλε, δεν μπορούσα να πιστέψω πως ένας τόσο εγνωσμένης αξίας και χορτασμένος από σπουδαίους ρόλους ηθοποιός έκρυβε τέτοιο απόθεμα ψυχής. Είναι ένα σοκαριστικό έργο για την πιο ύπουλη φρίκη που, δυστυχώς, απηχεί πολύ στους καιρούς μας.
Θα έκανα ειδική µνεία στην τεράστιας ενσυναίσθησης Τζουλιάν Μουρ για το «Still Alice». Και βαθιά υπόκλιση στον Άντονι Χόπκινς για τον «Πατέρα», χωρίς αµφιβολία.
Οι πρωταγωνιστές των ταινιών αυτών κάνουν συνήθως τη δική τους έρευνα για τον ρόλο που αναλαμβάνουν. Καθώς έχετε κάνει συνεντεύξεις με πολλούς από αυτούς, ποιος ήταν εκείνος που σας εντυπωσίασε περισσότερο σε σχέση με τον τρόπο που είχε μελετήσει την ασθένεια του χαρακτήρα του;
Θυμάμαι τον Έντι Ρεντμέιν να επαναλαμβάνει στη συνάντηση που είχαμε στο Λονδίνο αυτό που έχει πει και σε άλλες του συνεντεύξεις πως, όταν μίλησε για πρώτη φορά με τον Στίβεν Χόκινγκ πριν τον υποδυθεί, για να καταπολεμήσει την αμηχανία του, του υπενθύμισε πως είναι αμφότεροι Αιγόκεροι, για να λάβει την απάντηση: «Είμαι αστρονόμος, όχι αστρολόγος!». Ο Ρεντμέιν είχε μελετήσει την περίπτωση ασθενών με αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, για να τεστάρει τη στάση και τις κινήσεις του σώματος, και πέτυχε να διαγράψει την πορεία του ως εκεί. Το ίδιο και ο Μάθιου Μακόναχι, ο οποίος συνάντησε ανθρώπους με προχωρημένο στάδιο του AIDS.
Από την άλλη, είναι δουλειά και προαπαιτούμενο κάθε σοβαρού ηθοποιού, ειδικά όταν καλείται να υποδυθεί έναν αληθινό χαρακτήρα, να παρατηρεί και να καταγράφει λεπτομέρειες ανθρώπινης συμπεριφοράς και κίνησης, ακόμη κι εκείνες που δεν φαίνονται στο γυμνό μάτι.
Η επιρροή του Χόλιγουντ θεωρείται τόσο ισχυρή, ώστε να καθορίζει κοινωνικές τάσεις παγκοσμίως – οπότε, γιατί όχι, και τον «χάρτη» των θεμάτων υγείας που θα απασχολήσουν την Κοινή Γνώμη; Από την ταινία “The Pride of Yankees” του 1942, η οποία πρωτομίλησε για τη νόσο του Lou Gehring – ALS, έως την ταινία “The Whale” του 2022, η οποία συνδυάζει το θέμα της παχυσαρκίας με το κοινωνικό στίγμα και την ψυχική υγεία… γίνεται καμιά ταινία τυχαία, τελικά; (και, όχι, δεν είναι συνωμοσιολογικό το ερώτημα)
Πρόκειται για δυο διαφορετικές περιπτώσεις:
Ο Λου Γκέριγκ ήταν ένας Αμερικανός ήρωας, και η σπάνια, άγνωστη για την εποχή ασθένεια τού προσέθετε δραματικότητα.
Η «Φάλαινα» καταδεικνύει τη στροφή του επονομαζόμενου Χόλιγουντ σε αφανείς αντιήρωες, σε ανθρώπους του περιθωρίου που δεν τολμούν να διαβούν το κατώφλι του σπιτιού τους.
Η ευτυχής συγκυρία δημιουργεί τις εμπορικές επιτυχίες και πιστεύω πως κανένας αλγόριθμος, ή κάποιο αόρατο κέντρο παγκόσμιας συνωμοσίας ενορχηστρωμένου συλλογικού γούστου, δεν μπορεί να προβλέψει τις προτιμήσεις του κοινού. Αλλιώς θα υπήρχαν δοκιμασμένες συνταγές, και κάπως θα τις βρίσκαμε και οι υπόλοιποι!
Η αναπηρία, η κρίσιμη ποιότητα ζωής και το θέμα της ευθανασίας είναι κάτι που απασχόλησε και τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, με κορυφαίο το «Η θάλασσα μέσα μου», με τον Χαβιέρ Μπαρδέμ. Μια ταινία πολυβραβευμένη στην Ισπανία, στο Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά και στις ΗΠΑ με Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα. Βλέπετε διαφορές στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τέτοια ευαίσθητα θέματα ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος, σε σχέση με τον αμερικανικό;
Το θέμα της ευθανασίας απασχολεί ευρύτερα τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο: θίγει το ζήτημα της προσωπικής επιλογής και σε φιλοσοφικό, και σε θεσμικό επίπεδο, αν και δεν βρίσκει ανταπόκριση από το κοινό, όπως διαπιστώσαμε από τη χλιαρότατη υποδοχή των πρόσφατων ταινιών του Κώστα Γαβρά και του Πέδρο Αλμοδόβαρ.
Είναι θέμα σκηνοθέτη, όχι εύκολο εμπορικά, αλλά πιο εφικτό σε μορφή σειράς σε streaming πλατφόρμα, αν μιλάμε για αμερικανική παραγωγή, παρά σε ακριβή ταινία για αίθουσες.
Την εξοικείωση µε τα ιατρικά θέµατα δεν την έφερε ο κινηµατογράφος, αλλά η τηλεόραση µε τα medical dramas.
Συχνό κινηματογραφικό θέμα αποτελεί και η ψυχική υγεία – από το “A Beautiful Mind” και το “Girl Interrupted”, μέχρι το “Joker”, όλες επίσης οσκαρικές ταινίες. Ωστόσο, έχω μια εντύπωση ότι αρκετές ταινίες, στον βωμό της «ερμηνείας» και της έντασης, είναι πιθανό να παγιώνουν μια φοβική εικόνα απέναντι στα άτομα με τέτοιες διαταραχές, παρά να συμβάλλουν τελικά στην κατανόησή τους. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Οι εποχές που οι ψυχικές διαταραχές ισοπεδώνονταν κάτω από τη γενική ομπρέλα της τρέλας έχουν παρέλθει. Οι εκφάνσεις είναι πολλές και ποικίλες, από την παραισθητική ιδιοφυία του Νας και την κοινωνιολογική εκδίκηση του Τζόκερ, μέχρι την αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην πίστη και την επιστήμη, όπως καταγράφεται πανέξυπνα (και παμπόνηρα) στον «Εξορκιστή».
Σε ένα άλλο επίπεδο ποιότητας, αν ο θεατής που βλέπει τη νιοστή εκδοχή του «Σχιζοφρενή Δολοφόνου με το Πριόνι» δεν καταλαβαίνει πως πρόκειται για αβαρές exploitation, τότε μάλλον περιμένει να τον σώσουν οι Avengers από την τρικυμία του!
Η ευαισθητοποίηση του κοινού, όμως, δεν προέρχεται μόνο μέσα από τις ταινίες, αλλά και από τις προσωπικές ιστορίες των ίδιων των ηθοποιών. Μεγάλοι σταρ, όπως ο Μάικλ Τζ. Φοξ, ο Έρικ Ντέιν και η Σέλμα Μπλερ, επιχείρησαν να ενημερώσουν το κοινό σχετικά με τις ασθένειές τους. Παράλληλα, περιπτώσεις όπως του Μπρους Γουίλις και της Κριστίνα Άπλγκεϊτ, συγκινούν πολλούς. Θέλω λίγο τη δική σας οπτική πάνω στο φαινόμενο αυτό.
Είναι από τις θετικότατες πρακτικές του Χόλιγουντ η παραδειγματική δημοσιοποίηση μιας ασθένειας, που εμπεριέχει και το προσωπικό δράμα, για ευαισθητοποίηση και γνώση. Αποτελεί κομμάτι της αμερικανικής τάσης προς την αλληλλεγγύη της κοινότητας την οποία πιο «οικογενειακές» και παραδοσιακές κοινωνίες, όπως οι δικές μας, τώρα αποκτούν σταδιακά, ειδικά σε καιρούς εκτεταμένης κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και αν προκαλούν τη συγκίνηση για ίδιον όφελος, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει.
Βέβαια, κρίνω πως σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωτικό για όλους: ο καθένας έχει τη δική του ερμηνεία για το απόρρητο της υγείας, όπως με την ιδιωτικότητα του πένθους ή το μοίρασμα της προσωπικής του χαράς.



Μαρία Λυσάνδρου