«Μπορώ να καταλάβω πολύ περισσότερα πράγµατα για κάποιον όταν δεν µιλάει, παρά όταν µιλάει. Οι άνθρωποι δίνουµε πληροφορίες µε διάφορα µέσα, πέρα από τον λόγο – µε το σώµα, µε την ενέργεια, µε τη διάθεση, µε τον τόνο…», µου λέει ο Δηµήτρης Αλεξανδρής. Αρκεί ο απέναντι να είναι παρατηρητικός. Και να «διαβάζει» τα σηµάδια.
Αυτή η συζήτηση µε τον Δηµήτρη περί «αποκρυπτογράφησης» της µη λεκτικής ανθρώπινης συµπεριφοράς, αν και έγινε υπό εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, µε έβαλε σε σκέψεις:
Ακούγοντας πρόσφατα για τη δολοφονία της 29χρονης κοπέλας έξω από το αστυνοµικό τµήµα στους Αγίους Αναργύρους, αναρωτιέσαι πώς γίνεται να συµβαίνουν ακόµα τέτοια αποτρόπαια περιστατικά, σε µια εποχή που, κάθε τρεις και λίγο, υπεραναλύεται το θέµα της έµφυλης και ενδο-οικογενειακής βίας από όλων των ειδών τις εκποµπές – σχετικής θεµατολογίας ή όχι, µε καταρτισµένους ως προς τον ψύχραιµο χειρισµό τέτοιων σοβαρών θεµάτων συντελεστές ή όχι, δεν είναι της παρούσης να το αναλύσουµε. Σηµασία έχει ότι όλοι συζητάµε γι’ αυτά. Και όλοι είµαστε έξαλλοι µε την κατάσταση. Μόνο που ξεχνάµε κάτι βασικό: Eµείς είµαστε «η κατάσταση».
Και αυτού του είδους η παρατήρηση, για την οποία µιλάει ο Δηµήτρης, θα µπορούσε να είναι ένα ισχυρό προληπτικό µέσο απέναντι σε όσα γίνονται.
Πότε σταµατήσαµε να παρατηρούµε τους διπλανούς µας; Και, κυρίως, γιατί;
Μια κοπέλα που περνάει δύσκολα, τόσο δύσκολα, φωνάζει «βοήθεια» µε χίλιους δυο τρόπους, χωρίς καν να ανοίξει το στόµα της. Ένα ελαφρύ τρέµουλο στα χέρια όταν κρατάει το κινητό ή όταν πάει να γράψει· µια «µαζεµένη» στάση σώµατος όταν κάθεται στο γραφείο ή στο µετρό· µια υπερ-ευαισθησία στο απρόσµενο άκουσµα ενός έντονου θορύβου· µια αµυντική στάση σώµατος όταν πας να την πλησιάσεις…
Είµαστε τόσο απορροφηµένοι από τα δικά µας προβλήµατα, από το κινητό µας, από τη µουσική ή τα podcast που ακούµε περπατώντας στον δρόµο, οδηγώντας ή κάνοντας γυµναστική, µε αποτέλεσµα να αποµονωνόµαστε από τον υπόλοιπο κόσµο. Και µπορεί αυτό να το κάνουµε συνειδητά µεν, επειδή έχουµε ανάγκη να κρατήσουµε απόσταση από τοξικούς ανθρώπους και καταστάσεις, έτσι όµως κρατάµε απόσταση κι από κάποιους που ενδεχοµένως να µας χρειάζονται. Και που το επικοινωνούν µε κάθε τρόπο, αλλά εµείς δεν είµαστε ποτέ πραγµατικά «εκεί» για να το δούµε.
Από την άλλη, πόσες φορές µπορεί κανείς να µιλάει συνεχώς, παρουσιάζοντας µια εξωραΐσµένη εικόνα για τον εαυτό του, η οποία σηκώνει τουλάχιστον προβληµατισµό; «Ο λόγος συχνά είναι παραπλανητικός», λέει ο Δηµήτρης. Και δεν έχει άδικο.
Ο εξωραϊσµός των δεδοµένων της ζωής σου µπορεί επίσης να αποτελεί µια «κραυγή για βοήθεια». Δεν µπορεί να λες συνεχώς πόσο τέλεια είναι όλα στο σπίτι και, παράλληλα, να κουνάς το πόδι νευρικά. Ούτε έξω να έχει 30 βαθµούς, κι εσύ να επιµένεις να φοράς µακρυµάνικα και να τραβάς πεισµατικά τα µανίκια σου (για να κρύψεις ένας Θεός ξέρει τι…). Αλλά, και πάλι, αυτό προϋποθέτει ο θεατής να έχει τις κεραίες του τεντωµένες.
Δεν λέω ότι η παρατήρηση των άλλων είναι πανάκεια. Θα µπορούσε, όµως, να σε προϊδεάσει για κάτι που βλέπεις και «δεν σου κολλάει». Και, κυρίως, να σε κινητοποιήσει, µη αφήνοντάς σε να πέσεις στην παγίδα τού «Άσε, πού να µπλέκω τώρα…».
Κι ας µην ξεχνάµε: Κανένας δεν µπορεί να ελέγξει απόλυτα τα σήµατα που εκπέµπει. Κάποιες στιγµές, υποσυνείδητα, ίσως να έχουµε κι εµείς ανάγκη κάποιος να µας «αφουγκραστεί». Φτάνει να κλείσει το κινητό και να κοιτάξει απέναντι.



Μαρία Λυσάνδρου