Έχουµε εθιστεί στο εύκολο συµπέρασµα και στην ανάγκη να πούµε κάτι. Λες και µας επιβάλλει κάποιος να έχουµε άποψη επί παντός επιστητού. Και δεν µιλάω για τις απλές και ταπεινές απόψεις τύπου «θεάρα είσαι φιλενάδα µου», «τα σπας µπρο!», «Awwww!!2!1@!» που θα γράψουν κάτω από ένα ποστ οι φίλοι, γνωστοί και λοιποί συγγενείς. Μιλάω γι’ αυτές που έχουν την τάση να κρίνουν και να επικρίνουν, να βγάζουν µία ανεξήγητη ζήλεια ή κακία, ή ακόµη κι αυτές που µπορεί να διατυπώνονται µε τάχα καλή πρόθεση και χιούµορ, αλλά φέρνουν σε άβολη θέση τους άλλους.
Να ξεκινήσουµε από το πιο απλό. Ανεβάζεις ένα στόρι στο Instagram µε ηλιοβασίλεµα, ένα ποτήρι κρασί, από µία έξοδο, από ένα ταξίδι, από κάτι χαρούµενο τελοσπάντων. Κι εκεί θα σκάσουν ένα δύο και τρία και τέσσερα παιδιά να σου πετάξουν ένα «ζωάρα» ή, το ακόµη χειρότερο, «τη ζωή σου να ‘κανα».
Κάτσε, ρε πσυχούλα µου. Ποια ζωή µου να ’κανες ακριβώς; Αυτή των δευτερολέπτων που βλέπεις στα social media ή εκείνη που δεν ανεβαίνει ποτέ; Γιατί, αν µιλάµε για τη δεύτερη, να σου πω ότι δεν έχει φίλτρα και tags και hashtags. Έχει πρωινά δύσκολα, deadlines και ζόρια, υποχρεώσεις που σου στερούν τον ύπνο, µικρές ή µεγάλες προσωπικές µάχες που δεν γίνονται reels, γιατί κανένα engagement δεν θα τις κάνει πιο εύκολες.
Αλλά όχι. Εσύ είδες ένα ποτήρι κρασί και αποφάσισες ότι ζω σε άλλο κόσµο, σε µόνιµες διακοπές, χαρές και πανηγύρια. Και θα µου πεις τώρα: «Ε, αφού έτσι λειτουργούν τα social media. Τι τα ανεβάζεις κι εσύ και προκαλείς;». Από πότε, πσυχούλα µου, η χαρά έγινε πρόκληση;
Γιατί πρέπει να µπω σε διαδικασία να φιλτράρω αυτό που θέλω να πω, σκεπτόµενος το πώς θα το εκλάβουν οι άλλοι; Και τι να κάνουµε, δηλαδή; Να µην ανεβάζουµε τίποτα χαρούµενο, να ποστάρουµε µόνο µίρλα, για να είµαστε socially acceptable; Ινάφ…
Ακόµη και τους influencers που, πολλές φορές, προβάλλουν επιδεικτικά µια υπερτέλεια και υπερχλιδάτη ζωή, γιατί να τους κράξεις; Απευθύνονται σε συγκεκριµένο κοινό. Αν θεωρείς ότι δεν ανήκεις σε αυτό, τα κουβαδάκια σου και πάνε σε άλλο προφίλ, πσυχούλα µου.
Αυτά είναι τα λάιτ. Καταπιεστικά µεν, αλλά λάιτ. Η ανάγκη για αρνητική κριτική, για να πούµε την αποψάρα µας, σκάει και στα πιο σοβαρά. Στη φάση που περνάµε, από το «τη ζωή σου να ‘κανα», στο «ναι, αλλά τι ζωή έκανε;», όταν ερχόµαστε αντιµέτωποι µε τραγικά περιστατικά βιασµών ή και θανάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, µάλιστα, το κακό σχόλιο, αυτό το βεβιασµένο και συγκεκαλυµµένα ή απροκάλυπτα επικριτικό, έχει µία «εµµονή» µε τις γυναίκες. Αυτές προκαλούν, αυτές τα ‘θελαν και τα ‘παθαν, αυτές προκάλεσαν µε το ντύσιµο, τη συµπεριφορά τους και τη ζωάρα που έκαναν.
Δεκάδες τέτοια παραδείγµατα, µε πιο πρόσφατο το τραγικό περιστατικό µε τον θάνατο της Μυρτούς στην Κεφαλονιά. Κι εκεί που πρέπει να σεβαστείς, να σωπάσεις, να αναρωτηθείς τι πάει στραβά στην κοινωνία µας, να νιώσεις τον πόνο των γονιών, των φίλων, τον πόνο της απώλειας ενός νέου ανθρώπου, θα πεταχτείς και πάλι να πεις το δικό σου. Να κρίνεις, να αποφασίσεις, γιατί εσύ, ο άσπιλος και αµόλυντος, θεωρείς ότι έχεις δικαίωµα να καταδικάζεις έχοντας για σφυρί ένα πληκτρολόγιο και ως µάρτυρες το κόµπλεξ και την αδυναµία σου να ζήσεις και να νιώσεις ουσιαστικά.
Δεν είναι υποχρεωτικό να πεις κάτι. Δεν θα σε αποβάλουν από τα social media αν δεν πετάξεις τη µαλακία σου. Χαλάρωσε. Αν δεν µπορείς να χαρείς µε τη χαρά του άλλου, να λυπηθείς µε τη λύπη του, να ταραχτείς από µία απώλεια, άραξε στον καναπέ σου και σώπασε. Κι εδώ θα έρθω κι εγώ, µε τη σειρά µου, να σου πω: τη ζωή σου να ’κανα.



Θεόδουλος Παπαβασιλείου