Το “Killing Godot” μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών | Έξοδος - planbemag.gr
Plan Be Mag
Έξοδος

Το “Killing Godot” μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών

Το “Killing Godot” είναι μια τελετουργία αποχαιρετισμού: ο Νίκολας Καζάν, γιος του θρυλικού Ελία Καζάν και βραβευμένος συγγραφέας με θεατρικό και κινηματογραφικό DNA, υπογράφει ένα έργο ποε έρχεται να δώσει το δικό του τέλος σε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του Σάμιουελ Μπέκετ. Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και ο Νίκος Καμτσής ενσαρκώνουν τους Εστραγκόν και Βλαντιμίρ 70 χρόνια μετά, σε μια ποιητική αλληγορία για το Θέατρο, τον Χρόνο και την Ύπαρξη. Οι δύο ηθοποιοί μας βοηθούν να δούμε το έργο μέσα από τη δική τους ματιά, καταδυόμενοι στον κόσμο των δύο εμβληματικών ηρώων, μέσα στον οποίο είναι σίγουρο ότι κάπου θα συναντήσουμε τον εαυτό μας.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Το “Killing Godot” είναι μια τελετουργία αποχαιρετισμού: ο Νίκολας Καζάν, γιος του θρυλικού Ελία Καζάν και βραβευμένος συγγραφέας με θεατρικό και κινηματογραφικό DNA, υπογράφει ένα έργο ποε έρχεται να δώσει το δικό του τέλος σε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του Σάμιουελ Μπέκετ. Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και ο Νίκος Καμτσής ενσαρκώνουν τους Εστραγκόν και Βλαντιμίρ 70 χρόνια μετά, σε μια ποιητική αλληγορία για το Θέατρο, τον Χρόνο και την Ύπαρξη. Οι δύο ηθοποιοί μας βοηθούν να δούμε το έργο μέσα από τη δική τους ματιά, καταδυόμενοι στον κόσμο των δύο εμβληματικών ηρώων, μέσα στον οποίο είναι σίγουρο ότι κάπου θα συναντήσουμε τον εαυτό μας.

Οι δύο γηραιοί ηθοποιοί στη σκηνή δείχνουν να έχουν φωλιάσει μέσα στους ρόλους τους ως Εστραγκόν και Βλαντιμίρ», αναφέρεται στην περιγραφή του έργου. Μια πιο προσωπική ερώτηση, για αρχή: Πόσο εύκολα μπορεί ένας ρόλος να σε στοιχειώσει – και γιατί; Σας έχει συμβεί ποτέ;

Δημήτρης Φραγκιόγλου: Ο πιο συνηθισμένος λόγος που ένας ρόλος «στοιχειώνει» έναν ηθοποιό είναι η επανάληψη. Η επανάληψη που έρχεται ως επακόλουθο της επιτυχίας. Επιτυχία στην αρχή καλλιτεχνική και μετά εισπρακτική.

Παίζεις λοιπόν, «ένα έργο – έναν ρόλο» ξανά και ξανά, επειδή έχει κάνει επιτυχία καλλιτεχνική και εισπρακτική. Και παγιδεύεσαι με κάποιο τρόπο. Έχω συμμετάσχει σε παραστάσεις που έχουν επαναληφθεί, αλλά επειδή τις περισσότερες φορές μεσολαβούσε κάποια διακοπή, δεν έχω νιώσει ποτέ το «φτάνει! Ως εδώ».

Νίκος Καμτσής: Ένας ρόλος μπορεί να σε στοιχειώσει όχι γιατί τον θυμάσαι, αλλά γιατί συνεχίζει να σε παίζει εκείνος. Όταν ένας ηθοποιός τον κουβαλά χρόνια, ο ρόλος αρχίζει να αναπνέει μέσα του – σαν σκιά που δεν φεύγει ούτε στο φως. Στο Killing Godot αυτό το φαινόμενο γίνεται κυριολεξία: δύο ηθοποιοί εγκλωβισμένοι για δεκαετίες στους Εστραγκόν και Βλαντιμίρ, ανίκανοι να διακρίνουν πια αν υποδύονται ή αν υπάρχουν. Είναι το θέατρο που τους έχει καταπιεί, και αυτοί που το κρατούν ζωντανό με την εμμονή τους.

Μου έχει συμβεί τόσες φορές, όσες και οι ρόλοι που έχω παίξει στα 49 χρόνια που βρίσκομαι στο θέατρο. Αλλά και όταν τελειώνει το έργο και η παράσταση, μου έχει συμβεί πάρα πολλές φορές να εμφανιστεί μετά από χρόνια ο ρόλος και να μου θυμίσει κάτι που έλεγε «τότε». Αυτό το τότε το βάζω εντός εισαγωγικών, διότι ο χρόνος ζωής του ρόλου δεν είναι συγκεκριμένος όπως ο βιολογικός μας χρόνος. Ζει ακόμη και αφού κρεμάσεις οριστικά το κοστούμι στην κρεμάστρα, ακόμη και μετά το δικό σου βιολογικό θάνατο. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια μνημονεύουμε, για παράδειγμα, τον Λόρενς Ολίβιε στον Άμλετ, η τον Αιμίλιο Βεάκη στον Βασιλιά Ληρ, την Παξινού στην Εκάβη ή στη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ.

Αυτή τη ρευστότητα του χρόνου την πέτυχε ο Νίκολας Καζαν. Το Killing Godot μιλά ακριβώς γι’ αυτό – για τη στιγμή που το θέατρο γίνεται τρόπος ύπαρξης, μια αναμονή χωρίς τέλος, μια εσωτερική σκηνή όπου ο Εστραγκόν και ο Βλαντιμίρ είναι κομμάτια όλων μας.

Ίσως, τελικά, οι ρόλοι που μας στοιχειώνουν, είναι κι αυτοί που μας κρατούν ζωντανούς.

Το έργο ανήκει στον γιο του μεγάλου σκηνοθέτη Ελία Καζάν και σεναριογράφο μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών, Νίκολας Καζάν, και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτό.

Δ.Φ.: Το έργο έχει κάτι που σε κερδίζει από την πρώτη ανάγνωση. Μιλάει για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου με απλότητα και χιούμορ. Αυτό με γοήτευσε σε αυτό έργο. Συγχρόνως είναι πολύ μεστό. Ακροβατεί και καταφέρνει να ισορροπήσει πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Αντιπαραθέτει την τρέχουσα εκδοχή του εαυτού μας με τον εαυτό μας που θα μπορούσε να έχει όλα όσα έχει ονειρευτεί.

Ν.Κ.: Αν και προέρχεται από μια θρυλική κινηματογραφική οικογένεια, ο Νίκολας Καζάν έχει χαράξει μια ξεχωριστή πορεία στο σινεμά, με σπάνια θεατρική πυκνότητα γραφής. Η καταγωγή του τον συνδέει μοιραία με τον μύθο του Ελία Καζάν, όμως και το δικό του έργο ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο· και είναι τεράστιο, με σενάρια σε έργα πολύ γνωστά, που προτάθηκαν για Όσκαρ και ένα θεατρικό έργο επίσης αξιόλογο. Εγώ μπορώ να το ισχυριστώ αυτό, γιατί έχω δουλέψει σε τρία έργα του και έχω ανεβάσει δύο από αυτά. Μάλιστα το ένα, BLOOD MOON, δύο φορές.

Το Killing Godot, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς ένα έργο∙ είναι μια τελετουργία αποχαιρετισμού. Ο Νίκολας Καζάν παίρνει το πιο εμβληματικό θεατρικό σύμπαν του 20ού αιώνα και το οδηγεί στο ύστατο του στάδιο – εκεί όπου οι ηθοποιοί, μετά από εβδομήντα χρόνια αναμονής, δεν περιμένουν πια κανέναν. Αναμετρώνται με τον ίδιο τον ρόλο τους, με το τέλος της προσποίησης, με τη φθορά του θεάτρου και της πίστης.

Το έργο κινείται ανάμεσα στο παράλογο, το μαύρο χιούμορ και τη μεταφυσική συγκίνηση. Μια σειρά συμπτώσεων τα έφερε έτσι, που θα παίζω τον έναν από τους τρεις ρόλους του έργου. Μαζί με τον Δημήτρη Φραγκιόγλου και τη Ναταλί Φλουρή επιδιώκουμε με ακρίβεια και τρυφερότητα την εμμονή των καλλιτεχνών να παραμένουν πάνω στη σκηνή, ακόμη κι όταν ο Γκοντό –όποιος και αν είναι αυτός, ο Θεός ή κάποιος άλλος… μύθος– έχει πια πεθάνει.

Στο αρχικό έργο του Μπέκετ, η αναμονή κατέχει κεντρική θέση, συνδεόμενη σε πολλές αναλύσεις με την απουσία νοήματος και σκοπού στη σύγχρονη ζωή. Το έργο αυτό έρχεται να ενισχύσει ή να δώσει μια ελπίδα, έστω, κατάρριψης αυτής της οπτικής;

Δ.Φ.: Το έργο μας ενθαρρύνει να είμαστε αυτεξούσιοι και να μην περιμένουμε μια έξωθεν βοήθεια για να διορθώσουμε τη ζωή μας. Ένα μεγάλο μέρος της ταυτότητάς μας νιώθει ότι συγκρατείται από τα θεμέλια που έχουμε χτίσει μέσα από τις προσκολλήσεις μας. Οι προσκολλήσεις είναι που μας κρατούν χαμηλά και μας αφήνουν κολλημένους στο παρελθόν. Και καταφέρνουν τελικά να μας επιβαρύνουν με την ψευδαίσθηση μιας σισύφειας ζωής.

Ο πόνος και ο φόβος έχουν τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε, αν θέλουμε να ανθίσουμε. Αρκεί να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε όλα όσα μας κρατούν πίσω και να τα κάνουμε στην άκρη.

Ν.Κ.: Το Killing Godot δεν έρχεται να καταρρίψει τον Μπέκετ· τον συνεχίζει. Ανοίγει έναν ασύλληπτο διάλογο μαζί του. Αλλάζει την έννοια της αναμονής συνδυάζοντας τη με τη δημιουργία. Τη δημιουργία σαν μοίρα. Λέει: «Ναι, περιμένουμε. Αλλά περιμένοντας ας δημιουργήσουμε κάτι. Οτιδήποτε, μικρό η μεγάλο, δεν έχει σημασία». Αλλάζει τον άξονα της αναμονής: από υπαρξιακή ματαιότητα, γίνεται πείσμα για ζωή. Δεν είναι μια απραξία, αλλά ένας οργασμός.

Γι΄ αυτό και ιδιοφυώς βάζει στην σκηνή μία γυναίκα. Φωτεινή και θρασύτατη. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια τον Γκοντό – περιμένουν κάτι πιο ασαφές, ίσως το ίδιο το θέατρο να τους ξαναζωντανέψει. Ο χρόνος έχει μεν λιώσει και ρευστοποιηθεί  γύρω τους, μα εκείνοι εξακολουθούν να παίζουν, να γελούν, να θυμούνται ατάκες σαν προσευχές. Μέσα σε αυτή τη φθορά γεννιέται μια παράδοξη ελπίδα: πως ακόμη κι όταν το νόημα χάνεται, η πράξη της δημιουργίας παραμένει νόημα από μόνη της.

Ο Καζάν δείχνει πως δεν υπάρχει «έξοδος» από τον κύκλο του Μπέκετ, αλλά υπάρχει επιβίωση μέσα του. Το Killing Godot δεν προτείνει λύση, προτείνει αντοχή. Το υποδόριο  χιούμορ του γίνεται άμυνα απέναντι στην ακινησία, μια ειρωνική γιορτή της ανθρώπινης εμμονής να συνεχίζει. Αν στον Μπέκετ η αναμονή ισοδυναμεί με μαρτύριο, εδώ γίνεται απόδειξη ζωής: το ότι οι ήρωες είναι ακόμη εκεί, μετά από εβδομήντα χρόνια, σημαίνει ότι κάτι μέσα τους –κι άρα μέσα μας– δεν παραιτείται ποτέ.

Killing Godot” είναι ο τίτλος της παράστασης. Αναρωτιέμαι: Μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει υγιώς, συναισθηματικά και πνευματικά τουλάχιστον, εάν μέσα του «σκοτώσει» την πίστη για τον ερχομό ενός καλύτερου μέλλοντος; Ή μήπως αυτή η ισοπέδωση της πίστης, τελικά, είναι βασική προϋπόθεση για να ζήσει ουσιαστικά;

Δ.Φ.: Η πίστη για ένα καλύτερο μέλλον και η προσδοκία για μια καλύτερη ζωή ήταν και θα είναι το καθημερινό καύσιμο του ανθρώπου, εδώ και αιώνες. Ωστόσο, κάποιες φορές το «καύσιμο» αυτό μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και να οδηγήσει στη δυστυχία. Στις μέρες μας το βλέπουμε να συμβαίνει και να επαναλαμβάνεται. Θα έλεγα, λοιπόν, αυτό που λέει ο Κερτ Βόνργκατ: «Ένα βήμα προς τα πίσω, όταν έχεις πάρει λάθος στροφή, είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ν.Κ.: Ο τίτλος Killing Godot δεν δηλώνει την απόρριψη της πίστης, αλλά την ανάγκη να την επαναπροσδιορίσουμε. Ο «φόνος» του Γκοντό είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να περιμένει σωτήρες –θεούς, ιδεολογίες, υποσχέσεις– και αναλαμβάνει ο ίδιος το βάρος της ύπαρξής του. Δεν πρόκειται για κυνισμό, αλλά για ωριμότητα. Όταν σκοτώνεις την αυταπάτη του “κάποτε”, μπορείς επιτέλους να ζήσεις το “τώρα”.

Η απουσία πίστης δεν σημαίνει απελπισία· σημαίνει ότι το νόημα δεν χαρίζεται, χτίζεται. Οι ήρωες του Καζάν δεν έχουν πια καμία ψευδαίσθηση πως ο Γκοντό θα φανεί. Κι όμως, επιμένουν να στέκονται στη σκηνή, να μιλούν, να παίζουν. Εκεί κρύβεται η νέα μορφή πίστης – όχι σε έναν απόντα θεό, αλλά στην ίδια την πράξη της ζωής και της δημιουργίας.

Ο φόνος του Γκοντό είναι, στην πραγματικότητα, μια αναγέννηση. Για να ζήσει κανείς ουσιαστικά, πρέπει να σκοτώσει το φάντασμα της αναμονής. Να πάψει να ζητά απαντήσεις «άνωθεν» και να αρχίσει να τις παράγει μέσα του. Μόνο τότε το θέατρο –και η ζωή– αποκτούν ξανά υπόσταση.

Πείτε μου δυο λόγια ο καθένας για τον χαρακτήρα του στο έργο… Έχουν μάθει κάτι για τη ζωή μετά από 70+ χρόνια αναμονής;

Δ.Φ.: Ο χαρακτήρας που υποδύομαι, μετά από 70 χρόνια αναμονής, έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Τον βασανίζουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Και διαρκώς αναρωτιέται…

Ν.Κ.: Μετά από εβδομήντα χρόνια αναμονής, ο Ζίγκι (ή Ζετ από το άγνωστος Ζετ της Άλγεβρας, γιατί ο άλλος ρόλος είναι ο Χι) έχει μάθει πως η ζωή δεν προσφέρει λύσεις – μόνο ευκαιρίες να αντέξεις. Κρατάει μία αφέλεια, ένα βιτριολικό χιούμορ, αλλά και μία κριτική ματιά σαν άμυνα. Δεν του λείπει η τρυφερότητα σαν μνήμη. Πιστεύει ότι, όσο περιμένεις, δεν έχεις ακόμη παραιτηθεί από τον εαυτό σου.

Η περιγραφή του έργου κάνει λόγο και για τη συντριπτική μοναξιά του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Αυτό πώς μπορεί να «μιλήσει» στην καρδιά του κοινού; Μπορεί κάποιος μη ηθοποιός να «δει» σ’ αυτό τον εαυτό του;

Δ.Φ.: Η μοναξιά του ηθοποιού πάνω στην σκηνή μιλάει στον θεατή με τον δικό της τρόπο. Δεν χρειάζεται λόγια για να γίνει αντιληπτή και να τον ταρακουνήσει. Η μοναξιά, όσο και να προσπαθούμε να την κρύψουμε ή να την πασπαλίσουμε με την αστερόσκονη της κατανάλωσης, είναι εκεί. Υπάρχει και είναι αναγνωρίσιμη. Πιστεύω ότι στο Killng Godot ο θεατής θα δει και θα αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του.

Ν.Κ.: Η μοναξιά του ηθοποιού στη σκηνή είναι η πιο εκτεθειμένη μορφή ανθρώπινης ύπαρξης – και γι’ αυτό αγγίζει βαθιά το κοινό. Κάθε άνθρωπος έχει σταθεί κάποτε κάτω από ένα φως, περιμένοντας ένα βλέμμα, μια απάντηση, μια δικαίωση. Διότι το ζει αυτό δημόσια, ξανά και ξανά, σαν τελετουργία. Για αυτό ο Ζενέ τον έχει αναβιβάσει σε Άγιο. Και πράγματι είναι, γιατί ζει την μοναξιά του, τα πάθη του για λογαριασμό του κάθε θεατή.

Στο Killing Godot, αυτή η μοναξιά γίνεται καθρέφτης: δύο άνθρωποι πάνω στη σκηνή αναμετρώνται με το κενό, με τον χρόνο, με την απουσία του Θεού και του νοήματος. Το κοινό αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτόν τον αγώνα – την ανάγκη να ακουστεί, να υπάρξει, να συνεχίσει παρ’ όλη τη σιωπή. Δεν χρειάζεται να είσαι ηθοποιός για να νιώσεις αυτή τη σιωπηλή κραυγή· αρκεί να έχεις δοκιμάσει ποτέ να μιλήσεις και να μη λάβεις απάντηση. Εκεί, στη ρωγμή ανάμεσα στη φωνή και στην απουσία, γεννιέται το θέατρο.

Πού και πότε μπορούμε να δούμε, λοιπόν, το “Killing Godot”;

Δ.Φ.: Θα μας βρείτε στο Θέατρο Τόπος Αλλού, που φέτος συμπληρώνει 25 χρόνια συνεχούς παρουσίας στο θεατρικό τοπίο της Αθήνας. Η πρεμιέρα μας προγραμματίστηκε για τις 21 Νοεμβρίου. Θα παίζουμε κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 20:30.

Ν.Κ.: Το Θέατρο Τόπος Αλλού βρίσκεται στη θρυλική Θεατρογειτονιά της Κυψέλης. Θα μας βρείτε στην οδό Κεφαλληνίας 17 (τηλ.: 210 8656004).

Plan Be Mag
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.