Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης με αιφνιδίασε, το ομολογώ. Έφτασα στο ραντεβού μας έτοιμη να μιλήσω για τηλεόραση και ελληνική μυθοπλασία, αλλά, αντ’ αυτού, αρχίσαμε να συζητάμε για διεθνή πολιτική και… ακαδημίες ποδοσφαίρου. Αν δεν έπρεπε να ξεκινήσει κάποτε η συνέντευξη, θα είχαμε λύσει και το Κυπριακό. Άκρως επικοινωνιακός, εξαιρετικός συνομιλητής και με έντονη την αίσθηση του χιούμορ, ο Παναγιώτης καταφέρνει αβίαστα να κερδίσει την προσοχή σου. Όπως ακριβώς κάνει και στην οθόνη. Όπως ακριβώς αναμένεται να κάνει και φέτος ως «Διονύσιος Γουσέτης» στο “Grand Hotel” του ΑΝΤ1, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος –γυναικείου και μη– τηλεοπτικού κοινού. Ξέρει εκείνος… έχει τον τρόπο του. Δεν πήρε τον ρόλο του μετρ τυχαία.
Πολύς ο λόγος για την «τηλεοπτική επιστροφή του Παναγιώτη Μπουγιούρη», με αφορμή τη φετινή είσοδό σου στο “Grand Hotel”. Τελικά, η τηλεόραση έχει φτάσει να λειτουργεί λίγο και ως «σημείο αναφοράς» της επιτυχίας ενός ηθοποιού;
Αυτό είναι ενδεικτικό τού πόση δύναμη έχει η τηλεόραση ως μέσο. Όταν μια τηλεοπτική σειρά αγαπηθεί πολύ, τότε αυτομάτως «μπαίνει στα σπίτια του κόσμου» και σε φέρνει στην επικαιρότητα. Το τελευταίο σίριαλ που είχα κάνει ήταν ο «Ήλιος» πριν από τρία χρόνια – και πάλι στον ΑΝΤ1. Για μένα, δεν είναι και τόσος πολύς καιρός…
Τα τελευταία χρόνια, έκανα πολύ διαφορετικά πράγματα. Κατά κάποιον τρόπο, όντως απείχα από τη συνηθισμένη εικόνα που είχε ο τηλεθεατής για μένα – να συμμετέχω, δηλαδή, σε μια prime time τηλεοπτική σειρά.
Το να συνδέεσαι, όμως, κυρίως με την τηλεόραση, δεν είναι λίγο μονοδιάστατος τρόπος αντιμετώπισης της δουλειάς σου;
Η αλήθεια είναι ότι αυτός είναι λίγο άδικος τρόπος αντιμετώπισης της δουλειάς ενός καλλιτέχνη. Μου έχει τύχει να με ρωτήσουν σε συνέντευξη «Πώς αισθάνεστε που δεν σας γνωρίζει το κοινό του θεάτρου;».
Κι όμως, κάνω θέατρο ανελλιπώς από τότε που ξεκίνησα και, μάλιστα, σε πολύ ωραίες παραστάσεις. Όποιος παρακολουθεί θέατρο, το ξέρει! Πέρυσι, ας πούμε, είχα την τιμή να συμμετέχω σε ένα συγκλονιστικό ανέβασμα του «Θείου Βάνια», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον σπουδαίο Δημήτρη Καταλειφό.
Αλλά το καταλαβαίνω: συμμετείχα σε κάποιες σειρές που είχαν γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία, οι οποίες με ένα τρόπο «επισκίασαν» τις υπόλοιπες δουλειές που έκανα.
Βέβαια, τώρα έχει αλλάξει και ο τρόπος που οι ίδιοι οι ηθοποιοί αντιμετωπίζουν τη δουλειά στην τηλεόραση. Κάποτε την αντιμετώπιζαν κάπως υποτιμητικά…
Το να υπάρχουν τέτοιοι διαχωρισμοί είναι λάθος. Αν βάζεις τέτοια στεγανά, καταλύεται η καλλιτεχνική ελευθερία.
Ένας δάσκαλός μου στη Σχολή έλεγε «Δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι, υπάρχουν μικροί ηθοποιοί». Οπότε, παραφράζοντας αυτό, θα έλεγα «Δεν υπάρχει κακή μορφή Τέχνης, υπάρχει κακή Τέχνη».
Το να κάνεις τηλεόραση δεν είναι αυτομάτως υποδεέστερο. Το θέμα είναι εσύ τι επιλέγεις να κάνεις στην τηλεόραση, και πώς το κάνεις – αν το κάνεις με μελέτη, με αυταπάρνηση, γενικώς με όρους καλλιτεχνικούς.
Για να επανέλθω στα περί τηλεοπτικής επιστροφής σου, έχω διαβάσει ότι αυτή η αποχή ήταν ουσιαστικά επιλογή σου. Όντως;
Απλώς αφιερωνόμουν σε πράγματα που ήθελα να κάνω, γι’ αυτό και δεν υπήρχε περιθώριο για μια τηλεοπτική πρόταση.
Ένα μεγάλο μου απωθημένο σ’ αυτή τη δουλειά είναι να μπορώ να αφιερώνομαι ψυχή τε και σώματι σε έναν και μόνο ρόλο, και να μην αποσπάται η προσοχή μου από άλλες παράλληλες υποχρεώσεις. Όταν πρόπερσι, για παράδειγμα, με πήρε ο Κώστας Χαραλάμπους για να συμμετάσχω στην ταινία «Καπετάν Μιχάλης» του Καζαντζάκη, τα γυρίσματα της οποίας θα διαρκούσαν τρεις μήνες και θα γίνονταν εξ ολοκλήρου στην Κρήτη, επέλεξα να μείνω εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια. Αυτόματα, λοιπόν, είχα αποκλείσει τον εαυτό μου από τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε τηλεοπτική σειρά. Από αυτή την άποψη, ναι, ήταν επιλογή μου.
Εν μέσω κορονοϊού, δε, είχα μια πρόταση να συμμετάσχω σε μια τρομερή παραγωγή στο Ιράν. Και, φυσικά, το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη! Κι ενώ στην αρχή μου είπαν ότι αυτό θα διαρκούσε έναν ή δύο μήνες, κατέληξα να μείνω εκεί πάνω από έξι μήνες!
Μάλλον κάτι θα έκανες καλά… Πώς ήταν γενικώς για σένα αυτή η εμπειρία; Ξέρω ότι το Ιράν έχει ταινίες βραβευμένες σε μεγάλα φεστιβάλ – της Βενετίας, του Βερολίνου…
Ήταν σπουδαία εμπειρία, τρομερή. Ο ιρανικός κινηματογράφος είναι brand name, έχουν μεγάλη σχολή κινηματογραφική και τηλεοπτική. Κάνουν τρομερές παραγωγές.
Η συγκεκριμένη παραγωγή, στην οποία συμμετείχα, ήταν τεράστια. Επική παραγωγή εποχής, πολύ υψηλού επιπέδου. Η ιστορία διαδραματιζόταν στο Περσικό Βασίλειο την περίοδο του Βυζαντίου. Μιλάμε για τρομερά σκηνικά, φοβερές κατασκευές – χτισμένες πόλεις στην έρημο από το πουθενά.
Εγώ υποδυόμουν έναν Έλληνα αξιωματικό του Βυζαντινού Στρατού, τον Φλάβιο Φωκά, ο οποίος είχε πολεμικό πλοίο. Είχαν φτιάξει αυτό το πλοίο σε ρεαλιστική κλίμακα 1:1 και το είχαν τοποθετήσει σε μια τεράστια δεξαμενή με green screen από πίσω. Ήταν αδιανόητο!
Και πώς ήταν η όλη συνύπαρξη με τους Ιρανούς;
Με τους Ιρανούς ένιωσα πραγματικά μια οικειότητα από πλευράς ιδιοσυγκρασίας. Παρόλο που βρίσκονται μακριά από τη Μεσόγειο, δεν έχουν πολύ διαφορετική νοοτροπία. Μιλάνε τα Φαρσί, μια πολύ γλυκιά γλώσσα, πολύ ποιητική – μέχρι και ο Γιώργος Κωνσταντίνου, αν θυμάσαι, έχει μνημονεύσει ένα μεγάλο ερωτικό Πέρση ποιητή, τον Σααντί, στη γνωστή σκηνή με τη Βουγιουκλάκη και το προφιτερόλ: «Αγάπη μου, αγάπη μου…»! (γέλια)
Ε, αυτό δεν θα το θυσίαζα για να μείνω στην Ελλάδα από φόβο μη χαθώ από την επικαιρότητα.
Αν έπρεπε να µου βάλω ένα τίτλο ως προσωπικότητας, θα ήταν «Τραβάτε µε, κι ας κλαίω»!
Δεν είσαι άνθρωπος με τέτοια άγχη, λοιπόν…
Καλώς ή κακώς, όχι. Ως άνθρωπος δεν είμαι καθόλου υπολογιστής και λειτουργώ πολύ με το συναίσθημα – πάω εκεί που θα νιώσω όμορφα. Δεν λειτουργώ στρατηγικά, σκεπτόμενος εάν η επιλογή αυτή θα είναι καλή για την καριέρα μου.
Λειτουργώ έτσι και στην τηλεόραση, και στο θέατρο. Πέρυσι τον χειμώνα, για παράδειγμα, μια πολύ αγαπημένη συνάδελφος, η Έφη Κιούκη, με πήρε και μου είπε ότι θα σκηνοθετήσει με δική της παραγωγή τους «Δανειστές» του Στρίντμπεργκ. Με πήρε με το θάρρος της γνωριμίας μας, έχοντας ένα περιορισμένο budget και ξέροντας ότι αυτό ενδεχομένως να ήταν απαγορευτικό για μια δική μας συνεργασία. Κι όμως, εγώ σκέφτηκα ότι θα είχα την ευκαιρία να παίξω αυτό το σπουδαίο έργο με δύο πολύ αγαπημένους συναδέλφους. Και, τελικά, το έκανα.
Ξέρεις τι μου θυμίζεις τώρα… Κάτι ηθοποιούς του Χόλιγουντ που, ενώ συνήθως κάνουν κινηματογραφικά blockbusters, επιλέγουν κάποια στιγμή να παίξουν σε ορισμένες low budget ανεξάρτητες παραγωγές, για να ικανοποιήσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες.
Ε, κάπως έτσι!
Θυμάμαι μια συνέντευξη του Τζακ Νίκολσον, όταν έπαιξε στο “Easy Rider”, μια τελείως ανεξάρτητη παραγωγή του Πίτερ Φόντα. Είχε πει, λοιπόν, ότι ο Πίτερ Φόντα του ξεκαθάρισε εξαρχής «Ξέρεις, όμως, δεν έχω λεφτά να σε πληρώσω», κι εκείνος του είπε «Ωραία, μου λείπει μια τηλεόραση. Πάρε μου μια μεγάλη τηλεόραση και είμαστε πάτσι!».
Και, παρεμπιπτόντως, μια και το ανέφερα, ας κάνω κι εγώ κάτι στρατηγικό: θα παίξουμε και φέτος μερικές μεμονωμένες παραστάσεις από τους «Δανειστές», σε κάποιους Δήμους. Το οργανώνει τώρα η Έφη.
Ό,τι και να λες, στρατηγικά μια χαρά το πας! (γέλια) Ξέρω ότι την προηγούμενη σεζόν έπαιζες στη «Μητέρα του σκύλου», του Παύλου Μάτεσι, μια παράσταση που πήγε πολύ καλά. Αφού, λοιπόν, πιάσαμε τα θεατρικά, τι έχει το πρόγραμμα για φέτος;
Η «Μητέρα του Σκύλου» θα συνεχίσει και φέτος στο Θέατρο Ακροπόλ!
Δεν θέλω τώρα να ευλογήσω τα γένια μας, αλλά είναι ένα εξαιρετικό έργο και θεωρώ ότι έχει γίνει σπουδαία δουλειά – ο Κώστας Γάκης, ο σκηνοθέτης μας, έχει δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Και για την Υρώ Μανέ έχω να πω ότι πραγματικά απογειώνει την παράσταση. Και, φυσικά, μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, με τον οποίο είχα ξανασυνεργαστεί στην Κύπρο, όταν κάναμε στον ΘΟΚ τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια».
Θα σε ξαναγυρίσω στα τηλεοπτικά. Αυτή την περίοδο προβάλλονται σε επανάληψη κάποιες σειρές, στις οποίες έπαιξες πριν από χρόνια – η «Βέρα στο Δεξί», οι “Singles”… Αν πετύχεις μια παλιά σειρά, θα καθίσεις να δεις τον εαυτό σου;
Αν η επανάληψη είναι στις 4 τα ξημερώματα, ε δεν θα κάτσω ξύπνιος, σώνει και ντε, για να με δω! (γέλια) Αλλά θα σου πω… μου στέλνουν συχνά στα social βιντεάκια με σκηνές από τις σειρές αυτές. Αυτά ναι, θα καθίσω να τα δω με πολλή χαρά και νοσταλγία.
Βλέπεις διαφορές στον εαυτό σου;
Τι εννοείς, εμφανισιακά;
Ε όχι, υποκριτικά. Εμφανισιακά ίδιος είσαι! (γέλια)
Φτύσε με! (γέλια)
Η αλήθεια είναι ότι, όσο μπορώ να είμαι αντικειμενικός, εντοπίζω κάποια διαφορά. Βλέπω ένα νέο ηθοποιό, με τον οποίο εξακολουθώ να έχω καλλιτεχνικά τον ίδιο τρόπο σκέψης, αλλά σ’ αυτόν διακρίνω μια ανασφάλεια, μια μικρή αμηχανία. Με την ίδια διαδικασία επιλέγω και τώρα πώς θα παίξω ένα ρόλο, αλλά πλέον έχω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Αν χρησιμοποιούσα μουσικούς όρους, θα έλεγα ότι τώρα «πατάω καλύτερα τις νότες».
Ωστόσο, είχα εξαρχής καλή αντίληψη για το πώς πρέπει ν’ αποδοθεί ένας χαρακτήρας. Από την αρχή εμπιστευόμουν πολύ το ένστικτό μου. Από τη μια, αισθανόμουν ότι έτσι ήμουν στον φυσικό μου χώρο και “I did it my way”. Από την άλλη, αναγνωρίζω ότι αυτό ίσως είναι και ελάττωμα. Δεν είμαι ο ηθοποιός tabula rasa, ο οποίος είναι άγραφο χαρτί για τον σκηνοθέτη και θ’ ακολουθήσει τυφλά κάθε οδηγία του. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι είμαι απείθαρχος. Απλώς αν κάτι αισθάνομαι ότι δεν μου ταιριάζει, δεν το ακολουθώ.
Αυτό γενικώς σου έχει βγει σε καλό ή σε κακό;
Σε καλό μου έχει βγει, νομίζω. Διότι, αντίθετα με τον συγγραφέα ή τον σκηνοθέτη, εγώ ως ηθοποιός κάθε φορά αναμετρώμαι με τον ρόλο μου σε πολύ προσωπικό επίπεδο. Θα δημιουργήσω σχέση μαζί του, έως και ερωτική.
Επιπλέον, όποτε έχω εμπιστευτεί το ένστικτό μου, αυτό έχει στεφθεί με επιτυχία. Η ανταπόκριση του κόσμου κάθε φορά αποδεικνύει ότι οι επιλογές μου ήταν σωστές. Ωστόσο, αναγνωρίζω και τον άλλο τρόπο προσέγγισης. Μη σου πω ότι θαυμάζω λίγο τους ηθοποιούς που αφήνονται τόσο πολύ στα χέρια ενός σκηνοθέτη, αφομοιώνουν τις οδηγίες του και προσπαθούν να υποστηρίξουν πιστά ό,τι τους έχει ζητηθεί.
Υπάρχει κάποιος ρόλος με τον οποίο να συνδέθηκες λίγο παραπάνω; Κάποιος ρόλος που αισθάνεσαι ότι υπήρξε κομβικός για σένα προσωπικά, ως Παναγιώτη;
Ναι, μου έχει συμβεί αυτό και, μάλιστα, πέραν της μίας φοράς – να διαβάζω, δηλαδή, και τα λόγια του ρόλου να μιλάνε στην ψυχή μου, σαν να τα έχω γράψει εγώ.
Την πρώτη φορά που το αισθάνθηκα ήμουν ακόμα στη Σχολή, όταν μου δώσανε κομμάτια από τον «Άμλετ». Θες λίγο η μελαγχολία αυτού του ήρωα, θες η εσωστρέφειά του…;
Η δεύτερη φορά που το αισθάνθηκα έντονα ήταν όταν υποδύθηκα τον Αστρώφ στον «Θείο Βάνια» το 2007, όταν ο Γιώργος ο Μιχαηλίδης μου εμπιστεύθηκε τον ρόλο. Πέρυσι που υποδύθηκα και πάλι τον ίδιο ρόλο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με διαφορετικό θίασο και διαφορετικό σκηνοθέτη, ήταν λίγο σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Λειτούργησα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αλλά με περισσότερη αυτοπεποίθηση.
Το “Grand Hotel” ήταν µία ευτυχής συγκυρία για να µε ξαναδούν
οι τηλεθεατές στους δέκτες τους
Μου μίλησες για μελαγχολία και εσωστρέφεια… Εγώ, πάντως, όση ώρα μιλάμε, βλέπω έναν άνθρωπο πολύ επικοινωνιακό και «ανοιχτό». Είσαι όντως τόσο εσωστρεφής;
Κοίταξε… δεν είναι ότι…
…«κάθομαι σπίτι μόνος και σκέφτομαι, κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο»; (γέλια)
Όχι, το κάνω κι αυτό!
Νομίζω ότι, αν έπρεπε να μου βάλω ένα τίτλο ως προσωπικότητας, θα ήταν «Τραβάτε με, κι ας κλαίω»! Τι εννοώ: η φυσική μου κατάσταση είναι, όπως λες, να κάθομαι σπίτι και να κοιτάω απ’ το παράθυρο. Αλλά, ώρες-ώρες, κάτι μέσα μου φτερουγίζει πολύ έντονα.
Μα δεν θα ήσουν και ηθοποιός αλλιώς…
Ακριβώς! Αυτό το «φτερούγισμα» δεν μου βγαίνει τόσο σε κοινωνικότητα, όσο στο να ανεβαίνω στη σκηνή. Από πλευράς κοινωνικότητας, ήθελα πάντα κάποιον να με ξεκουνήσει. Εγώ, από μόνος μου, δεν θα τολμούσα να κάνω κάποια πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου, αν δεν με τράβαγε απ’ το χέρι ένας κολλητός ή μια παρέα.
Όπως;
Ένα ταξίδι, ας πούμε! Ενώ μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα ταξίδια, δεν έπαιρνα ποτέ την πρωτοβουλία να πάω.
Είχα ένα παλιό συμφοιτητή (τώρα πια είμαστε κουμπάροι), ο οποίος μια μέρα που πίναμε καφέ, μου λέει «Βαριέμαι. Να σου πω… πάμε στην Ταϊλάνδη;». Λέω «Πού;;; Άντε, πάμε!». Και πήγαμε! Αυτό εγώ, από μόνος μου, δεν θα το τολμούσα. Αλλά το καλό είναι ότι αφήνομαι κι εγώ να με τραβήξουν…
Ας γυρίσουμε λιγάκι στην τηλεόραση. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια άνθηση της ελληνικής μυθοπλασίας, με αποτέλεσμα να υπάρχει πληθώρα τηλεοπτικών σειρών σε όλα τα κανάλια. Παρακολουθείς καθόλου τηλεόραση;
Όχι ιδιαίτερα.
Θα μου πεις… εσύ δουλεύεις στην τηλεόραση, δεν χρειάζεται να βλέπεις κιόλας… (γέλια)
«Τα παιδιά του τσαγκάρη είναι ξυπόλυτα»! (γέλια)
Σοβαρά τώρα… ποτέ δεν παρακολουθούσα σειρές ιδιαίτερα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα θα σου πω: τη δεκαετία του ’90 έκανε φοβερή επιτυχία το “X-files”, δεν υπήρχε άνθρωπος που δεν το έβλεπε. Ε, εγώ δεν το ‘βλεπα!
Τώρα, βέβαια, λόγω και επαγγελματικής σχέσης και εμπειρίας, αν πετύχω κάποια σειρά, μπορεί να καθίσω να δω. Απλώς δεν είμαι ο άνθρωπος που θα καθίσει να παρακολουθήσει σειρές ανελλιπώς.
Θεωρείς ότι αυτή η υπερ-προσφορά μπορεί και να αδικεί κάποιες –αξιόλογες κατά τα άλλα– σειρές από πλευράς τηλεθέασης;
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η Τέχνη, ειδικά, είναι ό,τι πιο δημοκρατικό υπάρχει – όπως φαίνεται, περισσότερο δημοκρατικό από τη ζωή μας τριγύρω. Οπότε, δεν θα σε πυροβολήσει κανείς, αν κάνεις κι ένα σίριαλ παραπάνω (την είπα κι εγώ τη σπόντα μου…). Από εκεί και πέρα, ο κόσμος επιλέγει.
Τώρα, ας πούμε, βλέπω κάτι βιντεάκια στο ίντερνετ του τύπου «10 ταινίες που είναι υποτιμημένες». Μπορεί να ήταν καλογυρισμένες, να είχαν φοβερό καστ, αλλά να βγήκαν την ίδια εποχή με κάτι μεγαθήρια blockbusters, και να πέρασαν απαρατήρητες. That’s life.
«Την είπα τη σπόντα μου», μου λες. Τι πιστεύεις: τελικά, είναι καλό ένα πρόσωπο προβεβλημένο να εκφράζει άποψη για όσα συμβαίνουν γύρω μας ή είναι καλύτερο για τον ίδιο να περιορίζεται στην Τέχνη του, για να μην του γυρίσει μπούμερανγκ;
Υπερασπίζομαι το δικαίωμα τού να έχει ο καθένας άποψη – και η άποψη αυτή δεν εξυπακούεται ότι θα είναι ίδια με τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου. Αν μη τι άλλο, υπερασπίζομαι το δικαίωμα στην πολυφωνία.
Μου φαίνεται αδιανόητο να μην επιτρέπεις στον άλλον να έχει αντίθετη γνώμη. Δυστυχώς, αισθάνομαι ότι είμαστε σε μια εποχή που, ενώ κάποτε η ελευθερία του λόγου ήταν αυτονόητη, τώρα βάλλεται από τους ανθρώπους που κάποτε την υπερασπίζονταν. Αυτό θα σου πω μόνο.
Για μένα το πιο έντιμο από όλα, αν είσαι καλλιτέχνης, είναι να κάνεις πολιτική μέσα από την Τέχνη σου. Και δεν εννοώ να χρησιμοποιείς την Τέχνη ως πλατφόρμα για να λες ό,τι θέλεις. Διότι αναγνωρίζω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους που σου δίνουν προσοχή καλή τη πίστει. Αλλά δεν σημαίνει ότι έχεις και δίκιο!
Επίσης, πολλές φορές, με ρωτάνε σε συνεντεύξεις για την προσωπική μου ζωή – αν βγαίνω, αν κάνω, αν ράνω… Και πάλι έχω μια συστολή ν’ απαντάω σε τέτοιες ερωτήσεις, όχι επειδή θέλω να κρύψω κάτι, αλλά επειδή αν πω ότι εμένα μ’ αρέσει να βγαίνω και να πίνω, μπορεί κάποιον να επηρεάσω. Δεν θέλω κάποιος να θεωρήσει ότι, επειδή το κάνει ο Μπουγιούρης, είναι μαγκιά να βγαίνεις και να πίνεις.
Δεν έχω πρόβληµα να γράψει οποιοσδήποτε οτιδήποτε. Άµα θέλω να κρυφτώ, θα κρυφτώ
Υπάρχει ίσως και μια ανησυχία για το πώς θα επικοινωνηθεί αυτό που έχεις πει;
Μετράω τα λόγια μου, σκεπτόμενος περισσότερο μήπως πω κάτι που θα επηρεάσει κάποιον, παρά αυτό.
Φυσικά και έχω άποψη. Αλλά αναγνωρίζω ότι η άποψή μου για κάποια πράγματα έχει αλλάξει διαμέσου των χρόνων. Καταλαβαίνω, λοιπόν, πόσο εύκολα μπορείς να μην είσαι αντικειμενικός. Το σίγουρο, λοιπόν, είναι ότι, σε καμία φάση, δεν θα έπρεπε να είσαι απόλυτα πεπεισμένος ότι έχεις δίκιο.
Λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο θα σε στεναχωρήσω και δεν θα ρωτήσω για τα προσωπικά σου. Απογοητεύτηκες, το ξέρω… (γέλια) Ας μιλήσουμε για το “Grand Hotel”, στον ΑΝΤ1.
Θα πω μόνο το εξής: ό,τι υπάρχει στη ζωή μου, αργά ή γρήγορα μαθαίνεται. Οπότε, ας υπάρξει τουλάχιστον μια αγωνία… (γέλια)
Δεν έχω πρόβλημα να γράψει οποιοσδήποτε οτιδήποτε. Άμα θέλω να κρυφτώ, θα κρυφτώ. Καταλαβαίνω όμως ότι, σε ένα παιχνίδι επικοινωνίας, κάποιοι το θεωρούν «αλατοπίπερο».
Γιατί, λοιπόν, “Grand Hotel” φέτος;
Οι λόγοι είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, ο Γιάννης Βασιλειάδης, ο επικεφαλής σκηνοθέτης της σειράς, είναι ένας άνθρωπος στον οποίο χρωστάω αν όχι όλη μου την καριέρα, σίγουρα τη μισή. Με το που με πήρε ο Γιάννης να μου πει «υπάρχει ένας ρόλος στο “Grand Hotel” που θα ήθελα να τον κάνεις εσύ», σχεδόν δεν χρειάστηκε ν’ ακούσω τίποτα περισσότερο.
Ο δεύτερος λόγος είναι τα Studio Κάπα και ο Γιάννης Καραγιάννης, με τους οποίους επίσης έχουμε μοιραστεί όμορφες συνεργασίες. Θεωρώ ότι μεταξύ μας υπάρχει μια αμοιβαία εκτίμηση και επαγγελματική αγάπη.
Ο τρίτος λόγος είναι ότι το “Grand Hotel” είναι μια πολύ ωραία παραγωγή. Όλοι οι συνάδελφοι είναι εξαιρετικοί, οι δε περισσότεροι είναι και φίλοι, με τους οποίους έχουμε δουλέψει μαζί και στο παρελθόν. Τα σκηνικά είναι εντυπωσιακά, τα κοστούμια είναι υπέροχα – δεν μου έχει τύχει να φοράω παπιγιόν σε άλλο ρόλο!
Δεν υπήρχε, λοιπόν, κανένας λόγος να πω «όχι». Αντιθέτως, ήταν μία ευτυχής συγκυρία για να με ξαναδούν και οι τηλεθεατές στους δέκτες τους. Τον τελευταίο καιρό, πολλοί άνθρωποι που έρχονταν στο θέατρο με ρωτούσαν «Πότε θα σας ξαναδούμε στην τηλεόραση;», κι αυτό είναι πολύ τιμητικό και κολακευτικό.
Καλά… κι αυτός ο ρόλος του μετρ είναι πολύπαθος. Ο πρώτος μετρ ήταν σίριαλ κίλερ, ο δεύτερος αγάπησε και πόνεσε, τον έδιωξαν και κλωτσηδόν. Με σένα δεν ξέρω τι γίνεται… (γέλια)
Είναι “Grand Hotel” όνομα και πράγμα! Με τόσες παράνομες σχέσεις και μυστικά, θα μπορούσε να είναι και ξενοδοχείο ημιδιαμονής! (γέλια) Το λέω με χιούμορ, μην παρεξηγηθώ…
Θα είσαι ο Διονύσης, λοιπόν. Για μίλησέ μου λίγο γι’ αυτόν.
Ο χαρακτήρας ονομάζεται Διονύσιος Γουσέτης, ορμώμενος εκ Ζακύνθου. Είναι μηχανικός στο επάγγελμα και έχει έρθει στο “Grand Hotel” με τις υψηλότερες συστάσεις!
Και πρόκειται για άλλον ένα χαρακτήρα με σκοτεινό παρελθόν, το οποίο κρύβει επιμελώς…
Θα αποκαλυφθούν πολλά πράγματα στη συνέχεια. Υπάρχουν, φυσικά, ψήγματα από την πρώτη εμφάνισή του, μπαίνουν εξαρχής οι πινελιές.
Κι επειδή δεν μπορούμε να πάρουμε όρκο για κανέναν, τελικά, σ’ αυτή τη σειρά… θα έλεγες ότι, στην αρχή τουλάχιστον, ο Διονύσης είναι αρνητικός ή θετικός χαρακτήρας;
Είναι ένας θετικός χαρακτήρας, τα κίνητρά του δεν είναι ποταπά· δεν θέλει να εκμεταλλευτεί κάποιον ή να τον κοροϊδέψει. Αλλά σίγουρα έχει κι αυτός τα μυστικά του, τα οποία θα καθορίσουν τις επιλογές και τις πράξεις του.
Δεν είναι κακός, είναι ένας άνθρωπος «τραυματισμένος» και πολύ πληγωμένος. Οπότε, σίγουρα στην πορεία των επεισοδίων θα συμβούν πράγματα, τα οποία έχουν να κάνουν με τα γεγονότα που τον τραυμάτισαν.
Άσε που διαβάζω κιόλας ότι θα ερωτευτεί και την Κυβέλη, την οποία δεν λες κι εύκολη…
Ναι, γενικώς η Κυβέλη είναι απόρθητη, αλλά… θα κατακτηθεί αυτό το κάστρο!
Τι μου λες… Όντως;
Εγώ απλά συμπλήρωσα τη σκέψη σου – αλλά μάλλον καρφώθηκα! (γέλια) Μπορείς να γράψεις, λοιπόν, «Διονύσιος Γουσέτης, ο Πορθητής»!



Μαρία Λυσάνδρου

