Η Βίκυ Καρατζόγλου είναι ένα από τα πιο χαμογελαστά άτομα που έχω γνωρίσει. Ιδιαίτερα όταν σου μιλάει για ανθρώπους ή πράγματα που αγαπάει πολύ, δείγμα της μεγάλης της ευαισθησίας – μιας ευαισθησίας που διακρίνεις πολύ εύκολα ακούγοντάς τη να τραγουδάει. Η ίδια θέλει σε ό,τι κάνει να υπάρχει η αλήθεια της, το έχει αποφασίσει αυτό, είναι αδιαπραγμάτευτο κομμάτι των επιλογών της. Θέλει να βγαίνει στη σκηνή και να είναι ο εαυτός της. Αυτό, λοιπόν, θα κάνει και στις εμφανίσεις της στον «Σταυρό του Νότου Plus» αυτόν τον Οκτώβριο, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα λαϊκό, φτιαγμένο από τραγούδια της ψυχής της. Κάτι μου λέει και της δικής μας…
Για τις εμφανίσεις σου τώρα, τον Οκτώβριο, στον «Σταυρό του Νότου Plus», διαβάζω ότι έχεις επιλέξει τραγούδια «που είναι πιο κοντά στην ψυχή σου». Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Είναι τραγούδια που συνδέονται με τη ζωή σου; Τραγούδια που απλά αγαπάς πολύ…;
Όταν έχουμε εμφανίσεις, πάντα καθόμαστε με τους συνεργάτες μου και φτιάχνουμε μαζί τα προγράμματα. Αυτή είναι η πρώτη φορά που έφτιαξα το πρόγραμμα μόνη μου. Μέχρι τώρα, βέβαια, το έχω αλλάξει 50 φορές… 50 φορές κυριολεκτικά! (γέλια)
Είναι, λοιπόν, η πρώτη φορά που έφτιαξα ένα πρόγραμμα με τραγούδια που πραγματικά γούσταρα να πω. Όλα τα τραγούδια έχουν να κάνουν με μένα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο – είτε είναι κάποια δική μου ανάμνηση, είτε είναι μέσα μου χρόνια, είτε είναι κάτι που ζω αυτή τη στιγμή. Όλα σημαίνουν για μένα κάτι. Τη στιγμή που θα λέω κάθε τραγούδι, θα το ζω πραγματικά.
Αν έπρεπε, λοιπόν, να χαρακτηρίσεις αυτό το πρόγραμμα, τι θα μου έλεγες;
Όλα τα τραγούδια είναι λαϊκά. Είναι αυτό το «μαγικό» που έχει το λαϊκό τραγούδι: έχει πάντα μια αλήθεια στον στίχο, αλλά και στη μουσική. Επέλεξα, λοιπόν, τραγούδια που δεν έχουν τίποτα «δήθεν», τίποτα φτιαχτό – γι’ αυτό και είναι πιο κοντά στην ψυχή μου.
Πες μου ένα τέτοιο παράδειγμα τραγουδιού. Ό,τι μπορείς να μου πεις, τουλάχιστον…
Ε, μη με ρωτήσεις τώρα για το «Μυστικέ μου έρωτα»! (γέλια)
Αν θες να μου πεις ειδικά γι’ αυτό, πάντως, εγώ δεν θα φέρω αντίρρηση… (γέλια)
Φαντάζεσαι; Και πάω στον άνδρα μου: «Αγάπη μου, μην πιστεύεις τίποτα. Ψέματα είναι όλα!» (γέλια)
Θα σου πω… Υπάρχει ένα τραγούδι, το «Πάντα γελαστοί», σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και στίχους του Άλκη Αλκαίου, το οποίο γράφτηκε για τον Σολωμό Σολωμού που σκοτώθηκε στην Κύπρο. Παρόλα αυτά, για μένα αυτό το τραγούδι είναι κάτι πολύ διαφορετικό: είναι η εικόνα του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν πάντα με το τσιγάρο στο στόμα, μια ζωή…
Είναι τα νιάτα μας, Αθήνα – Σαλονίκη, είναι η στιγμή που έφυγα από τη Δράμα και κατέβηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου τότε, δυστυχώς, περνούσε μία πολύ σοβαρή ασθένεια, από την οποία και «έφυγε». Κι αυτή ήταν η τελευταία εικόνα του: με το τσιγάρο στο στόμα… Αυτό είναι ένα από τα τραγούδια που ήθελα πάντα να πω.
Κι είναι και «βαρύ» ανδρικό, χαρακτηρισμένο από τον Μητροπάνο… Δεν το «φοβήθηκες» αυτό;
Όχι! Δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ανδρικά τραγούδια. Ίσα-ίσα: βλέπω με άλλη ματιά τον στίχο και τα αντιμετωπίζω διαφορετικά. Επίσης, με ένα ανδρικό τραγούδι δεν μπαίνεις ποτέ στη διαδικασία να μιμηθείς τον ερμηνευτή. Αυτό είναι μεγάλη παγίδα, δεν το κάνω ποτέ. Το έκανα, όμως, πολύ μικρή.
Όταν είχα ξεκινήσει να τραγουδάω, νομίζω ότι προσπαθούσα να μιμηθώ την Αλεξίου – γιατί άραγε…; (γέλια) Για μένα είναι η μεγαλύτερη Ελληνίδα ερμηνεύτρια. Προσπαθούσα, λοιπόν, να τη μιμηθώ ασυναίσθητα. Κάποια στιγμή, ένας πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης, ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο οποίος με είχε ακούσει στη Δράμα όταν ήμουν 17 χρονών, μου είπε «Κορίτσι μου, τραγουδάς το “Φεύγω”. Τι εννοείς;». Και δεν μπορούσα να του εξηγήσω. «Πρέπει να καταλαβαίνεις τι λες, δεν πρέπει απλώς να μιμείσαι την Αλεξίου. Πρέπει να βρεις τη δική σου φωνή…». Πάγωσα. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι έκανα λάθος.
Μα ήσουν και 17 χρονών… Λογικό δεν ήταν;
Δεν είχαμε και τα ακούσματα τότε… Ακούγαμε πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Δεν είχαμε ούτε γνώσεις, ούτε μπορούσα να κάνω μαθήματα φωνητικής στη Δράμα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου είχε μιλήσει έτσι και, θυμάμαι, είχα απογοητευτεί πάρα πολύ. Εγώ τότε νόμιζα ότι ήμουν φοβερή – ξέρεις τώρα πώς είναι στα 17… Αυτό, βέβαια, με βοήθησε πάρα πολύ στην πορεία, γιατί άρχισα να ψάχνομαι σιγά-σιγά για να δω ποια είμαι και τι θέλω πραγματικά να κάνω.
Έχω αποφασίσει ότι καθετί που θα συµβεί από ‘δω και πέρα, εξαρτάται απόλυτα από µένα
Έχεις πει κάτι πολύ ταιριαστό σε μια παλαιότερη συνέντευξή σου: «Αυτή η δουλειά έχει τη μαγεία τού να ψάχνεις συνέχεια τον εαυτό σου». Μπαίνοντας σε αυτή τη διαδικασία αναζήτησης, τι έμαθες για τον εαυτό σου όλα αυτά τα χρόνια;
Κατ’ αρχάς, να σου πω ότι αυτός ο δρόμος είναι πάρα πολύ δύσκολος. Φαντάζομαι ότι το ίδιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, όποια δουλειά κι αν κάνουν – μαθαίνεις από τις κατραπακιές, από τα λάθη…
Απλώς όταν ανεβαίνεις πάνω στη σκηνή, δεν μπορείς να κρυφτείς, είσαι απόλυτα εκτεθειμένος. Βγαίνουν όλα: οι ανασφάλειές σου, το ψέμα, η αλήθεια… Αυτό, λοιπόν, έχει και τη μεγαλύτερη δυσκολία, το να ολοκληρώσεις γρήγορα αυτή τη διαδικασία.
Νομίζω ότι εγώ, περνώντας τα χρόνια, έχασα αυτό που ήμουν, μπερδεύτηκα πάρα πολύ. Ο χώρος μας είναι πάρα πολύ δύσκολος και, ενώ το αποτέλεσμα θα έπρεπε να κρίνεται από τον κόσμο, τελικά κρίνεται πρωτίστως από τους ανθρώπους του χώρου. Αυτό είναι λίγο επικίνδυνο. Αν σε συμπαθήσουν, αν σε θεωρήσουν σημαντική και σε κατατάξουν κάπου, τότε προχωράς. Αν σε κατατάξουν κάπου αλλού ή δεν τους αρέσεις, προχωράς κι εσύ διαφορετικά.
Άρα, η πορεία ενός καλλιτέχνη δεν εξαρτάται πάντα αποκλειστικά από εκείνον…
Τώρα έχω αποφασίσει ότι καθετί που θα συμβεί από ‘δω και πέρα, εξαρτάται απόλυτα από μένα. Έχω παρασυρθεί πολλές φορές από το τι πιστεύουν οι άλλοι – είτε για μένα, είτε για το τι πρέπει να γίνει για να παραμείνεις στον χώρο, είτε για το τι «πουλάει»… Ε, όλα αυτά σ’ επηρεάζουν όταν κινείσαι τόσα πολλά χρόνια σε ένα χώρο και ακούς του καθενός τη γνώμη. Και μιλάω για ανθρώπους σημαντικούς – είτε είναι συνεργάτες μου, είτε ραδιοφωνικοί παραγωγοί, είτε η εταιρεία μου. Όλα είναι χρήσιμα, αλλά έχει να κάνει και με τις ανασφάλειες που έχει ο καθένας. Κι εμείς, οι καλλιτέχνες, έχουμε πολλές ανασφάλειες…
Θυμάμαι, η ψυχολόγος μου μού είχε πει μια φορά «Δεν δέχεσαι κουβέντα για το πώς μεγαλώνεις το παιδί σου, ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις. Στη δουλειά σου τι είναι αυτό που σε κάνει να αμφιβάλλεις;». Είναι τόσα πολλά…
Μου λες ότι στη σκηνή είσαι απόλυτα εκτεθειμένος. Αυτό πώς λειτουργεί για σένα; Είναι κάτι που σε φοβίζει ή λειτουργεί και λίγο σαν πρόκληση;
Είναι κάτι που δεν σκεφτόμουν καν, και μου «φυτεύτηκε». Δεν είναι ούτε πρόκληση, ούτε φόβος. Δεν θέλω καθόλου να το σκέφτομαι. Θέλω να βγαίνω και να είμαι αυτή που είμαι.
Στεναχωριέμαι που έζησα με αυτό το άγχος παλαιότερα. Αυτό που μου έλεγαν φεύγοντας από τη Δράμα, «να μείνεις ο εαυτός σου», τελικά είχε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι νόμιζα τότε. Διότι είναι πολύ δύσκολο να το πετύχεις με όλα αυτά που συμβαίνουν.
Επιπλέον, όλο αυτό το άγχος, ειδικά στη δική μας δουλειά, έχει να κάνει και με την επιβίωση. Είναι άλλες οι εποχές πια… Πάντα υπάρχει το άγχος αν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις και να εξακολουθήσεις να βρίσκεσαι σ’ αυτόν τον χώρο. Δεν είναι, δηλαδή, αυτό το «Εγώ θέλω μόνο να τραγουδάω», είναι πιο σύνθετο.
Ωραία, το «να είσαι ο εαυτός σου» έχει μεγάλη βαρύτητα. Τίμημα έχει;
Αν αυτή είναι η αλήθεια σου, τότε δεν έχει τίμημα. Είμαι πολύ αισιόδοξη και θέλω να πιστεύω ότι, αν κάνεις αυτό που πραγματικά θέλεις να κάνεις, τα πράγματα θα πάνε μια χαρά.
Εγώ μπορεί να άκουγα πολλές γνώμες, αλλά ποτέ δεν έκανα κάτι που να ξεφεύγει από την αισθητική ή τα πιστεύω μου. Πιο πολύ αμφέβαλλα για τον εαυτό μου, είχε κλονιστεί η πίστη μου σε μένα – πολύ χειρότερο δηλαδή! Μακάρι το πρόβλημα να ήταν ένα λάθος τραγούδι που επέλεξα να πω και βγήκε π.χ. «φθηνό» το αποτέλεσμα…
Ας πάμε σε ένα σωστό τραγούδι, λοιπόν: το «Ψίχουλα», σε μουσική Θέμη Καραμουρατίδη και στίχους Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτή τη συνεργασία.
Είναι μια πολύ ωραία συνεργασία. Είναι δυο παιδιά με τα οποία συναντιόμασταν πολύ συχνά σ’ αυτόν τον χώρο, αλλά δεν είχαμε συνεργαστεί ποτέ. Μη σου πω ότι ο Θέμης μού φαινόταν και πολύ απόμακρος… (γέλια) Με τον Γεράσιμο είχαμε πιο πολλές σχέσεις.
Να, όμως, που τελικά τα φαινόμενα απατούν. Όταν γνωριστήκαμε καλύτερα με τον Θέμη, με κάποιες συζητήσεις που είχαμε και κάποιες ατάκες που μου είπε, με βοήθησε πολύ να καταλάβω τι συμβαίνει μέσα μου, με «επανέφερε». Τους εκτιμώ και τους δύο πάρα πολύ.
Και θα μείνετε μόνο στο ένα τραγούδι;
Δεν νομίζω να μείνουμε μόνο στα «Ψίχουλα». Σκοπός μας είναι να βγάλουμε και επόμενο!
Πιστεύω ότι είναι δυο άνθρωποι που δεν βρίσκονται τυχαία εκεί που βρίσκονται – και από θέμα ταλέντου, και από θέμα προσωπικότητας. Είναι πολύ σωστοί και πολύ υποστηρικτικοί, κάτι πολύ δύσκολα βρίσκεις στον χώρο μας.
Επίσης, είναι πολύ διακριτικοί: έβγαλα το τραγούδι και δεν μου είπανε ποτέ πράγματα που μπορεί να είχα ακούσει από άλλους συνεργάτες, του τύπου «μήπως να μη βάλεις αυτή τη φωτογραφία, να βάλεις την άλλη;». Δεν επενέβησαν σε τίποτα που δεν τους αφορούσε! Όταν, όμως, τους ζητήθηκε να συμμετάσχουν στην κοινή φωτογράφιση, ήρθαν με πολύ μεγάλη χαρά! Είναι πραγματικά ονειρεμένη η συνεργασία…
…και πολύ ωραίο και το τραγούδι.
Είναι πολύ αισιόδοξο. Και νομίζω ότι ήταν και ό,τι έπρεπε για τις καλοκαιρινές μας συναυλίες με τον Νίκο Πορτοκάλογλου! Ήταν ένα τραγούδι που εμένα μου έλειπε στις συναυλίες μας, τρία χρόνια τώρα!
Επάνω στη σκηνή, μαζί με τον Νίκο, ο οποίος είναι πάντα τόσο φωτεινός και τόσο χαρούμενος, ένιωθα ότι ήθελα κι εγώ ένα τραγούδι που να με κάνει να συμβαδίζω μαζί του. Τα περισσότερα δικά μου τραγούδια, το ξέρεις, είναι λίγο πιο… “down”.
Έχεις πει ότι το «Ψίχουλα» δεν αφορά μόνο την αγάπη, αλλά έχει αναφορές και στην ίδια την κοινωνία. Αυτό μπορείς λίγο να μου το εξηγήσεις;
Κοίτα να δεις… είναι αυτό που λέγαμε πριν: ένας στίχος μπορεί να «μιλήσει» διαφορετικά στον καθένα, δεν υπάρχει κανόνας.
Είναι λίγο αστείο γιατί, όταν παρουσιάσαμε το τραγούδι στον «Σταυρό του Νότου», ένας φίλος στιχουργός ήρθε και μου είπε «Εσένα θα σου πήγαιναν πολύ και τα άλλα “Ψίχουλα”». Και εννοούσε το παλιό τραγούδι «Λίγα ψίχουλα αγάπης σού γυρεύω / κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω». Δεν είχε άδικο, μου αρέσει κι εμένα πολύ το τραγούδι αυτό. Αλλά σκεφτόμουν «Κοίτα να δεις… αυτό είναι τόσο μακριά από μένα…». Για την αγάπη θα έδινα τα πάντα, δεν το συζητάμε! Αλλά να είναι αγάπη με μια αξιοπρέπεια, ένα σεβασμό – όχι «λίγα ψίχουλα».
Μεγαλώνοντας την κόρη μου, νομίζω ότι αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που της έχω περάσει: «Ποτέ δεν θα παρακαλάς, ποτέ δεν θα εκλιπαρείς για κάτι “λίγο” που δεν σε γεμίζει. Πάντα θα προσπαθείς για το απόλυτο, γι’ αυτό που πραγματικά γουστάρεις και σε κάνει ευτυχισμένη». Γι’ αυτό και έχει να κάνει, τελικά, και με την κοινωνία μας, με όλο αυτό που ζούμε…
Συζητάμε αυτή τη στιγμή αν τα έχουμε όλα, κι αν είμαστε ευτυχισμένοι. Έχω ακούσει να λένε πολλές φορές: «Δεν είναι αυτό που ζούμε ελευθερία; Τι είναι, χούντα;». Μα δεν είναι έτσι ακριβώς… Τα πράγματα αρχίζουν και στενεύουν από πολλές απόψεις, κι εμείς συζητάμε για ελευθερία!
Αυτά τα ψίχουλα τα βρίσκεις παντού – είτε στα ερωτικά, είτε στα κοινωνικά, είτε στην πολιτική. Μπορεί να έχουν πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Πάντως, θεωρώ ότι ως κοινωνία καταφέραμε τουλάχιστον να κάνουμε κάποια βήματα μπροστά. Και οι γυναίκες μπόρεσαν να σταθούν περισσότερο στα πόδια τους, να μιλήσουν, ειδικά από το “Me too” και μετά. Οι άνθρωποι άρχισαν πια να διεκδικούν πράγματα για τη σεξουαλικότητά τους, για τα «θέλω» τους…
Γενικά είμαστε σε κάπως καλύτερο επίπεδο. Έχουμε, όμως, πολύ δρόμο ακόμα. Αυτή η αλλαγή έχει πολώσει την κοινωνία, έχουν ενισχυθεί κάπως τα δύο άκρα, μεγάλωσε το χάσμα.
Ίσως ισχύει αυτό που λένε: Πρέπει πρώτα να υπάρξει αυτή η υπερβολή, ώστε σιγά-σιγά να εξομαλυνθούν τα πράγματα και να υπάρξει σύγκλιση…
Δεν ξέρω αν κάποτε αυτό θα εξομαλυνθεί, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι «με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»… Αλλά και πώς αλλιώς θα γίνει;
Λένε κάποιοι «γιατί να γίνονται οι Pride παρελάσεις, αυτά είναι υπερβολές»… Φυσικά και υπάρχει μια υπερβολή, αλλά κάποιος λόγος υπάρχει γι’ αυτή την υπερβολή! Για να φτάσουν στο σημείο να μιλήσουν αυτοί οι άνθρωποι, προφανώς έχουν δεχτεί πολλή καταπίεση και πολύ bullying. Αυτό κάπως πρέπει να το «εξωτερικεύσουν». Υπήρχε, δηλαδή, ισορροπία μέχρι τώρα;
Θα επιστρέψω στον Νίκο Πορτοκάλογλου, με τον οποίο συνεργαζόσουν σταθερά τα τελευταία τρία χρόνια. Ποιο θεωρείς ότι είναι το μεγαλύτερο μάθημα που έχεις πάρει από εκείνον;
Το μεγαλύτερο μάθημα, ε…; Θα σου το πω, γιατί το είχαμε συζητήσει με τον Νίκο. Είχε περάσει ένα διάστημα μέσα στα χρόνια, στο οποίο ο ίδιος δεν ήταν πολύ καλά. Έβγαινε στη σκηνή και δεν το χαιρόταν τόσο, δεν είχε αναμνήσεις από τις εμφανίσεις του… Αποφάσισε, λοιπόν, αυτό να το αλλάξει: να είναι 100% εκεί, να είναι πάντα παρών.
Δεν υπήρξε, λοιπόν, ούτε μια στιγμή μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια, που να τον κοιτάξω και να μη με κοιτάξει με χαρά. Ήταν πάντα «εκεί», το ζούσε με όλο του το είναι! Είναι φοβερό μάθημα αυτό!
Και μετά από τόσα χρόνια…
Ακριβώς! Και μετά από τόσα χρόνια!
Ήταν πάντα με το χαμόγελο, με μια χαρά μικρού παιδιού, σαν να μου έλεγε «πάμε να το ζήσουμε!».
Λαϊκό τραγούδι δεν σηµαίνει «γυρίσµατα» κατ’ ανάγκη. «Λαϊκό» είναι αυτό που έχει απήχηση, αυτό που έχει αλήθεια
Η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί;
Έχουμε ακόμη δύο live μαζί μέσα στον χειμώνα, τα οποία έχουν κλειστεί. Αλλά νομίζω ότι εδώ θα κλείσει αυτός ο κύκλος, τουλάχιστον για τώρα. Τρία συνεχόμενα χρόνια είναι πολύ καιρός! Ποτέ δεν έχω συνεργαστεί για τόσο μεγάλο διάστημα με έναν άνθρωπο. Ήταν τρία χρόνια φανταστικά! Ο Νίκος έγινε «οικογένεια», με αγκάλιασε κι αυτός, και η οικογένειά του. Ήμασταν αληθινή ομάδα!
Μου έδωσε χώρο πάνω στη σκηνή, με πίστεψε πάρα πολύ. Μόνο καλά έχω να θυμάμαι από αυτή τη συνεργασία! Τώρα είναι καιρός να κάνουμε και οι δύο καινούργια πράγματα.
Για πες, λοιπόν, για τις εμφανίσεις σου στον «Σταυρό του Νότου Plus» τώρα, τον Οκτώβριο. Στις οποίες θα έχεις και ωραίες καλεσμένες…
Θα κάνω τρεις εμφανίσεις στον «Σταυρό του Νότου Plus», στις 12, 19 και 26 Οκτωβρίου, και θα έχω καλεσμένες τρεις γυναίκες, πολύ σημαντικές φωνές για μένα: τη Μελίνα Ασλανίδου, τη Νατάσσα Μποφίλιου και την Ελένη Τσαλιγοπούλου.
Ήθελα να κάνω ένα λαϊκό πρόγραμμα. Η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Μελίνα Ασλανίδου είναι καθαρά λαϊκές φωνές, γι’ αυτό και ήθελα πολύ να είναι εκεί. Η Νατάσσα είναι ένας άλλος «έρωτας», αλλά η δύναμη και η ενέργειά της είναι πιο λαϊκές κι απ’ τις λαϊκές! Είναι τόσο ντόμπρος και ειλικρινής άνθρωπος, που δεν έχει καμία σημασία το «γύρισμα» στη φωνή.
Λαϊκό τραγούδι δεν σημαίνει «γυρίσματα» κατ’ ανάγκη. «Λαϊκό» είναι αυτό που έχει απήχηση, αυτό που έχει αλήθεια – αυτό που λέγαμε πριν. Και μη νομίζεις… λαϊκά θα τη βάλω να πει! (γέλια)
Κι αν σου έλεγα να μου διαφημίσεις αυτές τις βραδιές, τι θα μου έλεγες;
Θα έλεγα πως θα περάσουμε πολύ ωραία. Εγώ, πάντως, θα περάσω σίγουρα πολύ ωραία! Νομίζω ότι θα είμαι στην πιο χαλαρή μου φάση. Ονειρεύομαι να το ζήσω με όλο μου το είναι.
Το σίγουρο είναι ότι θα έχει τραγούδια που θα τραγουδήσει όλο το μαγαζί! Θα γίνουμε όλοι μια παρέα και θα το χαρούμε!
Ο «Σταυρός του Νότου» είναι κι ένα μαγαζί στο οποίο, φαντάζομαι, θα νιώθεις κι εσύ μέσα σου μια «ησυχία». Έχεις τραγουδήσει πολλές φορές εκεί…
Ισχύει αυτό. Τα παιδιά που έχουν το μαγαζί με έχουν στηρίξει πάρα πολύ. Και πρέπει να πω ότι πάντα πίστευαν ότι είμαι λαϊκή τραγουδίστρια και ότι κάποτε θα φτιάξω ένα λαϊκό πρόγραμμα. Ε, τώρα το ‘φτιαξα! (γέλια)
Ορίστε, το βρήκαμε το σλόγκαν: Με αυτές τις εμφανίσεις θα αποδείξεις ότι είσαι λαϊκή τραγουδίστρια! (γέλια)
Α, πολύ βαρύγδουπο! (γέλια)



Μαρία Λυσάνδρου
