Απομαγνητοφωνώντας την κουβέντα μας, συνειδητοποίησα ότι χαμογελούσα καθ’ όλη τη διάρκεια. Κι αυτό, διότι ο άνθρωπος αυτός εκπέμπει μία παράξενα «ήσυχη» θετική ενέργεια που αποδεικνύεται μεταδοτική. Όταν του είχα εκφράσει, κάποια στιγμή, την ανησυχία μου για το μέλλον του χαρακτήρα του στο «Μαύρο Ρόδο» του MEGA, εκείνος μου είχε απαντήσει «Δεν παθαίνει τίποτα ο Παράσχος, μην ανησυχείς. Ο Παράσχος δεν είναι άνθρωπος· είναι ιδέα!». Και, πράγματι, ο Τάσος Τζιβίσκος κατάφερε φέτος κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να κάνει έναν μπράβο της νύχτας να φαίνεται φοβερά συμπαθής, κάνοντας παράλληλα «μόδα» και τις –πάντα μαύρες– στιλιστικές του επιλογές. Πόσο ενδιαφέρον είναι, τελικά, κάτι φαινομενικά τόσο «μαύρο» να αποδεικνύεται τόσο φωτεινό… Ο Τάσος είναι αυτή ακριβώς η περίπτωση.
Σε φωνάζουν «Παράσχο» στον δρόμο;
Τώρα, το πρωί, που είχα πάει για τρέξιμο! Εγώ, βέβαια, τρέχω με ακουστικά και δεν ακούω, αλλά όταν δω ότι με αναγνωρίζουν, σταματάω και τους χαιρετάω.
Ξέρεις… ο Παράσχος δεν πολυχαμογελάει. Εγώ είμαι πιο χαλαρός, πιο προσιτός, οπότε σοκάρονται λίγο. Μου λένε «είσαι όντως ο Παράσχος;». (γέλια)
Μα είσαι και τόσο χαρακτηριστική φυσιογνωμία, ρε παιδί μου…
Η αλήθεια είναι ότι τη μούρη αυτή δεν την μπερδεύεις… (γέλια) Τους το είχα πει όταν ξεκινούσαμε το σίριαλ: Θα το κάνουμε μόδα – το man bun και το μούσι!
Είναι καλό ή κακό για τη δουλειά σου να είσαι τόσο χαρακτηριστική φυσιογνωμία;
Καλό είναι για τον συγκεκριμένο ρόλο. Τώρα, για τον επόμενο… Αν με δεις χωρίς μούσια και μαλλιά, θα πεις «Ποιος είναι αυτός;».
Έχεις αντιληφθεί καθόλου το μέγεθος αυτού που σου συμβαίνει;
Δεν αντιλαμβάνομαι το μέγεθος, με την έννοια «κάνω κάτι φοβερό». Το αντιλαμβάνομαι, όμως, με την έννοια ότι υπάρχουν άνθρωποι που κάθε βράδυ με φιλοξενούν στο σπίτι τους. Ο πατέρας μου, ας πούμε, είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους – θα κάτσει από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, κι αυτές οι σειρές θα του κάνουν παρέα. Εμένα αυτό με συγκινεί βαθιά… το θεωρώ πολύ τιμητικό.
Σου έχουν πει ποτέ κάτι που να σε έκανε να γελάσεις…;
Ήταν ένας κύριος που μου φώναξε από μακριά «Τη ρουφιανιά πολλοί αγάπησαν, τον ρουφιάνο κανείς!». Οπότε του λέω κι εγώ, με ύφος Παράσχου, «Δεν σ’ άκουσα, έλα να μου το πεις από κοντά!». Δεν ήρθε, έφυγε! (γέλια)
Καλά διάβασα ότι φοράς μόνο μαύρα;
Και μαύρα ρούχα, και μαύρο ρολόι, και μαύρο δαχτυλίδι… Ανέκαθεν ήμουν φαν του μαύρου. Πιο μικρός καταπιεζόμουν, γιατί έπρεπε να βάλω εκείνο το κίτρινο που μου είχε φέρει η κοπέλα μου ή το ροζ… Τα έβαζα, τι να ‘κανα;
Πλέον, αν ανοίξεις την ντουλάπα μου, θα δεις μόνο μαύρα. Οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν, μου λένε «είσαι ο Batman».
Δεν το ‘χεις ψάξει αυτό καθόλου, να φανταστώ… (γέλια)
Προς το παρόν δεν το ‘χω ψάξει, είχα άλλα θέματα να λύσω. Αλλά θα το ψάξω κάποια στιγμή, θα ‘χει ενδιαφέρον! Μα γι’ αυτό και με μπερδεύουν με τον Παράσχο στον δρόμο!
Σε κάποια φάση είχα σκεφτεί να βάψω κι ένα τοίχο μαύρο στο σπίτι, αλλά παραήταν… (γέλια) Αν μπεις στο σπίτι μου, θα δεις ροζ χαλί, πράσινους τοίχους… καμία σχέση.
Η αλήθεια είναι ότι είμαι ένας άνθρωπος που με τρέφουν λίγο τα σκοτάδια μου – όχι, βέβαια, στον βαθμό που το έχει ο χαρακτήρας στο σίριαλ. Αισθάνομαι ότι, μέσα από τα σκοτάδια μου, θα «εξυγιανθώ». Το αντιμετωπίζω κάπως… διαλογιστικά.
Δεν την κάνω αυτή τη δουλειά σαν δηµόσιος υπάλληλος· την κάνω σαν ερωτευµένος, στο πρώτο ραντεβού.
Και για ψυχαναγκασμούς έχω διαβάσει. Ισιώνεις, όντως, κάδρα σε τοίχους;
Με τρελαίνει αυτό, μου διαλύει το «είναι» μου! Δεν καταλαβαίνεις… Έχουμε γύρισμα, και μάλιστα μία πολύ δραματική σκηνή με τον Λεωνίδα τον Κακούρη, και έχω σηκωθεί και έχω πάει να ισιώσω τη θήκη με τα πούρα που είχε στο γραφείο. Μου λέει ο σκηνοθέτης «Τι κάνεις;», του λέω «Ρε φίλε, δεν μπορώ, μ’ έχει διαλύσει… Άσε με να το ισιώσω και συνεχίζουμε». Ε, μ’ άφησαν και το ίσιωσα! (γέλια)
Επίσης, πριν τρία χρόνια, όταν είχα ένα πολύ σοβαρό τραυματισμό στο πόδι, είχα πάει μετά την επέμβαση στον γιατρό για να μου κόψει τα ράμματα. Το πόδι το πάταγα και δεν το πάταγα… Και ξέρεις πώς ο γιατρός έχει από πίσω τα κάδρα με τα πτυχία του; Σηκώθηκα, του λέω «συγνώμη…» και πήγα έτσι, με την πατερίτσα, και ίσιωσα τρία κάδρα!
Ούτε αυτό το ‘χεις ψάξει… (γέλια)
Δεν το ‘χω ψάξει, γιατί μέχρι στιγμής με εξυπηρετεί!
Μου είπες πριν «είχα άλλα θέματα να λύσω»…
Την περίοδο που ήμουν στην Κύπρο για το «Τατουάζ», είχα περάσει κατάθλιψη, αλλά δεν είχε διαγνωστεί τότε. Είχα διάφορα θέματα, και οικογενειακά, που με αναστάτωναν. Κι ενώ έκανα ψυχοθεραπεία, όταν τώρα, τελευταία, μου συνέβη κάτι που με κλόνισε βαθιά, βρήκα την ευκαιρία να το δω λίγο πιο εστιασμένα – ν’ αρχίσω να αγαπάω λίγο περισσότερο τον εαυτό μου, ν’ αρχίσω να στηρίζομαι περισσότερο σε μένα… Αποδείχθηκε ότι είχα περάσει βαριά κατάθλιψη, και την είχα περάσει μόνος μου.
Αν περάσεις στη ζωή σου κάτι τόσο ζόρικο, μπορεί αυτό, με κάποιον τρόπο, να σου φανεί χρήσιμο στη δουλειά;
Δεν το συζητώ… Ό,τι δύσκολο έχω περάσει στη ζωή μου, κάπως μου έχει χρησιμεύσει. Όταν έχασα τη μητέρα μου, 15 χρονών, από καρκίνο, θυμάμαι ότι ξύπνησα ένα πρωί και μου είπαν απλά «Η μαμά έφυγε». Στην κηδεία γενικώς δεν έκλαψα. Έκλαψα μόνο όταν είδα τον πατέρα μου να λυγίζει… Είναι κάποιες στιγμές που τις έκανα “save”. Το συναίσθημα αυτό το έχω χρησιμοποιήσει.
Ίσως είναι κυνικό κάτι τέτοιο να το βάζεις σε κουτάκι. Αυτό το έχω ως άνθρωπος. Γι’ αυτό και ένα πράγμα που προσπαθώ να πετύχω είναι να μάθω να ζω το «τώρα». Ποτέ μου δεν το ζούσα… πάντα προσπαθούσα αυτό που ζω να το κλείσω σε ένα κουτάκι, για να το εκτιμήσω αργότερα – και τις προσωπικές μου στιγμές, και γενικότερα… Γι’ αυτό και δεν έχω ποτέ ακραίες αντιδράσεις, ούτε θυμού, ούτε χαράς.
Είναι πολλοί άνθρωποι, ας πούμε, που πάνε και βλέπουν τα παιδιά τους σε σχολικές παραστάσεις και, αν γυρίσεις και κοιτάξεις, είναι όλοι με τα κινητά. Και λες «δες το τώρα που συμβαίνει, είναι μπροστά σου! Άσε το κινητό, αφού μετά δεν θα το δεις ποτέ…».
Ε, δεν πρέπει να μαζέψουμε υλικό και για τα social media; Για εσάς, ειδικά, τα social είναι και εργαλείο δουλειάς…
Ισχύει… Βέβαια, αν δεις, εγώ ανεβάζω πράγματα από τη δουλειά και, κυρίως, θέλω να δείξω πώς αισθάνομαι την εκάστοτε χρονική στιγμή – θα ανεβάσω, ας πούμε, ένα story με κάποιον που θα ουρλιάζει (συνήθως από κάποια ταινία, γιατί είμαι και λίγο… movie maniac). Δεν με ενδιαφέρει τόσο να δείξω τα μέρη που πήγα, τι ήπια και τι έφαγα, τύπου influencing – χωρίς να το δαιμονοποιώ, έτσι; Απλά εμένα δεν με ενδιαφέρει.
Εσύ, λοιπόν, δεν πολυ-ανεβάζεις πράγματα. Οι άλλοι σου γράφουν;
Ε, ναι… και στα social media πολλαπλασιάζεται το πράγμα, γιατί υπάρχει η ασφάλεια «του καναπέ». Απαντάω στα πάντα, να ξέρεις…
Αλήθεια τώρα; Στα πάντα;
Κοίτα, στέλνουν αρκετοί, αλλά εγώ θα απαντήσω με κάποιον τρόπο, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα like ή μια φατσούλα. Θα απαντήσω και στα «άβολα»…
Ε, αυτό θέλω να μου το πεις!
Μου στέλνουν, ας πούμε, φωτογραφίες και βίντεο από προσωπικές στιγμές – άνδρες, γυναίκες. Εγώ απαντάω πάντα λογικά, του τύπου «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι εμένα μ’ ενδιαφέρει τόσο πολύ αυτό, για ν’ αρχίσω μια κουβέντα μαζί σου;». Τον φέρνεις σε απίστευτη αμηχανία τον άλλον, αν τον ρωτήσεις κάτι τέτοιο…
Ε, μετά δεν σου απαντάει ο άλλος, μη σου πω ότι σε μπλοκάρει κιόλας. Win-win! (γέλια)
Τι μας διδάσκει, λοιπόν, η φετινή σεζόν; Τα «κακά παιδιά» έχουν πέραση;
Θα σου το θέσω ως εξής: Στον ζωολογικό κήπο πού πας; Δεν θα πας πρώτα στο κλουβί με τις τίγρεις; Δεν σου εξάπτουν τόσο την περιέργεια τα… άλογα. Θα περάσεις κι από ΄κει στο τέλος, αλλά πρώτα θα πας στο θηρίο!
Το «επικίνδυνο» πάντα σε έλκει περισσότερο. Αλλά, ρε παιδί μου… στις προσωπικές σχέσεις πόσο καλό είναι αυτό;
Για τις γυναίκες αυτό το «επικίνδυνο» είναι πολύ γοητευτικό, να ξέρεις…
Γιατί όμως;
Επειδή η γυναίκα μπαίνει στο τριπάκι «εγώ αυτόν θα τον αλλάξω».
Βρε κορίτσια… γιατί τόση τοξικότητα; Ότι, και καλά, θα τον κάνω αρνάκι; Σε ρωτάω κι εγώ, λοιπόν: Αν τον φέρεις στα νερά σου, θα τον θέλεις μετά; Άσε, απαντάω μόνος μου: Όχι!
Ok, θα συμφωνήσω: Η πρόκληση του «κακού παιδιού» είναι πολύ γοητευτική και sexy, αλλά… η τίγρη είναι πολύ ωραία όσο είναι στο κλουβί. Αν φύγει το κλουβί, υπάρχει τεράστια πιθανότητα να σου κάνει κακό.
Ναι, αλλά πώς το εννοείς αυτό το «να σου κάνει κακό»…;
Άνοιξε μια μέρα τις ειδήσεις και θα δεις…
Στην πραγματική ζωή, τα κακά παιδιά δεν έχουν τίποτα γοητευτικό. Είναι άνθρωποι παραδομένοι στα πάθη τους, που πολεμούν συνεχώς τους δαίμονές τους, δεν έχουν χώρο για κανέναν άλλον στη ζωή τους.
Ωραία, λοιπόν, ας πάρουμε τον Παράσχο: Με όλα αυτά που έχει περάσει, θεωρείς ότι δεν έχει ανάγκη από αγάπη στη ζωή του; Δεν του αξίζει να τον αγαπήσει κάποιος πραγματικά;
Ωραία ερώτηση αυτή… Ξέρεις πού βρήκε την αγάπη ο Παράσχος; Όσο περίεργο κι αν σου φανεί τώρα αυτό… Στον Καστρινό! Αυτό που έλειπε στον Παράσχο ήταν μια οικογένεια. Όταν σκοτώθηκε η Σοφία, η κοπέλα του, έμεινε μόνος του.
Τον Καστρινό, όμως, τον προσέγγισε επειδή ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο της Σοφίας…
Δες λίγο την πάλη που είχε μέσα του ο Παράσχος… Ναι μεν τον προσέγγισε για να πάρει εκδίκηση, αλλά με το που πήγε κοντά του, ο Καστρινός τον έβαλε στο σπίτι του, τον έβαλε δίπλα στα παιδιά του, τον έκανε υπεύθυνο στο μαγαζί του… Σε κάποια φάση είχε πει «ο Παράσχος ξέρει πόσα ψιλά έχω μες στην τσέπη μου»!
Αυτό ήταν και η μεγάλη σύγκρουση του Παράσχου: αυτό το δέσιμο που απέκτησε με τον Καστρινό άρχισε να ηρεμεί τη μεγάλη του επιθυμία για εκδίκηση, γιατί βρήκε εκεί την αγάπη της οικογένειας που του έλειπε.
Τώρα, ως προς την αγάπη από γυναίκα, νομίζω ότι ο Παράσχος «έκλεισε» μετά τη Σοφία. Αν δεις και πώς εξωτερικεύθηκε η ιστορία με τη Νατάσσα, καταλαβαίνεις ότι εξαρχής είχε ένα συγκεκριμένο στόχο. Ήθελε να παίρνει πληροφορίες για τον Καστρινό και τον Λουκά – όχι ότι δεν του άρεσε η Νατάσσα, αλλά το μυαλό του ήταν αλλού.
Χρειάστηκε να επανεφεύρω τον εαυτό µου πολλές φορές – αυτή είναι η αγαπηµένη µου ασχολία.
Σε προβληματίζει καθόλου το ότι μπορεί να ταυτιστείς με τον Παράσχο στο μυαλό του κόσμου;
Όχι… το εκλαμβάνω ως επιτυχία, νιώθω ότι πέτυχα τον σκοπό μου. Αυτό ήθελα να κάνω: ο Παράσχος να χτυπήσει ευαίσθητες χορδές σε κάποιους – άλλοι να ταυτιστούν επειδή είναι κι εκείνοι «αγρίμια» καταπιεσμένα, άλλοι να ταυτιστούν επειδή έχουν πονέσει με τον τρόπο που πόνεσε κι εκείνος…
Το να τους κάνω να ταυτιστούν και με τον επόμενο μου ρόλο… ε, αυτό είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα!
Το look με το κοτσιδάκι και τα γένια ήταν δικό σου ή ήταν σκηνοθετική οδηγία;
Δικό μου, δικό μου! Είχα ξεκινήσει πριν την καραντίνα να μακραίνω λίγο τα μαλλιά, μετά είχα και τον τραυματισμό στο πόδι που με ακινητοποίησε 6 μήνες, οπότε δεν κουρευόμουν. Όταν κατάφερα να το πιάνω πίσω, είπα «μ’ αρέσει, θα το κρατήσω».
Όταν ξεκινούσαμε με το «Μαύρο Ρόδο», είχα ρωτήσει τον Κώστα τον Αναγνωστόπουλο, τον σκηνοθέτη, μήπως ήθελε να κάνουμε τον Παράσχο λίγο πιο clean-cut, να τον κουρέψουμε, να τον ξυρίσουμε… Μου είπε «Όπως είσαι!».
Ανεβάζεις στο instagram, κατά καιρούς, κάτι αστεία stories με τον Γιάννη τον Κουκουράκη από τα γυρίσματα. Μου είχες πει πρόσφατα «απορώ γιατί δεν κάνουμε κωμωδία…».
Θέλω να το δηλώσω δημόσια: Αυτόν τον άνθρωπο εγώ τον αγαπώ! Τον αγαπώ! (γέλια) Κατ’ αρχάς, είναι καταπληκτικό παιδί και είναι και πολύ ταλαντούχος. Είναι φοβερά γοητευτικός ο «Βίκος» που έχει φτιάξει.
Θέλω να μου πεις πόσες φορές χρειάζεται να κάνετε μια σκηνή, μέχρι να σταματήσετε να γελάτε.
Εντάξει, δεν έχουμε την πολυτέλεια των πάρα πολλών “takes”, αλλά στην πρόβα, όσο δοκιμάζουμε πράγματα, απολαμβάνω κάθε στιγμή off camera συνύπαρξης Βίκου – Παράσχου. Ε, αυτό είναι υπέροχο… Όταν επικοινωνεί το χιούμορ σου με έναν άνθρωπο, επικοινωνείς βαθιά μαζί του.
Πρέπει να σου πω ότι εμένα, στην αρχή, μου έδιναν μόνο κωμικούς ρόλους. Πάλεψα πολύ για να το αλλάξω αυτό. Χρειάστηκε να επανεφεύρω τον εαυτό μου πολλές φορές – αυτή είναι η αγαπημένη μου ασχολία. Είμαι έτοιμος για τα πάντα: θα μπορούσα να κάνω κωμωδία, να κάνω χοροθέατρο, να κάνω μιούζικαλ…
Τραγουδάς;
Στο μπάνιο μου; Υπέροχα! Δεν έχει παραπονεθεί ποτέ κανείς! (γέλια)
Μου είπες πριν ότι, όταν τρέχεις, έχεις ακουστικά. Αν κάποιος σου πάρει το ακουστικό, τι θα ακούσει;
Αν περπατάω, θα ακούσει podcast. Ακούω φανατικά τα «Μικροπράγματα» του Δημοκίδη, ακούω τον Μάκη Παπαδημητρίου…
Από μουσική είμαι γενικότερα του ροκ. Αν τρέχω, θα ακούσω από πολύ βαρύ metal, Slipknot ας πούμε, μέχρι πιο κλασικά – Led Zeppelin, Jimi Hendrix…
Άρα στο «Μαύρο Ρόδο», που δουλεύεις στα μπουζούκια, είσαι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου… (γέλια)
Δεν το ‘χω καθόλου με τα μπουζούκια! Ελάχιστες φορές είχα πάει! Αλλά, τώρα, ο Κακούρης με έχει πάρει μαζί του δύο φορές στα μπουζούκια, κι έχω περάσει υπέροχα!
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι μου φαίνεται πιο σουρεαλιστικό: Εσύ που, ενώ ακούς heavy metal, πήγες στα μπουζούκια ή το ότι ο Λεωνίδας Κακούρης πάει γενικώς στα μπουζούκια… (γέλια)
Εντάξει, ούτε εγώ ακούω μόνο metal, ούτε και ο Λεωνίδας, φαντάζομαι, μόνο μπουζούκια… (γέλια) Άσε που με τον Λεωνίδα είναι δύσκολο να μην περάσεις καλά!
Εγώ έπαθα σοκ από την πρώτη μέρα που βρεθήκαμε στο γύρισμα. Έχω καθίσει σε ένα μέρος και διαβάζω το σενάριο, και μπαίνει ο Λεωνίδας. Αρχίζουν να τον χαιρετάνε όλοι, γιατί είχαν ξαναδουλέψει μαζί με το συνεργείο, τους αγκάλιαζε, τους φιλούσε… Λέω «Πόσο εγκάρδιος είναι αυτός ο τύπος;».
Έρχεται, λοιπόν, προς το μέρος μου και μου λέει «Εσύ είσαι το δεξί μου χέρι;», «Ναι», του λέω. «Δεν το ‘κοβα καλύτερα απ’ τη ρίζα;» (γέλια). Αμέσως έσπασε ο πάγος!
Ποιος άλλος είναι τέτοιος τύπος;
Ο Νικολάκης ο Ζεγκίνογλου, που κάνει τον Λουκά! Η Κατερίνα που κάνει τη Νατάσσα, η Σίσσυ που κάνει τη Θάλεια, την μπατσίνα… Έχουν μαζέψει όλους τους χαβαλέδες (γέλια).
Υπάρχει κανείς που μονίμως ξεχνάει τα λόγια του και λέει άλλα;
Που να λέει άλλα; Εγώ! Όχι επειδή τα ξεχνάω… απλά λέω «Εμείς εδώ είμαστε Νύχτα, μπουζούκια, εγώ είμαι αυτός που είμαι… Δεν μπορώ να μιλάω λες κι ήρθα από το Χάρβαρντ! Το χρειαζόμαστε και λίγο μπινελίκι…» (γέλια) Έχω συνεννοηθεί, βέβαια, με τα παιδιά που σκηνοθετούν. Αν υπάρχει κάτι που δεν περνάει, πολύ απλά δεν μπαίνει. Και είναι προς τιμήν και των λογογράφων, και του Γιώργου του Κρητικού, του σεναριογράφου, το ότι μας αφήνουν να φέρνουμε τα πράγματα στα μέτρα μας.
Την αγαπάς πολύ τη δουλειά αυτή, ε…;
Εμάς μας τρέφει η δουλειά μας. Αν μπορούσα να δουλεύω 24 ώρες το 24ωρο, και να έχω και μία 25η για να κάνω τα δικά μου, να κάνω τη γυμναστική μου, θα ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο…
Κάνουμε την ωραιότερη δουλειά! Μου δίνεται η δυνατότητα να ζήσω 10, 20, 100 ζωές, μέσα σε μία ανθρώπινη ζωή! Κάνω τώρα τον μπράβο της νύχτας; Προσπαθώ, όσο μπορώ, να «μπω» σ’ αυτή τη συνθήκη. Θα κάνω μετά π.χ. τον γιατρό; Θα καθίσω να διαβάσω βιβλία Ιατρικής, θα κάνω την έρευνά μου… Δεν την κάνω αυτή τη δουλειά σαν δημόσιος υπάλληλος· την κάνω σαν ερωτευμένος, στο πρώτο ραντεβού.
Έχω προσέξει ότι έχεις μια ευαισθησία σε σχέση με τα ζώα, κυρίως τα σκυλιά…
Αν ποτέ με δεις με πολλά σκυλιά, να ξέρεις ότι έγινα εκατομμυριούχος! Αν ποτέ έχω πολλά λεφτά, θα μαζέψω όσο περισσότερα σκυλιά μπορώ και θα τα φροντίζω. Λατρεύω τα ζώα!
Τα σκυλιά ξέρουν ν’ αγαπάνε. Εμείς το προσπαθούμε – κάπου το βρίσκουμε, κάπου το χάνουμε… Τα σκυλιά και η τόση αγάπη που μπορούν να δείξουν, ίσως είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός.
Διάβασα και ότι μαγειρεύεις. Πες ένα φαγητό που κάνεις καλά.
Κάνω τα πάντα τέλεια! Ό,τι μου ζητήσεις, θα σου το φτιάξω! Έχω, βέβαια, μια ιδιαίτερη αγάπη στα risotti και σε ό,τι έχει να κάνει με κριθαρότο. Γι’ αυτό και όταν πάω κάπου να φάω, θέλω το φαγητό να είναι «εμπειρία». Θέλω να βλέπω την αγάπη μέσα σε ένα πιάτο, δεν θέλω να βλέπω μιζέρια.
Ωραία, λοιπόν… Για πες, τι θα μαγείρευες για μια γυναίκα;
Νομίζω ότι θα έκανα κάτι σε comfort food… Θα έφτιαχνα ρύζι με κοτόπουλο και λαχανικά, και γάλα καρύδας. Θα είχε λίγο και το μπαχαρικό του, λίγο curry, λίγο καπνιστή πάπρικα…
Και τι θα μαγείρευες για τους φίλους σου;
Θα έκανα τα καλύτερα μπέργκερ που έχεις φάει ποτέ στη ζωή σου! Και τα μπέργκερ θα έπλαθα μόνος μου, και το ψωμάκι θα ζύμωνα… Κι αν δεν προλάβαινα να ζυμώσω το ψωμί, θα έκανα στον φούρνο παραγγελία τα brioche έτσι όπως εγώ τα θέλω. Και τη μαγιονέζα θα τη φτιάξω εγώ, και την barbeque sauce εγώ…
Σου έχω κι ένα δύσκολο: Στον Λεωνίδα τον Κακούρη τι θα μαγείρευες;
Τον Κακούρη θα τον πήγαινα για σουβλάκια! (γέλια)
Όχι… στον Κακούρη θα έψηνα κρέας – πολύ ωραίες σιτεμένες μπριζόλες, medium-rare, με πολλές κοπές.
Δεσμεύτηκες δημόσια τώρα, το καταλαβαίνεις…
Λεωνίδα, σε περιμένω!
* «Μαύρο Ρόδο»: Κυριακή με Πέμπτη στις 22:50, στο MEGA
Photo credits: Σωτήρης Ζερβόπουλος



Μαρία Λυσάνδρου

