H παράσταση «Τα τελευταία φεγγάρια» δεν θα σ’ αφήσει ασυγκίνητο. Στα πρόσωπα των ηρώων είναι πιθανό ν’ αναγνωρίσεις τους γονείς σου που μεγαλώνουν, τον εαυτό σου που μεγαλώνει, ή και τον εαυτό σου που έχει ακόμα πολλά χρόνια μπροστά του, αφήνοντας την καθημερινότητα να τον αποσυντονίζει σε σχέση με το τι είναι πραγματικά σημαντικό στη ζωή… Η συζήτηση που κάναμε εκείνο το απόγευμα στο Θέατρο Coronet με τους συντελεστές της παράστασης, τη Μαρία Παπαφωτίου, τον Δημήτρη Λιακόπουλο, αλλά και τη Ρέινα Εσκενάζυ που σκηνοθετεί την παράσταση, αποδείχθηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Διότι τα όσα βλέπεις στη σκηνή σου γεννούν την ανάγκη να σκεφτείς, να προβληματιστείς, να κοιτάξεις μέσα σου. Εξάλλου, αυτή δεν είναι και η μαγεία του θεάτρου;
Το έργο «Τα τελευταία φεγγάρια», εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφορά περισσότερο ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Τι πιστεύετε ότι θα εισπράξει ένας νεαρότερος θεατής που θα έρθει να παρακολουθήσει την παράσταση;
Δημήτρης Λιακόπουλος: Το όλο έργο διαδραματίζεται, σε ένα μεγάλο μέρος του, την ώρα που ο ήρωας περιμένει τον γιο του να έρθει να τον πάει στο γηροκομείο. Αυτό αφορά όλο τον κόσμο γιατί, καλώς εχόντων των πραγμάτων, όλοι θα γεράσουμε. Το έργο αυτό έχει να κάνει με όλους τους φόβους και τις ανησυχίες που περνάμε όλοι σκεπτόμενοι τον θάνατο – πόσω μάλλον όταν οι ίδιοι είμαστε κοντά.
Με τον ήρωα θα ταυτιστούμε, αν είμαστε κοντά ηλικιακά. Μπορούμε, όμως, να ταυτιστούμε με τον γιο, γιατί όλοι έχουμε γονείς που μεγαλώνουν. Γι’ αυτό και, όταν διάβασα το έργο, για μένα ήταν πρωτόγνωρες οι σκέψεις και οι φόβοι που μου γεννήθηκαν. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ πριν…
Μαρία Παπαφωτίου: Συμφωνώ με τον Δημήτρη 100% και πιστεύω ότι μια παράσταση, ανεξαρτήτως του κεντρικού της άξονα που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το ότι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ετοιμάζεται να πάει στο γηροκομείο, οφείλει και κειμενικά, και σκηνοθετικά, και ερμηνευτικά, να μπορεί να αναπτύξει πολλαπλά επίπεδα. Ναι μεν αυτή είναι η αφετηρία σου, αλλά αυτό μετά απλώνεται σε πολλά πυρηνικά ζητήματα της ζωής. Αν μιλάς για τον θάνατο, μιλάς και για τη ζωή. Αν μιλάς για τα γηρατειά, μιλάς και για τα νιάτα.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι οι παραστάσεις που φτάνουν στην καρδιά του θεατή, έχουν όλες αυτό το συστατικό: ασχολούνται με 4-5 βασικά ζητήματα, δεν είναι παραπάνω, που μας απασχολούν όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας. Κι αυτό το έργο το έχει αυτό πολύ.
Στο δε σημείωμά της, η Ρέινα Εσκενάζυ, η οποία σκηνοθέτησε την παράσταση, σχολιάζει ότι «τα γηρατειά είναι προνόμιο», κάτι που οι περισσότεροι δεν αντιλαμβανόμαστε…
Δ.Λ.: Δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι συμφωνώ…
Μα δεν είναι προνόμιο το να ζήσεις πολλά χρόνια και να γεράσεις;
Δ.Λ.: Για να συζητάμε κάτι τέτοιο, ίσως πρέπει να καθορίσουμε πρώτα ποιο είναι το νόημα όλου αυτού. Υπάρχει νόημα; Εγώ ακόμα τα ψάχνω το νόημα της ζωής!
Το κείμενο το λέει μέσα πάρα πολύ ωραία, λύνοντάς μου, εμένα τουλάχιστον, πολλές απορίες: Η φύση, με τη σοφία της, έχει φροντίσει καθώς μεγαλώνει ο άνθρωπος, να τον κάνει να γερνάει. Αν δεν γερνούσαμε, όλοι οι νέοι θα επαναστατούσαν στην ιδέα του θανάτου. Γι’ αυτό σε κάνει να γερνάς, να φθείρεται το μυαλό και το σώμα σου, φτάνοντας σε ένα σημείο να πεις «Ε, άντε, να “φύγω” να τελειώνω!». Κανένας 20άρης δεν θα το έλεγε ποτέ αυτό.
Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό είναι προνόμιο. Διότι υπάρχει και κόσμος που λέει «Εγώ δεν θέλω να φτάσω σε σημείο να κατουριέμαι πάνω μου. Έχω ζήσει κάποια πράγματα, καλύτερα να φύγω τώρα, υγιής, που ακόμα στέκομαι στα πόδια μου».
Μ.Π.: Από την άλλη, να πω ότι φυσικά και φθείρεσαι βιολογικά, αλλά πάει αντιστρόφως ανάλογα με το τι κερδίζεις πνευματικά. Ίσως είναι όντως προνόμιο το να μεγαλώνεις, γιατί φτάνεις σε μεγαλύτερη γαλήνη και αποδοχή, σε σχέση με το ποιος στ’ αλήθεια είσαι. Κι αυτό μπορεί να είναι πολύ μεγάλη ανακούφιση.
Όταν είσαι 20 χρονών, άλλα πράγματα είναι ανακουφιστικά: το να πετυχαίνεις τους στόχους σου, να κερδίζεις ανθρώπους, να κερδίζεις πρωτιές… Μεγαλώνοντας, εγώ έχω καταλάβει ότι μια πραγματική επιτυχία είναι το να μπορεί κανείς να είναι προς τα έξω αυτό που είναι και προς τα μέσα. Αυτό, νομίζω, είναι κάτι που, περνώντας τα χρόνια, σου το επιβάλλει έτσι κι αλλιώς η φύση.
Τι αντιδράσεις έχετε εισπράξει από το κοινό, κατά τη διάρκεια της παράστασης;
Δ.Λ.: Ο κόσμος κλαίει. Το έργο είναι πολύ συγκινητικό… Η μαγεία του, όμως, είναι ότι, εκεί που κλαις, κάτι γίνεται και θα γελάσεις. Είναι έργο που απλά μιλάει στην ψυχή σου, χωρίς να γίνεται μελό. Ευτυχώς, ο Furio Bordon που το έχει γράψει, έχει βάλει κάποιες πινελιές που ελαφραίνει το κλίμα. Και, τελικά, αυτό αντικατοπτρίζει και τη διττότητα της ίδιας της ζωής. Δεν είναι μόνο μαύρο, είναι και άσπρο…
Μιλήστε μου λίγο για τον ρόλο σας…
Μ.Π.: Στο πρώτο επίπεδο, ο δικός μου ρόλος είναι το φάντασμα της γυναίκας του ήρωα, η οποία έχει φύγει πολύ νέα και επανέρχεται στη ζωή του.
Διαβάζοντας το έργο και συζητώντας με τη Ρέινα, πήγαμε σε ένα δεύτερο «στρώμα», το οποίο είναι και το πιο αληθινό. Στην πραγματικότητα, είμαι οι «δεύτερες φωνές» του. Αυτή η φωνή που ακούς μέσα στο κεφάλι σου, η συνείδησή σου, που δίνει και ένα ιδιαίτερο νόημα στο πώς ακολουθείς τον χαρακτήρα. Είναι ο αντίλογός του, είναι αυτός που θα του χτυπήσει τον ώμο και θα του πει «πρόσεχε, γιατί αυτό που λες τώρα αργότερα θα το μετανιώσεις». Υπάρχει μία «νουθεσία», η οποία σκηνικά γίνεται και με ρομαντικό, αλλά και με αστείο τρόπο.
Βλέπω ότι μεταξύ σας το έχετε συζητήσει, το έχετε δουλέψει πολύ. Το πράγμα είναι πολύ βαθύτερο από το προφανές που καταλαβαίνεις διαβάζοντας την υπόθεση του έργου.
Δ.Λ.: Θα σου πω κάτι κλισέ μεν, αλλά αυτή είναι αλήθεια: το έργο αυτό μας έχει συγκινήσει. Δεν γινόταν να μην το συζητήσουμε! Αυτό, ας πούμε, για τη σοφία της φύσης που λέγαμε πριν, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ… Σε κάποια φάση, λέει «Περπατάω στον δρόμο και είναι σαν να είμαι αόρατος, δεν με κοιτάει κανείς. Μυρίζω ναφθαλίνη». Φαντάσου πώς είναι να περπατάς στον δρόμο και να μη σου δίνει κανείς σημασία, ή να σε κοιτάνε με απέχθεια και να λένε «άντε, γέρο»… Κι εσύ απλώς να στέκεσαι εκεί, χωρίς να έχεις μιλήσει καθόλου.
Μ.Π.: Οι άνθρωποι να σε αντιμετωπίζουν σαν βαρίδι της κοινωνίας, μόνο και μόνο επειδή είσαι μεγάλος…
Το θέμα του ηλικιακού ρατσισμού είναι πολύ σοβαρό. Η κοινωνία μας είναι φοβερά ρατσιστική σε σχέση με τις μεγάλες ηλικίες…
Μ.Π.: Η κοινωνία μας έχει ρατσισμό με οτιδήποτε δεν είναι «πρώτο άλογο» στην κούρσα – είτε έχει να κάνει με την ηλικία, είτε έχει να κάνει με την απόδοση, είτε έχει να κάνει με την ευτυχία, με τα οικονομικά μεγέθη. Ο ρατσισμός έχει πολλαπλά επίπεδα…
Και ο δικός σου χαρακτήρας, Δημήτρη;
Δ.Λ.: Ο δικός μου χαρακτήρας είναι ο –τυπικός, γιατί όχι;– γιος που έχει παρασυρθεί από την καθημερινότητα. Είναι παντρεμένος, έχει δύο παιδιά, και καλείται να διαχειριστεί, από τη μεριά του, και το θέμα του πατέρα του, χωρίς να μπορεί να φανταστεί τι περνάει ή τι σκέφτεται εκείνος. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που «πρέπει να πάθει για να μάθει».
Όλη η παράσταση, κατά την άποψή μου, είναι ένα παιχνίδι από την πλευρά του πατέρα, για να τον κάνει λίγο να αισθανθεί, να συγκινηθεί – να ξεκουνηθεί. Να νιώσει λίγο την παρουσία του πατέρα του. Όταν κάτι το έχεις κάθε μέρα (γιατί έχει τον πατέρα του μέσα στο σπίτι), το θεωρείς δεδομένο. Τίποτα, όμως, δεν είναι δεδομένο σ’ έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται.
Αν εσύ είσαι τυφλωμένος και στάσιμος, όταν φτάσει εκείνο το σημείο που στο επόμενο δευτερόλεπτο θα έχουν αλλάξει όλα, η πραγματικότητα έχει την τάση να σου δίνει ένα χαστούκι, σε αφυπνίζει βιαίως. Αυτό ακριβώς το χαστούκι τρώει ο γιος πάνω στη σκηνή – και καλά να πάθει…
Κι αν κάποιος σας έλεγε «σκέφτομαι να έρθω να δω την παράσταση», τι θα λέγατε για να τον πείσετε να έρθει; Γιατί να έρθει να τη δει;
Δ.Λ.: Θα πω αυτό που λέω στους φίλους μου: Είναι ένα θέμα που μας αγγίζει όλους, ΟΛΟΥΣ! Δεν γίνεται να μη σε συγκινήσει. Αφού είσαι ζωντανός, θα φοβάσαι τον θάνατο, θα φοβάσαι μη μείνεις κάποια στιγμή μόνος, θα φοβάσαι τα γηρατειά…
Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι ότι έχεις στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Στέφανο Κυριακίδη! Είναι τεράστια ευκαιρία να δεις την ερμηνεία του σε ένα τέτοιο έργο, που και ο ίδιος είναι σε μία ηλικία, μικρότερη μεν, αλλά κοντά σε εκείνη του χαρακτήρα που υποδύεται. Το ζει και τα δίνει όλα!
Μ.Π.: Εγώ ένα πράγμα που παρατηρώ είναι ότι, σε αναλογία παραστάσεων, που κι αυτές είναι πολύ ωραίες και αξιόλογες, κερδίζουν πολύ έδαφος οι παραστάσεις που λειτουργούν πιο αποστασιοποιημένα σε σχέση με το συναίσθημα. Επιλέγουν, δηλαδή, έναν άλλο δρόμο για να φτάσουν στον θεατή – ένα δρόμο, βέβαια, ο οποίος επίσης απαιτεί πολλή δουλειά. Με λίγα λόγια, αρχίζουν να μειώνονται οι παραστάσεις εκείνες που χρησιμοποιούν ως βασικό μέσο το συναίσθημα, που μιλάνε αυτή τη «γλώσσα» για να συνεννοηθούν με το κοινό.
Τα «Τελευταία Φεγγάρια» είναι μία τέτοια παράσταση. Αν δεν έπαιζα και έβλεπα την παράσταση ως θεατής, θα μου θύμιζε αυτή τη «μυρωδιά του θεάτρου», που μπορεί να έχει και κάτι από πιο παλιά, χωρίς να γίνεται «παλιακό». Είναι μια βαθιά ανθρώπινη παράσταση, ανθρωποκεντρική. Αυτό που βλέπεις τη σκηνή μπορείς να το απομονώσεις και να νιώσεις ότι βλέπεις μια σκηνή από την καθημερινότητα.
Και, τελικά, κυρία Εσκενάζυ, είναι προνόμιο τα γηρατειά;
Ρέινα Εσκενάζυ: Νομίζω ότι είναι προνόμιο ως προς τον τρόπο σκέψης και ως προς την αγωνία να μην κυνηγάς τα πράγματα. Όταν είσαι πιο νέος, θέλεις, θέλεις, διεκδικείς, πολεμάς. Κάποια στιγμή, λοιπόν, λες «Ωπα! Να χαλαρώσουμε λίγο και να δούμε αυτό που συμβαίνει να περνάει;». Έχεις ήδη πολεμήσει πολύ… Αλλάζει η λογική και οι προτεραιότητες γίνονται πολύ πιο ουσιαστικές.
Και δεν είναι ποτέ αργά να το συνειδητοποιήσεις αυτό, φαντάζομαι…
Ρ.Ε.: Υπάρχουν άνθρωποι που το συνειδητοποιούν αυτό και στα 35, και στα 40 τους. Εγώ σ’ αυτούς τους ανθρώπους βγάζω το καπέλο. Υπάρχουν κάποιοι άλλοι, εμείς που είμαστε λίγο πιο καριερίστες, που αργούν να το πάρουν απόφαση.
Έχετε καταλήξει ποιο είναι το καλύτερο, το πιο «υγιές»; Να το καταλάβεις αυτό νωρίς ή να πάθεις και να μάθεις, και να το συνειδητοποιήσεις όλο αυτό στην ώρα του;
Ρ.Ε.: Εγώ παραδέχομαι τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν νωρίς ότι πρέπει να σταματήσουν να κυνηγάνε πράγματα που, τελικά, δεν έχουν καμία σημασία. Βέβαια, για να τα κάνεις, σημαίνει ότι, με κάποιον τρόπο, θρέφουν την ψυχή σου. Σταματάνε, λοιπόν, και βρίσκουν αυτή την «τροφή» της ψυχής κάπου αλλού: Ταξίδια θα είναι αυτό; Σχέσεις θα είναι αυτό; Δυο σκυλιά; Ένα αγρόκτημα;
Και τους βγάζω το καπέλο, γιατί εγώ αυτό δεν το κατάφερα ποτέ. Τη βλέπεις την κατάσταση: μεγάλωσα, αλλά ακόμα με βρίσκεις εδώ, στο θέατρο, να φτιάχνω τον φωτισμό! (γέλια)
Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ



Μαρία Λυσάνδρου
