_Αναγκαίο κακό οι συνεντεύξεις; Ή και μια ευκαιρία να μιλήσει κανείς για πράγματα που ενδεχομένως δεν μπορεί να πει μέσα από το θέατρο;
Όταν μπεις στη διαδικασία να προωθήσεις την παράστασή σου, θα δώσεις αναγκαστικά πολλές συνεντεύξεις. Η συνέντευξη είναι ένα δημόσιο βήμα. Ε, πόσες φορές, όμως, να μιλήσεις για τον εαυτό σου σε ένα δημόσιο βήμα; Θα αρχίσεις πια να μιλάς για την επικαιρότητα. Αυτό είναι, λοιπόν, το αναγκαίο «κακό»: πολλές φορές, πρέπει να «επανεφεύρεις» τον εαυτό σου, για να μην πεις τα ίδια…
_Παλαιότερα κάποιος μού είχε πει πως, όταν άρχισε να σχολιάζει την επικαιρότητα, παρατήρησε ότι άρχισε να χάνει ένα μέρος του κοινού του. Εσάς σας έχει απασχολήσει ποτέ αυτό; Ρωτάω ακριβώς επειδή βλέπω ότι έχετε το θάρρος της γνώμης σας…
Σε σκέψεις μπαίνεις, όταν ξέρεις ότι πραγματικά συμβαίνει αυτό που είπε ο κύριος. Το θέμα είναι αν σε αφορά αυτό, αν η σιωπή σου εξαγοράζεται από τον κόσμο που θα έρθει να πληρώσει παραπάνω για να σε δει ή να σε ακούσει.
Εγώ δεν μπορώ να βάλω τη σιωπή μου σε ένα «ανταλλακτήριο», δεν με ενδιαφέρει. Είμαι επί σκηνής, λέω την άποψή μου. Από συνεντεύξεων επίσης λέω την άποψή μου, κι όποιος θέλει ακολουθεί. Γιατί, ξέρεις, το «ακολούθει μοι» πρέπει να έχει και μια βασική αρχή, μια βασική γνώμη. Τώρα τελευταία, βέβαια, μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το δίπολο και το λέω πολύ συχνά:
Είναι δύο διαφορετικά πράγματα η γνώμη και η γνώση. Συνήθως γνώμη έχουν όσοι δεν έχουν γνώση. Όσοι έχουν γνώση, τη λένε τη γνώμη τους λίγο πιο φειδωλά.
_Έχετε πει ότι η Τέχνη δεν δίνει απαντήσεις – η Τέχνη κάνει τις ερωτήσεις, και ο θεατής δίνει τις δικές του απαντήσεις…
Ναι, βέβαια. Νομίζω πως ο ενεργός πολίτης (και χρειαζόμαστε ενεργούς πολίτες, όχι ανθρώπους που απλά διαφωνούν) πρέπει να έχει δεχτεί «μεγάλες» ερωτήσεις, ώστε να μπει στη διαδικασία κατ’ αρχάς να τις σκεφτεί και, κατά δεύτερον, να δώσει τη δική του, προσωπική, απάντηση.
Δεν θα αναρωτηθώ ποτέ, ας πούμε, αν ένα «όπλο» επιστημονικό μπορεί να κρύβει πράγματα από πίσω του. Δεν θα μπω σε μια θεωρία συνωμοσίας, όταν υπάρχει μια ιατρική πράξη. Αν το κάνω αυτό, το μόνο πράγμα που καταφέρνω είναι να θεωρητικοποιώ τον φόβο μου.
Πρέπει, λοιπόν, να σκεφτώ: Τι είναι πιο κοινωνικά «φίλιον»; Να μην κάνω το εμβόλιο επειδή φοβάμαι, διακινδυνεύοντας να μη γίνει μια παράσταση και να μην έχουν να φάνε είκοσι άνθρωποι; Γιατί είμαι στην ευχάριστη, και παράλληλα δυσάρεστη, θέση το «επ’ ονόματί μου» να δίνει φαγητό σε άλλους ανθρώπους. Αν εγώ δεν κάνω το εμβόλιο και αρρωστήσω, δεν θα μπορώ να παίξω και, προφανώς, αυτοί οι άνθρωποι δεν θα έχουν να φάνε.
Στην περίπτωσή μου, λοιπόν, ο φόβος μου πολλές φορές γίνεται πολύ πιο προοδευτικό εργαλείο, από το να γίνει συντηρητικό εργαλείο. Μου δίνει τη δυνατότητα να καταλάβω ότι είμαι υπεύθυνος απέναντι σε κάποιους ανθρώπους.
_Μια και την ανοίξαμε αυτή τη συζήτηση, πώς δικαιολογείτε εσείς το γεγονός ότι υπάρχει τέτοια άρνηση απέναντι στο εμβόλιο;
Το εμβόλιο προστατεύει το σύστημα υγείας των κρατών. Το εμβόλιο εξασφαλίζει το να μην καταλήξουν όλοι οι νοσήσαντες να χρειάζονται νοσηλεία. Μην μπερδευόμαστε… Το εμβόλιο δίνεται δωρεάν από τα κράτη, γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση προτιμάει να χαλάσει τώρα αυτά τα λεφτά, παρά τα πολλαπλάσια λεφτά σε περίπτωση μαζικών νοσηλειών σε εντατικές.
Και, ξέρεις, ένας πολίτης που πεθαίνει είναι μεγάλο βάρος για το κράτος, γιατί χάνεται ένα χέρι εργατικό. Κάθε θάνατός μας είναι ένα μικρό «τσίμπημα» στα οικονομικά συστήματα. Η Οικονομία στηρίζεται στους εργαζομένους, σε αυτούς που είτε παράγουν, είτε παρέχουν μια υπηρεσία.
_Και οι τόσοι αρνητές πώς εξηγούνται;
Παγκοσμίως, το αντι-εμβολιαστικό κίνημα είναι ηλικίας 50-60 ετών. Παγκοσμίως, οι αρνητές των εμβολίων ήταν πάντα ένα 20-30%, δεν έχει αλλάξει κάτι. Απλά, τώρα, αυτό το 20-30% το χρειαζόμαστε δίπλα μας, και δεν είναι. Είναι τόσο απλή η απάντηση.
Θυμάμαι, τη δεκαετία του ’70, στο δημοτικό, μια μαμά που είχε μπει μέσα και φώναζε επειδή δεν ήθελε το παιδί της να κάνει το εμβόλιο. Δεν ήξερα τότε το γιατί. Στον στρατό, ως έφεδρος στρατιώτης, κατάλαβα ότι ένα μεγάλο μέρος των εφέδρων δεν ήθελαν να κάνουν το εμβόλιο. Ξέρεις τι λέγανε το 1991 που παρουσιάστηκα εγώ; «Μας βάζουνε μέσα “τέτοια”, για να μην αρνιόμαστε να πυροβολάμε», μου είχε πει ένας. Και μιλάμε γι’ αυτά τα εμβόλια του στρατού, του τετάνου, που δεν πάθαινες τίποτα! Ληγμένο κρέας από 30ετίας να έτρωγες, δεν πέθαινες, ρε παιδί μου!
_Είναι θέμα νοοτροπίας, νομίζω…
Ό,τι και να είναι, κάποιος φοβάται κάτι. Εδώ υπάρχουν θρησκείες λόγω του φόβου του θανάτου! Έχουμε καταφέρει τον φόβο του θανάτου, της ανυπαρξίας μας, να τον εξηγήσουμε λέγοντας ότι υπάρχει κάτι στο Επέκεινα – κι έτσι, ηρεμούμε. Αυτόν τον φόβο τού «μετά» διαχειρίζονται οι θρησκείες… Βεβαίως, μετά το θεωρητικοποιείς, κάνεις τον πνευματικό, μιλάς για την πορεία του ανθρώπου…
Δεν πρέπει να θεωρητικοποιούμε λάθος τον φόβο. Κάποιοι λένε ότι υπάρχει ανελευθερία λόγω των μασκών, λόγω της κοινωνικής απόστασης, λόγω του εμβολίου… Μη μεταφράζουμε μία πράξη ιατρικής ανάγκης ως «ανελευθερία», όταν ανελευθερία είναι ο ίδιος μας ο φόβος.
Για µένα, η αισθητική είναι το χρήσιµο. Αυτή η αισθητική µε ακολουθεί και στο θέατρο.
_Υπάρχει λύση σ’ αυτό;
Mε το να φοβάσαι, χάνεις τον χρόνο σου. Καλύτερα να πράξεις, γιατί η πράξη, ακόμα κι αν οδηγήσει σε λάθος, θα σου δώσει γνώση, εμπειρία. Απλώς θέλει καιρό για να γίνει αυτό, δυστυχώς…
Είμαστε στην κοινωνία της πληροφορίας, η οποία έχει και πολύ «σκουπίδι». Πιστεύαμε ότι το Ίντερνετ θα είναι παγκόσμια βιβλιοθήκη και, τελικά, είναι παγκόσμιο «σκουπιδαριό».
Θα σου το πω αλλιώς: Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί. Λίγοι είναι οι εξαίρετοι. Αρκετοί είναι πολύ καλοί, το μεγαλύτερο μέρος είναι μέτριοι και πάρα πολύς κόσμος είναι χάλια.
_Και τι κάνει τη διαφορά μεταξύ ενός πολύ καλού και ενός εξαίρετου ηθοποιού;
Η προσωπική άποψη! Το τι πιστεύεις για τη ζωή!
Από άνθρωπο που είναι επί σκηνής, μπορώ να καταλάβω αν πιστεύει στον Θεό, τι ομάδα είναι, αν έχει φάει το μεσημέρι, αν δεν έχει φάει… Τα πάντα φαίνονται στη σκηνή.
_Ένα παράδειγμα πείτε μου…
Δεν χρειάζεται να πούμε ονόματα, αλλά θα ξέρεις σίγουρα ηθοποιούς, που τους βλέπεις ότι δεν είναι χορτασμένοι, είναι αδηφάγοι επί σκηνής, ρε παιδί μου… Θέλουν να τραβάνε διαρκώς την προσοχή.
_Μα μέχρι και τι ομάδα είναι; (γέλια)
Εντελώς μπορείς να το καταλάβεις! Θα σου πω… Ζούμε σε μια χώρα, όπου έχουμε μάθει μια ομάδα να παίρνει διαρκώς πρωτάθλημα, επί τριάντα χρόνια μια κυβέρνηση να είναι διαρκώς κυβέρνηση, με μικρές εναλλαγές, και έχουμε μάθει να είμαστε οπαδοί των πρωταθλητών, είτε ψηφοφόροι των πρωταγωνιστών, χωρίς εμείς να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας. Αυτό είναι ο βασικά κακός λαϊκισμός.
Ο λαϊκισμός δεν είναι μόνο η προσπάθεια να εξηγήσεις πολύ δυνατές έννοιες με πολύ απλή γλώσσα, για να χαϊδέψεις τα ταπεινότερα ένστικτα των ανθρώπων – όχι. Λαϊκισμός είναι να κάνεις τον Έλληνα να πιστεύει ότι είναι ο περιούσιος λαός από το 1821 και δώθε!
Για ποιον λόγο η πατριαρχία είναι τόσο κακό πράγμα; Γιατί εμάς μας μεγαλώνανε με το σκεπτικό ότι πρέπει να είμαστε καλοί εραστές ή καλοί σύζυγοι, να βγάζουμε λεφτά, να νιώθουμε ότι μας ανήκουν οι γυναίκες μας και, αν μας κερατώσουν, μπορούμε να τους κάνουμε κακό… Έτσι μεγάλωσε η γενιά μου – μη σου πω και η τωρινή γενιά…
_Κι όμως η πατριαρχία, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, καταπιέζει και τους ίδιους τους άντρες. Το να νιώθεις μονίμως ότι πρέπει να φτάσεις ένα συγκεκριμένο πρότυπο και, αν δεν το κάνεις, να αισθάνεσαι ανεπαρκής…
Τι να κάνουμε, οι αυτοκράτορες χρειάζονται ευνούχους. Και μας έχουν «ευνουχίσει». Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι όλα αυτά είναι ένα πολύ δυνατό εργαλείο για να εξουσιάσεις.
Και βλέπεις ότι, ακόμα και στα σημερινά μας κόμματα, υπάρχουν άνθρωποι που λένε μπαρούφες, και λες «Λέει μπαρούφα, μα δεν το καταλαβαίνει καθόλου;». Το καταλαβαίνει πάρα πολύ καλά. Απλά «ψαρεύει» σε θολό νερό. «Ψωνίζει» από τα ταπεινά μας ένστικτα. Αυτό είναι η ακραία συντηρητικότητα – και μη νομίζεις ότι δεν υπάρχουν συντηρητικοί στον ΣΥΡΙΖΑ ή στο ΚΚΕ… Υπάρχουν και προοδευτικοί, οι οποίοι είναι βαθιά συντηρητικοί.
Δεν μισώ πια έναν συντηρητικό∙ σχεδόν τον λυπάμαι. Γιατί έχει πέσει στην παγίδα του δικού του φόβου. Δεν έχει την ανάγκη να κάνει κάτι παραπέρα, του αρκεί το «μέχρι εκεί». Είναι σαν το μωρό μες στο παρκάκι, το οποίο έχει τον χώρο να κινηθεί μεν, αλλά στα όρια του παρκακίου του.
Πρέπει να υπάρχει μια προοδευτική σκέψη στη συντηρητική πρακτική. Αυτό μας λείπει…
_Στις «Άγριες Μέλισσες», λοιπόν, υποδύεστε τον Ακύλα Μεγαρίτη, έναν άνθρωπο ακραία συντηρητικό. Οι δικές σας προσλαμβάνουσες είναι εντελώς διαφορετικές… Υπήρξε καθόλου δυσκολία στο να τον ενσαρκώσετε;
Εγώ είμαι ένας άνθρωπος της τεχνικής. Ως επαγγελματίας, δεν αφήνομαι στο συναίσθημα το δικό μου. Κάνω τεχνικά ό,τι χρειάζεται, για να προκαλέσω το δικό σου συναίσθημα. Τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους σαν τον Ακύλα Μεγαρίτη, ξέρω τι μισώ σ’ αυτούς, ξέρω τι δεν με ενδιαφέρει καθόλου σ’ αυτούς. Κι επειδή το έχω αναλύσει, ξέρω να σας το «δώσω». Έτσι, σας κάνω να τον αντιπαθείτε όσο τον αντιπαθώ και εγώ!
Κατ’ αρχήν, πριν αρχίσουμε το γύρισμα με τη γλυκύτατη Μαρκέλλα Γιαννάτου που τη λατρεύω, της λέω «Συγνώμη, Μαρκελλάκι μου, για ό,τι σου κάνω», και γελάει. Μετά έρχονται άλλες φορές, που έχουμε μια πολύ δύσκολη σκηνή, και μου λέει εκείνη «Συγνώμη γι’ αυτό που θα σου κάνω». Και της λέω, «Ξεκίνα, αγάπη μου, το οφείλεις πια!». (γέλια)
Είναι αλήθεια ότι αυτό που κάνουμε έχει ενοχλήσει…
_Πράγματι, μια μερίδα του κοινού έδειξε να ενοχλείται από την ενασχόληση του σίριαλ με την περίοδο της δικτατορίας. Πού το αποδίδετε εσείς αυτό;
Έχει ενοχλήσει, γιατί πολύς κόσμος είχε ευχηθεί να συμβούν στην Ελλάδα όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο. Όταν ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού είχε ευχηθεί να μη βγει ο Γεώργιος Παπανδρέου στις εκλογές, και ευχήθηκε να έρθουν οι συνταγματάρχες, όταν ήρθαν κατάλαβε ότι αυτοί χρησιμοποίησαν κάτι «Ακύλες Μεγαρίτηδες» για να εξαπλωθούν. Γιατί το χειρότερο, λέει, δεν είναι ο κοτζάμπασης, ο επιστάτης του είναι!
Ταλαιπωρηθήκαμε από τους επιστάτες… Ταλαιπωρηθήκαμε από ανθρώπους, οι οποίοι ήταν αντιδημοκρατικότεροι του δικτάτορα! Ένας από αυτούς είναι και αυτός ο χαρακτήρας που κάνω.
Κατάλαβε, λοιπόν, ο ελληνικός λαός ότι δεν μας αρμόζει η δικτατορία. Γιατί, ακόμα κι αυτός που πιστεύει στη φιλελεύθερη οικονομία, αυτό το «ελεύθερος» που υπάρχει στο «φιλελεύθερος» δεν το καταλαβαίνει: το «ελεύθερος» δεν έχει να κάνει με προσωπική ελευθερία, έχει να κάνει με την ελευθερία της αγοράς. Ο αριστερός κοινωνιστής, από την άλλη πλευρά, λέει «Δεν μπορώ να έχω ένα περιβάλλον, το οποίο δεν μου επιτρέπει να ανθίσω, δεν μου επιτρέπει να κάνω λάθος».
Στη δημοκρατία σού επιτρέπεται να κάνεις λάθος. Έχουμε ακόμα αυτό το θετικό πρόσημο. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το δικαίωμα στο λάθος είναι το μεγαλύτερο ανθρώπινο δικαίωμα. Είτε είσαι χριστιανός, είτε είσαι άθρησκος, εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνεις την έννοια της συγχώρεσης. Η συγχώρεση είναι κοινωνικό μέρος του χριστιανισμού, δεν είναι θεϊκό.
Πριν αρχίσουµε το γύρισµα µε τη γλυκύτατη Μαρκέλλα Γιαννάτου, της λέω «Συγνώµη, Μαρκελλάκι µου, για ό,τι σου κάνω», και γελάει.
_Τι γίνεται, όμως, με τους ανθρώπους που, «στο όνομα της δημοκρατίας», υπερβαίνουν τα όρια;
Τα έχει πει το αρχαίο ελληνικό δράμα πολύ πριν από εμάς. Και μη διαβάζεις τα επεισόδια, τα χορικά να διαβάζεις. Στα χορικά και του Αισχύλου, και του Σοφοκλή, και του Ευριπίδη, οι πολίτες μιλάνε στους πολίτες…
Το ότι δεν καταλαβαίνεις την αξία του κοινωνικού σου μέρους, δεν σημαίνει πως το κοινωνικό σου μέρος δεν υπάρχει. Δεν θα πάψει να υπάρχει η ανάγκη για δημοκρατία, επειδή κάποιος πιστεύει ότι μέσα στο εμβόλιο βάζουν μικροτσίπ για να σε ελέγχουν, τη στιγμή που ο ίδιος έχει ένα κινητό στο χέρι και είναι όλη τη μέρα στο Instagram…
Χρειάζεται να θυμηθούν οι συμπολίτες μας, όχι τα δικαιώματά τους, αλλά την ευθύνη τους – αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Εγώ συμμετέχω σε αυτόν τον τρόπο, ανεβάζοντας παραστάσεις, αναλύοντας τα πιστεύω μου σε μια συνέντευξη…
_Και τι μαθαίνουμε από την «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ, την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστείτε φέτος στο Θέατρο Βρετάνια, την οποία σκηνοθετείτε κιόλας;
Ό,τι σου λέω, η «Προδοσία» το έχει μέσα. Είναι μια παράσταση που δημιουργεί την ανάγκη στον θεατή να διαμορφώσει γνώμη. Να αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να συμπεριφέρεται στον σύντροφο ή στη σύντροφό του…
_Δηλαδή ο θεατής θα ταυτιστεί με έναν από τους τρεις χαρακτήρες του έργου;
Με κανένα δεν θα ταυτιστεί. Δεν μπορεί να ταυτιστεί! Καταλαβαίνει ότι και οι τρεις είναι ο εαυτός του, είναι η «τριαδική του μορφή».
Αυτό το φοβερό έχει κάνει ο Πίντερ. Γιατί είσαι και ο σύζυγος, και ο εραστής, και η σύζυγος. Σε μια σου σχέση είσαι τα πάντα. Είσαι και ο προδομένος, είσαι και ο προδότης, είσαι και το τρίτο άτομο.
_Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε θεατής;
Βέβαια. Το νιώθει, κάτι του συμβαίνει βλέποντάς το…
Το θέατρο είναι αισθητική. Και αισθητική δεν είναι το «τι φόρεσα», είναι το πώς σ’ το είπα. Η προσωπική μου αισθητική για τα πράγματα με κάνει, όχι να ντύνομαι καλά, αλλά να ντύνομαι σωστά. Σήμερα έχω βάλει τα ρούχα της μηχανής μου, γιατί ήμουν με τη μηχανή. Δεν θα ‘βαζα τα καλά μου ρούχα, που θα έβαζα σε μια δεξίωση∙ θα κρυώσω!
Για μένα, η αισθητική είναι το χρήσιμο. Αυτή η αισθητική με ακολουθεί και στο θέατρο. Αν σε αρχίσω στην τζιριτζάντζουλα, δεν θα καταλάβεις τίποτα. Θέλω να υπάρχει λιτότητα. Δεν ξέρεις πόσο βερμπαλιστής είμαι, μέχρι να φτάσω στη λιτότητα…
_Γιατί η «Προδοσία»; Τι σας έκανε να το επιλέξετε αυτό το έργο;
Η «Προδοσία» υπήρχε στη φαρέτρα με τα πράγματα που θέλαμε πάρα πολύ να κάνουμε κάποια στιγμή η Αθηνά Μαξίμου, ο Μανόλης Δούνιας κι εγώ. Αυτό το «τρίο», το οποίο δουλεύει διαρκώς μαζί τα τελευταία χρόνια.
Μάλιστα, η ιδέα της «Προδοσίας» είχε έρθει από τον Φλεβάρη του ’20. Πέρασε πολλά η ιδέα αυτή, και φτάσαμε να είμαστε με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο επί σκηνής, έναν τεράστιο ηθοποιό που έχουμε στο ελληνικό θέατρο, από τους ανθρώπους που εμένα με έκαναν να αγαπήσω τους μεγάλους ρόλους… Και έφτασα να έχω τη μεγάλη τιμή να τον σκηνοθετήσω.
Τα διαβάζεις αυτά τα έργα διαρκώς, από τη Σχολή, και «κάτι σου κάνουν». Κάποια στιγμή, λες «Θέλω να πω τη γνώμη μου για το τι είναι προδοσία». Εξ ου και έχω βάλει έναν υπότιτλο στην παράσταση: «Μια σπουδή στον χρόνο, τη μνήμη και την απιστία». Γιατί αυτά πρέπει να τα κοιτάξεις στα μάτια, να τα σπουδάσεις. Αν δεν τα σπουδάσεις, γίνονται απλά, μικρά, ρεαλιστικά έργα. Ενώ, αν τα βάλεις σε ένα τοπίο ανθρώπων, οι οποίοι θυμούνται τι τους συνέβη και έχουν το θάρρος μεταξύ τους να ξαναπούν τα πράγματα, γίνονται σπουδ-αία!
Θέλω πολύ να επικοινωνήσω με τη νέα γενιά, γιατί η νέα γενιά πιστεύει ότι προδοσία είναι μόνο αυτό που του κάνει ο άλλος! Και όχι κι αυτό που κάνει και ο ίδιος στον/στην σύντροφό του.
_Έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα θέμα ηλικίας. Μάλλον είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας…
Ε, νομίζω ότι, από τα 40 και μετά, καταλαβαίνεις ότι στην απιστία που σου έχει προκληθεί, έχεις κι εσύ τεράστια ευθύνη… Μου έλεγε ένας φίλος μου «Χώρισα με τη γυναίκα μου, την έπιασα να με κερατώνει». Του λέω «Ναι, ok, αλλά κι εσύ την κεράτωνες». «Άλλο εγώ!», μου λέει… (γέλια)
_Από τις «Άγριες Μέλισσες» τι θα ‘πρεπε να έχουμε καταλάβει, που δεν το καταλάβαμε;
Ότι αφήσαμε πολλές φορές να συμβούν στην Ελλάδα πράγματα, τα οποία στο τέλος μας πλήγωσαν, και δεν είχαμε το θάρρος να παραδεχτούμε το λάθος μας. Κάποια στιγμή, μιλούσα με τον πατέρα μου, και του λέω «Μπαμπά, γίναν βασανιστήρια». Μου λέει «Το ξέρω ότι γινόντουσαν». Το ξέρανε, απλά δεν το λέγανε. Όλοι ξέρανε…
Αλλά για να κλείσουμε το θέμα των «Μελισσών» και του Μεγαρίτη, ο ρόλος που κάνω είναι ένας άνθρωπος που «πουλάει ιδεολογία». Είναι ένας παραδόπιστος που θέλει, μέσω αυτής, να εξουσιάζει. Χρησιμοποιεί την ιδεολογία, γιατί έτσι τού είναι πάρα πολύ εύκολο να πείσει ανθρώπους που είναι φοβισμένοι ή αγράμματοι. Το πιο ωραίο είναι να λες «Ο Έλληνας είναι ο καλύτερος! Κι εσύ είσαι ο καλύτερος! Και η φυλή είναι πάνω απ’ όλα! Και θα την καθαρίσουμε τη φυλή, θα διώξουμε τους κομμουνιστές που έρχονται να μας πάρουν τα κτήματα!». Και αυτός είναι ο άνθρωπος που παίρνει τα κτήματα ολωνών…
_Μου είπατε προηγουμένως «Τους ξέρω εγώ αυτούς τους ανθρώπους». Είναι τρομακτική η ιδέα ότι υπάρχουν και σήμερα πολλοί τέτοιοι…
Έχουν υπάρξει, τους θυμάμαι… Ας πούμε, κάποιοι που είχαν το παγκάρι της ενορίας, σε κάτι χωριά. Κάτι άνθρωποι βαθιά ανελεύθεροι. Θυμάμαι, ήταν στο χωριό της μητέρας μου ένας τύπος, που τον εμφύλιο τον έλεγε «συμμοριτοπόλεμο» – και το έλεγε μέχρι τη δεκαετία του ’90. Αυτός, δε, ήταν ο τύπος ο οποίος έκλεβε στο ζύγι, σε έκλεβε στο γάλα, στα αβγά…
Υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι άνθρωποι. Κάποια στιγμή, μίλαγα με τον Νίκο Κουρή. Ήταν ένας που ξέραμε από το θέατρο, και του λέω «Κάνω αυτόν! Δεν τον θυμάσαι, που ήταν μεγάλη λουμπίνα;». Μου λέει «Έχεις δίκιο!».
Έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν να σου φανούν φιλικοί, αλλά από πίσω σού σκάβουν τον λάκκο. Είναι η τεχνική του ταχυδακτυλουργού. Σου τραβάω την προσοχή, για να μη δεις το κόλπο. Σε κάνω να κοιτάξεις αλλού, και όχι το χέρι μου. Άλλοι το κάνουν πολύ γοητευτικά, άλλοι πολύ χοντροκομμένα…
_Μιλήστε μου λίγο για το project των audio books που έχετε ξεκινήσει. Η Book Voice, ουσιαστικά, σου δίνει την ευκαιρία να ακούσεις βιβλία με τη φωνή πολλών γνωστών καλλιτεχνών…
Είναι σημαντικό το ότι έχουμε καταφέρει να έχουμε δίπλα μας, στην bookvoice.gr, καλλιτέχνες που θαυμάζουμε κι εμείς οι ίδιοι, είναι μεγάλη μας τιμή. Μετά αυτό έπρεπε να πραγματωθεί μέσω των εκδοτικών οίκων, να δούμε αν μας δίνουν τα δικαιώματα… Και κάποια στιγμή έγινε!
_Μπαίνοντας, είδα Μάρκο Αυρήλιο με τη δική σας φωνή, είδα την «Ασκητική» του Καζαντζάκη από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, «Αλχημιστή» από τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, «1984» από τον Ορφέα Αυγουστίδη, έχω δει πολλούς… Μέχρι και την Καινή Διαθήκη από τον Άρη Σερβετάλη!
Και η Αθηνά διαβάζει τον «Τελευταίο Πειρασμό»…
Η πλατφόρμα ξεκίνησε από μια ιδέα της Αθηνάς, εκεί, μες στην καραντίνα, για το πώς μπορούμε κι εμείς να κάνουμε κάτι, στο οποίο να μη χρειάζεται η φυσική παρουσία του κοινού, ούτε η δική μας. Η ιδέα αυτή έφτασε στα αυτιά ακριβώς των ανθρώπων που ξέρουν τι να κάνουν: της Renegade Media, με τον Βασίλη Ζαρκαδούλα, και της Sleed, της εταιρείας ψηφιακών εφαρμογών. Γιατί, εντάξει, εμείς την ιδέα την είχαμε, αλλά στα ψηφιακά ήμασταν αναλφάβητοι…
Η ομάδα της Book Voice, λοιπόν, και του Δήμου Ευσταθόπουλου, που είναι ο έτερος, είμαστε άνθρωποι που ξέρουμε πολύ καλά τι πρέπει να κάνουμε – ο καθένας στο πόστο του.
_Έχει μια «μαγεία» το να διαβάζεις ένα βιβλίο, είναι μια «τελετουργία»… Πού έγκειται, όμως, η μαγεία τού να ακούς ένα βιβλίο – στη φωνή του ανθρώπου που το διαβάζει, στον τρόπο με τον οποίο το διαβάζει…;
Απάντησες! Σε αυτά!
Το να διαβάζει ο Αιμίλιος Χειλάκης το «Συμπόσιο» είναι ένα νέο προϊόν. Γιατί ακούς το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα από μια φωνή που σου είναι γνώριμη, οικεία, και αυτό σου δίνει την ασφάλεια να αφεθείς στο κείμενο. Τόσο απλά.
Η ζωή μας έχει αλλάξει. Εγώ θέλω μία ώρα να πάω από τον Βοτανικό στα Κάππα Studios για να κάνω το γύρισμα. Σε αυτή τη μία ώρα… μπορεί να ακούσω ένα βιβλίο στο αυτοκίνητο – κανονικότατα! Μπορείς να το ακούς την ώρα που μαγειρεύεις, ή στην παραλία, την ώρα που είσαι αραχτός. Βάλε τα ακουστικά σου, κι άσ’ το να «τρέχει»…
Ούτως ή άλλως, πια, η ζωή μας κινείται στο όριο του περιθωρίου. Έχουμε οργανώσει τη ζωή μας, ώστε τα πάντα να συμβαίνουν εκεί, στα επαγγελματικά μας, και η ξεκούραση ή η μόρφωσή μας έχουν μπει στο περιθώριο. «Δεν προλαβαίνω να έρθω στο θέατρο, κλείνω το ιατρείο στις 9», μου έλεγε μια φίλη. Ε, κλείσ’ το 9 παρά δέκα! Έλα, θα προλάβεις!
_Βέβαια, είναι κι εκείνη η μυρωδιά του χαρτιού σε ένα βιβλίο, που δεν αντικαθίσταται εύκολα…
Ξέρεις, η ίδια ανησυχία υπήρχε όταν ο δίσκος έγινε CD, και όταν το CD έγινε Mp3. Η ίδια ανησυχία υπήρχε όταν η εφημερίδα έγινε ηλεκτρονική. Το ίδιο και με τα e-books…
Δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει το βιβλίο, θα το χρησιμοποιούμε. Απλώς θα είναι πιο εύκολο να αγοραστεί η ιδέα του βιβλίου. Γιατί μια γενιά ολόκληρη έχει μάθει να μπαίνει και να κατεβάζει – download, download… Έχω δει παιδί να πηγαίνει σε κανονική φωτογραφία και να προσπαθεί να την «ανοίξει» για να δει καλύτερα! Το έχω κάνει κι εγώ, θέλω να σου πω! (γέλια)
_Πέρα από βιβλία, έχετε σκεφτεί, σε κάποια στιγμή, και την ανάγνωση θεατρικών έργων;
Είναι το επόμενό μας. Απλώς τα θεατρικά έχουν άλλα ζητήματα δικαιωμάτων. Πίστεψέ με, υπάρχει ένα νομικό μέρος της Book Voice, το οποίο ήταν πολύ δύσκολο να συνταχθεί…
_Υπάρχουν σχέδια για τη συνέχεια;
Το καλοκαίρι έρχεται η «Μήδεια». Κάνουμε ήδη πρόβες με την Αθηνά, τον Αναστάση Ροϊλό, τη Μυρτώ Αλικάκη… Καμαρωτός μουσική, η Γιώτα Νέγκα θα είναι επί σκηνής, σκηνικά η Εύα Νάθενα…
Πολλές φορές κάθομαι, βλέπω τους συντελεστές στις παραστάσεις και νιώθω τέτοια τιμή… Είναι πολύ τιμητικό ένας συνάδελφος να νιώθει ασφαλής μαζί σου. Δεν είσαι τίποτα χωρίς τους συναδέλφους. Οι άλλοι είναι ο παράδεισός μας. Το να δίνεις σε ένα νέο ηθοποιό την ευκαιρία να δείξει ποιος είναι – δεν έχω ξαναδεί χαρά μεγαλύτερη στα μάτια ανθρώπου… Τώρα, αν κάποιος θεωρεί ότι είναι ο καλύτερος ηθοποιός του κόσμου, είναι και λίγο ίδιον της ηλικίας. Περνώντας τα χρόνια, λες «Καλός είμαι κι εγώ, ρε παιδί μου, αλλά όλοι μαζί θα κάνουμε δουλειά»…
_Δεν ξέρω, βέβαια, αν το λένε όλοι αυτό…
Καλά να πάθουνε!



Μαρία Λυσάνδρου
