Τι είναι αυτό που ορίζει, για εσάς, τον «καλό ηθοποιό»; Είναι η διάρκειά του, η επιλογή ρεπερτορίου, η δοκιμασία του σε πολλά και διαφορετικά είδη…;
Είναι ανάλογα με το πώς το ορίζει ο καθένας. Καλοί ηθοποιοί είμαστε όλοι. Κάποιοι είναι πιο «ευέλικτοι», κάποιοι λιγότερο. Κάποιων η ενσυναίσθηση πυροδοτείται ευκολότερα, ενώ άλλων δυσκολότερα. Κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν περισσότερο, κάποιοι λιγότερο. Υπάρχουν και κάποιοι που ξεκινούν άσχημα, στα όρια του κακού ηθοποιού, αλλά στην πορεία, με την επανάληψη, καταφέρνουν να γίνουν καλοί ηθοποιοί. Η απάντηση, λοιπόν, είναι σχετική. Είναι όλα αυτά, αλλά και όλα όσα είπατε.
Ο Τάσος ο Χαλκιάς, ας πούμε, με τον οποίο παίζουμε μαζί, έρχεται φέτος να κάνει ένα συγκλονιστικό πράγμα: κάνει έναν συγκλονιστικό ρόλο, ο οποίος μέσα σε τέσσερις σκηνές καταφέρνει να βγάλει τόσο γλαφυρά τον αντίποδα ενός άλλου χαρακτήρα, του δικού μου, ο οποίος υπάρχει σχεδόν σε όλο το έργο!
Εσείς έχετε περάσει από όλα τα είδη: έχετε παίξει και δράμα, και κωμωδία, και αρχαίο δράμα, και μιούζικαλ… Ποιο από όλα αυτά τα είδη θα λέγατε ότι είναι πιο «κοντά» σε εσάς;
Ε, σίγουρα η κωμωδία!
Eίναι, δηλαδή, πιο κοντά στον χαρακτήρα σας;
Α, όχι! Δεν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα, έχει να κάνει με το πόσο ευχάριστα θες να πηγαίνεις και να κάνεις τη δουλειά σου.
Κάποια πιο δραματικά έργα, όπως είναι π.χ. οι αρχαίες τραγωδίες ή «Οι Μάγισσες του Σάλεμ» που κάναμε πέρυσι, είναι πολύ πιο επώδυνα ψυχοσωματικά. Όσο ωραίο και σημαντικό κι αν είναι το έργο, πηγαίνεις με ένα «βάρος» στη δουλειά.
Φέτος, στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», παρόλο που δεν πρόκειται για κωμωδία, το είδατε το κλίμα – υπάρχει μία άλλου είδους ανάταση! Γίνονται όλα λίγο πιο ευχάριστα…
Έχω διαβάσει ότι, κατά καιρούς, διδάσκετε. Αν ρωτούσαμε τους σπουδαστές ποιο είναι το βασικότερο πράγμα που έχουν μάθει από εσάς, τι πιστεύετε ότι θα μας απαντούσαν;
Με εξέπληξε το γεγονός ότι κάποιοι συνάδελφοι και φίλοι πλέον, οι οποίοι είχαν παρακολουθήσει παλαιότερα δικό μου μάθημα, όταν ήρθαν να δουν την παράσταση μού είπαν ότι, παρακολουθώντας με στη σκηνή, ένιωσαν ότι ξανάβλεπαν τον Άκη ως καθηγητή! Αυτό ήταν πραγματικά πολύ ωραίο…
Θα το θέσω διαφορετικά: Αν έπρεπε να δώσετε μία συμβουλή σε αυτά τα νέα παιδιά που παίζουν μαζί σας στον «Κύκλο» και τώρα κάνουν τα πρώτα τους βήματα ως ηθοποιοί, ποια θα ήταν αυτή;
Θα τους έλεγα να έχουν εμπιστοσύνη στην τόλμη και στο ένστικτό τους.
Είναι αυτό που, με την πάροδο του χρόνου, αντιλήφθηκα ότι διδάχθηκα κι εγώ από τη Stella Adler, στη Νέα Υόρκη. Ο καθένας μας έχει ένα ένστικτο, το οποίο κάποτε λειτουργεί και κάποτε όχι. Το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός ηθοποιού είναι να δοκιμάζει αυτό που του υπαγορεύει, σαν σειρήνα, το ένστικτό του. Πρέπει να το κάνει κάθε φορά. Γι’ αυτό και στις πρόβες πρέπει να υπάρχει ένα καλό κλίμα, ώστε ο ηθοποιός να νιώθει την ασφάλεια να τολμήσει, να δοκιμάσει. Να μη φοβάται να «φάει τα μούτρα του», να μη φοβάται να εκτεθεί. Κι ας είναι και λάθος, δεν έχει σημασία! Είναι αυτό που λένε οι Αμερικάνοι: “Just do it”!
Ακόμα κι αν θεωρείς ότι αυτό που σκέφτηκες είναι εντελώς βλακεία, κάνοντάς το συνειδητοποιείς πράγματα που δεν περίμενες. Αυτή είναι και η μαγεία – εκεί που ψάχνεις τον θησαυρό στο μπαούλο, βρίσκεις κάτι άλλο και λες «Τι ωραία… αυτό δεν το είχα σκεφτεί!». Αυτό είναι πολύ ωραίο στο επάγγελμά μας…
Μέσα σ’ αυτή την ιστορία, τα µικρότερα παιδιά βλέπουν τους εαυτούς τους. Οι µεγαλύτεροι βλέπουν τα όνειρά τους, τις νεανικές τους προσδοκίες…
Κι έτσι, για να μιλήσουμε λίγο για όλα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα… Θα ήθελα να ακούσω τις δικές σας σκέψεις περί του περιβόητου Προεδρικού Διατάγματος που υποβαθμίζει τα πτυχία των αποφοίτων των Δραματικών Σχολών και το οποίο προκάλεσε την τόσο έντονη αντίδραση των ηθοποιών.
Εγώ θα σας πω ότι είναι τρομερό αυτό που γίνεται, το οποίο θεωρώ ότι μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα: Πρέπει να δείτε τι γίνεται στο τέλος κάθε παράστασης, όταν διαβάζεται η θέση μας ως ηθοποιών απέναντι στο Προεδρικό Διάταγμα. Είναι τρομερή η ανταπόκριση του κοινού, ειδικά των νεαρότερων ηλικιών, στο άκουσμα ότι «αυτοί οι άνθρωποι που μας παρουσίασαν αυτό που μόλις είδαμε, θα βρεθούν με υποβαθμισμένα πτυχία».
Δεν εξετάζω αν όντως έχουν υποβαθμιστεί ή όχι τα πτυχία, ή τους τρόπους αντίδρασης. Εξετάζω, όμως, αυτό που βλέπουμε ιδίοις όμμασιν κάθε μέρα, το οποίο είναι εντυπωσιακό. Το να βλέπεις, δηλαδή, το κοινό να χειροκροτεί εξίσου ένθερμα με την ίδια την παράσταση, και την ανάγνωση της ανακοίνωσής μας. Τόσα χρόνια στη δουλειά, αυτό δεν το έχω ξανασυναντήσει. Οι άνθρωποι δεν παρακολουθούν αυτό που γίνεται από απόσταση, αλλά πραγματικά το καταλαβαίνουν – κι αυτό είναι υπέροχο.
Από εκεί και πέρα, ως προς το πώς αντιδρά ο καθένας, θα πω ότι σαφέστατα υπάρχουν πολλοί τρόποι αντίδρασης απέναντι σε αυτό που γίνεται και, σαφέστατα, αναμφίβολα, το πράγμα πρέπει να επανέλθει στη σωστή του αξία.
Από την άλλη μεριά, κι εμείς τόσα χρόνια λέγαμε ότι η δραματική σχολή έπρεπε να αναβαθμιστεί σε ανώτατο ίδρυμα, αλλά όλο κάπου κολλούσε το πράγμα. Μιλάμε για δεκαετίες…
Θυμάμαι, είχαμε μαζευτεί κάποτε διάφοροι της δουλειάς μας, αλλά δεν τα καταφέραμε. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα κι από τις δύο όψεις. Δεν μπορεί, ας πούμε, από τη μια να ζητάς πίσω τα Μάρμαρα και, την ίδια στιγμή, να ζητάς την απαξίωση ενός κλάδου της Τέχνης, ο οποίος, επιτέλους, ανθεί μετά από δύο χρόνια lockdown! Είναι πραγματικά αδιανόητο να βλέπεις φέτος τόσα θέατρα να γεμίζουν!
Εσείς αυτό πού το αποδίδετε; Στην ανάγκη του κόσμου που έμεινε κλεισμένος τόσο καιρό;
Είναι κι αυτό, ναι. Αλλά είναι και οι πολλές και καλές παραστάσεις! Και πολλών ειδών παραστάσεις – από μιούζικαλ, μέχρι πρωτοποριακά έργα, μέχρι mainstream…
Αυτό σημαίνει ότι, όλα αυτά τα χρόνια, κάτι στον διάολο έγινε σ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι έβγαλαν αυτές τις Σχολές, και προχώρησαν έτσι. Αυτό, λοιπόν, δεν μπορείς να το υποβαθμίζεις, αλλά ούτε και να δίνεις την εντύπωση υποβάθμισης κι απαξίωσης.
Ας πάμε και στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», όπου πρωταγωνιστείτε φέτος στο Θέατρο Βρετάνια, ως καθηγητής Τζον Κήτινγκ. Σας προβλημάτισε καθόλου το ότι θα πρωταγωνιστούσατε σε ένα έργο τόσο εμβληματικό, με έναν Ρόμπιν Γουίλιαμς που χαρακτήρισε τόσο έντονα τον συγκεκριμένο ρόλο;
Όχι, καθόλου… Γιατί, πολύ απλά, είναι πολλές οι φορές που εμείς, οι ηθοποιοί, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ρόλους που τους έχει παίξει κάποιος άλλος, ο οποίος ήταν φοβερός. Και στις «Μάγισσες του Σάλεμ», τον ρόλο μου τον είχε παίξει ο Ντάνιελ Ντέι Λούις…
Το βασικό που πρέπει να κάνουμε είναι να αποκωδικοποιούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν αυτοί οι ηθοποιοί. Ακόμα κι όταν «κλέβεις», το οποίο εγώ θεωρώ θεμιτό, καλό είναι να το επεξεργάζεσαι. Όταν δίδασκα, εγώ το έλεγα στα παιδιά: «Μη φοβάστε, μιμηθείτε! Τολμήστε να μιμηθείτε!».
Αυτό, λοιπόν, μου ακούγεται πολύ «πρωτοποριακό» ως συμβουλή…
Όχι, καθόλου! Το σκεπτικό είναι «Μιμήσου το και, εμπιστευόμενος εσύ το βαθύτερό σου ένστικτο, η μιμητική θα βρει τον τρόπο ώστε αυτό το πράγμα να γίνει σιγά-σιγά δικό σου!». Αυτό, τουλάχιστον, έλεγε και σ’ εμάς η Stella: «Εμπιστευτείτε το “απ’ έξω προς τα μέσα”. Μην περιμένετε κάτι να γεννηθεί – βοηθήστε το κι εσείς». Και, όντως, έτσι είναι. Κι αυτό έχει να κάνει με τόλμη…
Σε μια κοινωνία που έχει κάνει βήματα μπροστά, σε σχέση με την κοινωνία της δεκαετίας του ’60 στην οποία τοποθετείται το έργο, τι έχει «να πει» η συγκεκριμένη ιστορία; Υποτίθεται ότι, πλέον, είμαστε πιο «ανοιχτοί» και στο κομμάτι της εκπαίδευσης…
Ε, ότι έχουν αλλάξει, έχουν αλλάξει άρδην τα πράγματα! Ας μην τα βλέπουμε όλα τόσο μαύρα και δύσκολα… Έχουμε, όντως, αλλάξει προς το καλύτερο.
Παρόλα αυτά, η κάθε γενιά θέλει να διαφοροποιηθεί και να ισχυροποιήσει τη δική της «ουσία» – κι αυτό είναι απόλυτα λογικό. Κάθε νέος πρέπει να το κάνει αυτό και κάθε φορά να ξεπερνάει τον γονιό του, για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά. Οπότε, η χρονική στιγμή στην οποία διαδραματίζεται το έργο δεν έχει καμία σημασία: είτε στο ’60 διαδραματίζεται, είτε στο ’40, είτε τώρα, το έργο έχει την ίδια ακριβώς αξία.
Αυτό που διδάσκει ο Κήτινγκ είναι: «Ακολουθήστε τα όνειρά σας όσο πιο πιστά μπορείτε». Ο ίδιος λέει «δοκιμάστε, δεν θα χάσετε κάτι…» – γι’ αυτό, όμως, και το πράγμα ξεφεύγει κάποια στιγμή, έχοντας τραγική κατάληξη…
Τι σας λένε οι άνθρωποι που έρχονται να δουν την παράσταση; Βλέπετε διαφορές στις αντιδράσεις από ηλικία σε ηλικία;
Νομίζω ότι τα μικρότερα παιδιά και τα παιδιά που δεν έχουν δει την ταινία γοητεύονται πολύ περισσότερο. Αυτή την αίσθηση έχω… Μέσα σ’ αυτή την ιστορία βλέπουν τους εαυτούς τους. Όπως και οι μεγαλύτεροι βλέπουν τους εαυτούς τους – τα όνειρά τους, τις νεανικές τους προσδοκίες που έγιναν πραγματικότητα ή δεν έγιναν…
Αλλά ειδικά οι νεότεροι βλέπουν το «τώρα», κι αυτό είναι πολύ σπάνιο στον κόσμο του θεάτρου. Είναι πραγματικά σπάνιο ένα έργο να «μιλάει» τόσο «μπαμ» στην καρδιά των εφήβων. Προφανώς υπάρχουν εφηβικά έργα που είναι προσαρμοσμένα σε αυτές τις ηλικίες, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω άλλο έργο που να έχει τέτοια αμεσότητα.
Πρέπει να βλέπουµε τα πράγµατα κι από τις δύο όψεις. Δεν µπορεί, ας πούµε, από τη µια να ζητάς πίσω τα Μάρµαρα και, την ίδια στιγµή, να ζητάς την απαξίωση ενός κλάδου της Τέχνης που ανθεί µετά από δύο χρόνια lockdown.
Μα αυτή ήταν και η αρχική μου ερώτηση… Όσο κι αν έχουμε προχωρήσει, μπορούν όντως όλα τα παιδιά να ακολουθήσουν ανεμπόδιστα τα όνειρά τους ή υπάρχει ακόμα, σε μεγάλο βαθμό, αυτό το «Θα γίνω δικηγόρος αναγκαστικά, επειδή ο πατέρας μου έχει ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο» ή «Θα γίνω γιατρός αφού είμαι άριστος μαθητής, κι όχι π.χ. μουσικός που πραγματικά μου αρέσει»…;
Η αναλογία ως προς την ισχύ των ταμπού είναι πλέον διαφορετική. Σαφέστατα, σήμερα τα ταμπού δεν είναι τόσο ισχυρά, όσο εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, υπάρχουν.
Νομίζω ότι εξαρτάται από το τι εννοεί ο καθένας μιλώντας για «ευτυχία» και τι θεωρεί «επιτυχία». «Επιτυχία» είναι το να βγάζει κανείς χρήματα; Το να αισθάνεται ασφάλεια με τη δουλειά του; Το να κάνει ταξίδια;
Και πώς αντιλαμβάνεται κάθε γονιός ή κάθε σχολείο την επιτυχία; Το να περάσει το παιδί στο πανεπιστήμιο; Ή το να δουλεύεις 15 ώρες την ημέρα, αλλά να μην καταλαβαίνεις τίποτα, επειδή αγαπάς τόσο πολύ αυτό που κάνεις;
Εσείς, προσωπικά, τι βρίσκετε γοητευτικό στον ρόλο σας;
Τη θεατρικότητα! Ο Τζον Κήτινγκ έχει μια θεατρικότητα, την οποία είχα ανακαλύψει κι εγώ όταν δίδασκα. Επειδή τα παιδιά βαριούνται, η διδασκαλία θέλει ένα «τσικ» υπερβολής παραπάνω, ώστε να τους τραβήξεις το ενδιαφέρον. Γι’ αυτό και βλέπεις, ας πούμε, τόσες κινήσεις στα χέρια… Ωστόσο, κάθε σκηνή έχει από κάτω και ένα υπόβαθρο πιο ουσιαστικό.
Αυτή τη θεατρικότητα την είχε και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς, ο οποίος δεν προερχόταν τόσο από το θέατρο. Ο ίδιος ήταν αρχικά stand-up comedian.
Υπάρχει κάποια από τις φράσεις του Κήτινγκ (που είναι και πολλές…), η οποία νιώθετε να σας χτυπάει μια ευαίσθητη χορδή;
Κάθε μέρα είναι και άλλη. Κάθε μέρα ανακαλύπτεις και κάτι άλλο τρομερό…
Σαφέστατα, μία πολύ ωραία φράση είναι αυτή που λέει «Τολμήστε να διακινδυνεύσετε να πετάξετε σε νέους κόσμους, να αλλάξετε…». Αυτή η προτροπή να ανακαλύψει ο κάθε μαθητής τη δική του «φωνή» – και αυτό σημαίνει «ψάχνω», «τολμώ», «τρώω όλες τις δυσκολίες», «εκτίθεμαι».
Αυτό έχει ηλικία; Αφορά, δηλαδή, μόνο τους μικρούς ή μπορεί να «μιλήσει» και στην καρδιά ενός μεγαλύτερου θεατή;
Έχετε δίκιο που το ρωτάτε αυτό… Στους μικρούς νομίζω ότι ίσως είναι λίγο πιο δύσκολο, γιατί απαιτεί μία «αυθάδεια» παραπάνω. Τουλάχιστον στο σχολείο εκείνης της εποχής ήταν δυσκολότερο. Τώρα οι περισσότεροι έφηβοι «δεν μασάνε».
Αλλά όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο διαφοροποιείται στο κομμάτι αυτό. Κάποιες φορές, όσο μεγαλώνει, τόσο μαζεύεται – ορίστε άλλη μια ωραία φράση: «Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μια ζωή με το τραγούδι πνιγμένο στην ψυχή τους». Εκεί, λοιπόν, ο Κήτινγκ λέει «Μη συμβιβαστείτε με αυτό. Αφήστε το τραγούδι σας να ειπωθεί!». Κι ας είστε και παράφωνοι, δεν έχει καμία σημασία…
Photo credits: Χρήστος Συμεωνίδης



Μαρία Λυσάνδρου
