Δημήτρης Λάλος: «Η Μυθοπλασία είναι εκείνη που μας βοηθά να μάθουμε τον εαυτό μας»

Είχαμε ξανασυναντηθεί δύο χρόνια πριν, προ τηλεοπτικής αποθέωσης, τότε που η αναγνώριση από το κοινό ερχόταν σε πιο… φυσιολογικά μεγέθη, μέσω θεάτρου. Είναι ίδιος. Το ίδιο αφοσιωμένος στη δουλειά του, το ίδιο προσγειωμένος, το ίδιο προσηνής – κι αυτό κάτι λέει. Ο Δημήτρης Λάλος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων τόσο ως «Δημήτρης», όσο και ως Μαθιός, ο δημοφιλής χαρακτήρας του φέτος στον «Σασμό». Κι ας είναι σε πολλά εκ διαμέτρου αντίθετοι, συμπίπτουν σίγουρα σε κάτι σημαντικό: σ’ αυτό το μαγνητικό Φως που εκπέμπουν.

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου

_Γιατί, πιστεύεις, σε επέλεξαν εξαρχής για τον Μαθιό;
Έλα ντε… Πιστεύω ότι ίσως τα χαρακτηριστικά μου προσδίδουν μία κάποια αγριότητα, την οποία, φαντάζομαι, θα ήθελαν πολύ για τον ρόλο. Από την άλλη, νομίζω ότι, πέρα από το εμφανισιακό, η επιλογή ενός ηθοποιού έχει να κάνει και με τον τρόπο που εκφράζεται, με τον τρόπο που παίζει. Αν και… νομίζω ότι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να ρωτήσεις είναι άλλος!

_Ένας ξανθός, με ανοιχτόχρωμα μάτια, μπορεί να πείσει εξίσου εύκολα για «σκληροτράχηλος Κρητικός»;
Δεν ξέρω… Έχεις πάει Κρήτη;

_Ναι, και ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί ανοιχτόχρωμοι Κρητικοί. Απλώς η κλασική εικόνα ενός Κρητικού στο μυαλό μας είναι πιο… σκουρόχρωμη! Σε ρωτάω για συγκεκριμένο λόγο: Αν αυτό το γεγονός σε έβαλε στη διαδικασία να προσαρμόσεις κάπως το παίξιμό σου, να δείξεις π.χ. λίγο πιο άγριος…
Πάνω στα βουνά οι περισσότεροι είναι ανοιχτόχρωμοι. Παίρνω μηνύματα από ανθρώπους που μου λένε «Μοιάζεις με τον ξάδελφό μου», «Έχουμε τέτοιους πολλούς στο χωριό μας»…
Πάντως, όχι, δεν μπήκα καθόλου στη διαδικασία… Έχω πολλούς φίλους Κρητικούς και, μάλιστα, ο πολύ καλός μου φίλος, ο Ζαχαρίας Κεφαλογιάννης, που κάνει και τον πατέρα μου στη σειρά, είναι Κρητικός και έχουμε ακριβώς τα ίδια χρώματα. Μου φάνηκε εξαρχής πολύ φυσιολογικό.

_Βέβαια, δεν νομίζω πλέον ότι μπορούμε να φανταστούμε διαφορετικά τον Μαθιό…
Ε, αυτό είναι μάλλον επιτυχία!

_Έχεις μεγαλώσει στο εξωτερικό. Οι Έλληνες της Ομογένειας έχουν γενικώς πολύ αναπτυγμένη αυτή την αίσθηση της οικογένειας, της κοινότητας, της κοινής «ρίζας», κάτι που υπάρχει έντονα και στην κρητική κοινωνία. «Είδες» κάπου δικά σου βιώματα μέσα στην όλη ατμόσφαιρα του «Σασμού»;
Δεν νομίζω ότι έκανα κάποια σύνδεση σε σχέση με αυτό. Πολλές φορές, είναι ωραίο να παίρνεις από δικά σου βιώματα και να τα εφαρμόζεις στον ρόλο. Όμως εγώ είμαι μιας άλλης «σχολής».
Όταν έχω μια σκηνή, ας πούμε, και πρέπει να κλάψω για τον πατέρα μου, δεν βάζω ποτέ τον δικό μου πατέρα – βάζω όλους τους πατεράδες του κόσμου. Κι αυτό μου δίνει ένα μεγαλύτερο «άνοιγμα». Γιατί, ξέρεις, την πρώτη φορά μπορεί να λειτουργήσει, τη δεύτερη φορά μπορεί να λειτουργήσει, την τρίτη φορά όμως μπορεί να μη σου κάνει το χατίρι. Τι κάνεις τότε;
Κάπως έτσι το φαντάζομαι κι αυτό. Φαντάζομαι έναν δικό μου κόσμο. Όταν συγκινούμαι για όλους τους πατεράδες του κόσμου, το συναίσθημα είναι ανεξάντλητο.

_Δεν θα σε ρωτήσω αν έχεις κοινά με τον Μαθιό, θα πάω ανάποδα: Τι δεν έχεις καθόλου κοινό;
Δεν είμαι δολοφόνος! (γέλια)

_Εντάξει, πέρα από το προφανές… (γέλια)
Είναι πάρα πολλά αυτά που δεν έχω κοινά με τον Μαθιό στην προσωπική μου ζωή.
Νομίζω ότι ο Μαθιός είναι ένας σκληρός άνθρωπος που έχει ευαισθησίες, ενώ εγώ είμαι ένας ευαίσθητος άνθρωπος που είναι σκληρός. Άρα, θα έλεγα ότι είμαστε εκ διαμέτρου αντίθετοι σε κάποια θέματα.

_Θα μπορούσες, ας πούμε, να βάλεις όλη τη ζωή σου στο «περίμενε» για μια γυναίκα;
Δυνάμει, ναι. Αλλά νομίζω ότι όλος ο κόσμος θα μπορούσε να το κάνει αυτό.

_Εμένα, πάντως, μου φαίνεται εξωπραγματικό αυτό που κάνει ο Μαθιός…
Γι’ αυτό και είναι «ήρωας μυθοπλασίας».

_Και είναι παράξενο το ότι, ενώ όντως είναι δολοφόνος, ο τηλεθεατής αυτό κάπως το παρακάμπτει. Τον συμπαθείς.
Τον συμπαθείς, γιατί ξέρεις ότι αυτό που έκανε, το έκανε για έναν άλλο, υπέρτατο σκοπό. Το έκανε για την αγάπη, τι να πούμε τώρα…
Θα μου πεις, στον βωμό της αγάπης, μπορεί κάποιος να σκοτώσει; Βεβαίως και όχι. Όμως η μυθοπλασία είναι αυτή που μας βοηθά να μάθουμε τον εαυτό μας.
Η Ανθρωπότητα, πριν ακόμα φτάσει στο Ίντερνετ, είχε πρόσβαση στην πληροφορία και, κατ’ επέκταση, στη γνώση, μέσα από τους μύθους. Ο πιο ανώδυνος και ψυχοθεραπευτικός τρόπος να δεις τι είναι σωστό και τι λάθος, είναι μέσα από τις Τέχνες. Γι’ αυτό και το έχω ξαναπεί: Νομίζω ότι η μυθοπλασία είναι ό,τι ανώτερο έχει να επιδείξει η Ανθρωπότητα, μέχρι στιγμής.
Είναι οι ιστορίες που ακούς από τη γιαγιά σου, από τους γονείς σου, οι ιστορίες που λέγαμε γύρω από τις φωτιές… Επομένως, στην Τέχνη βλέπεις κάποιον να κάνει μια πράξη, για να «ζυγίσεις» κι εσύ τον εαυτό σου, και να πεις «Εγώ θα το έκανα; Εγώ θα το ρίσκαρα;». Γι’ αυτό και δεν υπάρχει…

_…αρνητικός ήρωας;
Αρνητικοί ήρωες υπάρχουν πάρα πολλοί. Αρνητική ιστορία δεν υπάρχει. Άμα δεις σε κάτι παραμύθια, η άλλη τον σκοτώνει, τον τρώει – πολύ σκληρά πράγματα…
Όπως αυτή η καταπληκτική ιστορία με τη γυναίκα που λέει στον άνδρα «Άμα θες να με κατακτήσεις, να μου φέρεις την καρδιά της μάνας σου»… Τη θυμάσαι;
Παίρνει αυτός την καρδιά της μάνας του και στον δρόμο σκοντάφτει. Και πέφτει η καρδιά… Και τον ρωτάει η καρδιά «Χτύπησες, παιδί μου;»… Αυτό, ας πούμε, είναι μια ιστορία τρόμου! Όμως κάτι θέλει να μας πει.
Νομίζω, λοιπόν, ότι και ο Μαθιός αυτό το πράγμα είναι. Και ο κάθε «Μαθιός». Σε βάζει να «ζυγίσεις» τον εαυτό σου: «Εγώ θα το ‘κανα;». Κι επειδή με ρώτησες: Δεν ξέρω αν θα το έκανα εγώ. Πάντως ο Μαθιός το κάνει.

_Ξέρεις αν υπάρχει πρόθεση να συνεχίσει ο «Σασμός» και δεύτερη σεζόν;
Δεν υπάρχει τίποτα επίσημο ακόμα. Όμως, πολλές φορές, μπορείς να βγάλεις κάποια συμπεράσματα. Υπάρχουν σειρές που πήγαιναν πολύ χειρότερα από τον «Σασμό» και πήγαν δεύτερη χρονιά. Δεν ξέρω…

_Διδάσκεις και υποκριτική σε σπουδαστές θεάτρου. Φεύγοντας κάποιος από το δικό σου μάθημα, ποιο είναι το βασικότερο πράγμα που θες εσύ να έχει μάθει από σένα;
Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να «ξυπνήσω» τη φύση του ηθοποιού μέσα τους. Αν είναι κάτι που θα ήθελα να πάρουν, είναι αυτό το «ξύπνημα». Διότι υπάρχουν κάποια πράγματα στο επάγγελμα του ηθοποιού που ή τα καταλαβαίνεις, ή δεν τα καταλαβαίνεις.

_Όπως;
Ας πούμε, τι σημαίνει «αόρατη προέκταση». Ότι υπάρχουν πράγματα που δεν τα κάνεις με το φυσικό σου σώμα, αλλά με το πνευματικό σου σώμα. Άμα κάποιο παιδί πει «Τι είναι αυτό που μου λες;», πάει να πει ότι η φύση του ηθοποιού μέσα του δεν έχει «ξυπνήσει». Αν κάποιος είναι ηθοποιός, θα καταλάβαινε αμέσως τι του λέω.
Επομένως, αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να «ξυπνήσω» αυτή τη φύση, που όλοι την έχουμε μέσα μας. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ικανός να κρίνει αν ένας ηθοποιός είναι καλός ή όχι. Διότι και ο ίδιος στη ζωή του παίζει έναν ρόλο πάρα πολύ καλά, πιο καλά δεν το ‘χεις δει να παίζεται! Όπως λέει και ο Μπράντο, «η υποκριτική είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης».
Από τη στιγμή που ξυπνάμε το πρωί, πώς θα μιλήσουμε στους συναδέλφους μας, πώς θα μιλήσουμε στον περιπτερά… Είμαστε πάντα «κάποιος».


Πιστεύω ότι, αν ήμουν ο Νάσος Οικονομίδης, μπορεί και να τον έπιανα τον Μαθιό!


_Και όχι «εμείς»;
Αυτό το «εμείς»…
Έχουμε πολλά «εγώ», δεν έχουμε μόνο ένα. Όταν όλα αυτά τα «εγώ» συντονίζονται και παίρνουν μια απόφαση από κοινού, τότε γίνεσαι αυτό το «ένα», το καλό, που παίρνει μια απόφαση. Τους χρειαζόμαστε αυτούς τους ρόλους για να επιβιώσουμε.
Σκέψου το εξής παράδειγμα: Σου λέει ο άλλος ήρεμα «Πες μου με ποιον ήσουν χτες το βράδυ και δεν θα θυμώσω. Αλήθεια, δεν θα θυμώσω». Και σε ψάχνει, σε κοιτάει στα μάτια να δει αν λες αλήθεια. Και μόλις του πεις…

_…γίνεται έξαλλος…
Κατάλαβες; Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως, επειδή θέλεις να πετύχεις κάτι, κρύβεις με τέτοια μαεστρία αυτό που πραγματικά θες… Νομίζω ότι αυτό είναι υποκριτική.

_Άρα, η υποκριτική είναι μέσα στη ζωή μας;
Συνεχώς. Γι’ αυτό και, όταν κάποιος λέει «Αυτός παίζει ωραία, αυτός δεν παίζει ωραία», έχει το κριτήριο να αποφασίσει. Γιατί και ο ίδιος έχει κλάψει, έχει πει ψέματα, έχει ερωτευτεί, τα έχει κάνει όλα.

_Ποιο είναι, λοιπόν, το μεγαλύτερο «παράσημο» για έναν ηθοποιό; Να πείσει τους κριτικούς ή να πείσει το κοινό;
Να πείσει τον συμπαίκτη του.
Αν κάνω μια σκηνή, και ο συμπαίκτης μου έχει πιστέψει ότι εγώ εκείνη τη στιγμή δεν παίζω, αλλά εννοώ αυτά που λέω, για μένα αυτό είναι το «παράσημο». Γιατί το γύρισμα, το θέατρο, μας δίνουν πολλές φορές την ασφάλεια ότι έχουμε κάνει μια συμφωνία μεταξύ μας: «Εγώ θα κάνω τον θυμωμένο, κι εσύ θα κάνεις τον φοβισμένο»… Αν παίξεις με αυτή την ασφάλεια, όμως, τότε τα πράγματα δεν είναι όπως στη ζωή. Στη ζωή δεν υπάρχει ασφάλεια, είσαι πάντα μετέωρος.
Είναι αυτό που λέω, πολλές φορές, για την υποκριτική των κατασκόπων. Ένας κατάσκοπος ποτέ δεν «παίζει» τον κατάσκοπο. Δεν έρχεται ποτέ να πει «Γεια σας, τι κάνετε; Είμαι ο κατάσκοπος!». Παίζει με έναν τρόπο που δεν πρόκειται ποτέ να τον καταλάβεις.
Εγώ, αντιλαμβανόμενος αυτό, παίζω σεβόμενος τον θεατή και θεωρώντας ότι ξέρει υποκριτική. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ο σύγχρονος τρόπος παιξίματος. Εμπιστεύεσαι τον θεατή ότι έχει κρίση, θα καταλάβει. Επομένως, δεν χρειάζεται να φανερώσεις. Αντιθέτως, πρέπει να κρύψεις. Και μόνο κρύβοντας, αποκαλύπτεται αυτό που θες να δείξεις.

_Ξέρεις τι σκέφτομαι… Δεν είναι λίγο «άδικο» ένας άνθρωπος τόσο «μέσα» στο θέατρο, ένας άνθρωπος βραβευμένος με το Βραβείο Χορν, την ύψιστη διάκριση για έναν νέο ηθοποιό θεάτρου, να γίνεται ευρύτερα γνωστός καθυστερημένα, μέσω τηλεόρασης;
Καθόλου! Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Νομίζω ότι απλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Δεν ένιωθα αδικημένος πριν. Μου φαίνεται πολύ φυσιολογικό τώρα, εφόσον με βλέπουν όλοι μέσα στο σπίτι τους, να με αναγνωρίζουν κι όλοι. Εγώ το έχω ζήσει αυτό από το θέατρο – να με βλέπουν και να λένε «Α, εσύ δεν είσαι…;».

_Ναι, αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα με την τηλεόραση είναι λίγο ασύλληπτο.
Ακριβώς, είναι ασύλληπτο…
Δεν είμαι αιθεροβάμων. Γνωρίζω ότι, από τα 5 εκατομμύρια που ζουν στην Αθήνα, μόνο οι 200.000 βλέπουν θέατρο. Ακόμα και σε ένα αστικό κέντρο, πάλι το θεατρόφιλο κοινό είναι πολύ συγκεκριμένο. Η τηλεόραση έχει μια πιο ευρεία απήχηση. Δεν πέφτω από τα σύννεφα. Το ότι συμβαίνει τώρα, βέβαια, με αυτή την ένταση…
Αλλά να σου πω κάτι; Ούτε αυτό με ξαφνιάζει! Διότι δεν σκόνταψα και κάνω αυτή την ερμηνεία, ούτε μου πάει τόσο πολύ ο ρόλος. Γιατί και ο ρόλος που έκανα πέρυσι στον «Σιωπηλό δρόμο», που και πάλι είχε γίνει χαμός, κι αυτός μου πήγαινε; Εμένα όλοι οι ρόλοι μού πάνε, δηλαδή; (γέλια)

_Ε, προφανώς είσαι τόσο καλός! (γέλια) Πέρυσι ήσουν αστυνόμος. Φέτος δολοφόνος…
Πέρυσι έκανα τον Νάσο Οικονομίδη, Αστυνόμο Α’ της Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής. Και, ξέρεις, έκανα έρευνα, πήγα και μίλησα με τους ανθρώπους στο Ανθρωποκτονιών, στον 11ο όροφο της ΓΑΔΑ, μου έδειξαν τις τεχνικές… Τέτοια έρευνα κάνουν συνήθως οι συνάδελφοί μου στην Αμερική. Όταν πήγα στη ΓΑΔΑ, μου είπαν «Είσαι ο πρώτος ηθοποιός που φτάνει εδώ πάνω!».

_Για τον Μαθιό χρειάστηκε να κάνεις κάποια έρευνα;
Για τον Μαθιό είχα από την αρχή μια αίσθηση, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Γι’ αυτό και φαίνεται από το πρώτο επεισόδιο, δεν ψάχνω σιγά-σιγά να τον βρω.
Αυτό που είναι σημαντικό για τον ηθοποιό, και όχι μόνο, είναι ο οραματισμός. Να το οραματιστείς, να το δεις μπροστά σου ανάγλυφο. Με το που πήρα τον ρόλο, τον «είδα» τον Μαθιό αμέσως.
Ακριβώς έτσι οραματίστηκα και τον Νάσο Οικονομίδη στον «Σιωπηλό δρόμο». Απλά εκεί υπήρχαν πιο τεχνικά θέματα, δηλαδή πώς γίνεται μια ανάκριση; Τι λόγια χρησιμοποιείς για την ανάκριση; Είναι πολύ σκληρό, δεν μπορεί να το κάνει ο οποιοσδήποτε. Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά…
Πιστεύω ότι, αν ήμουν ο Νάσος Οικονομίδης, μπορεί και να τον έπιανα τον Μαθιό! (γέλια)

_Από νωρίς κινήθηκες αρκετά ανεξάρτητα στο θέατρο, ήθελες κάτι «δικό σου». Ήσουν από τα ιδρυτικά μέλη του θεάτρου «Επί Κολωνώ», τώρα πλέον έχεις το δικό σου θέατρο, το «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Τι λέει αυτό για σένα, αναρωτιέμαι…
Σίγουρα κάτι λέει για μένα… Κοίτα, δουλεύω με άλλους. Ό,τι κάνω, το κάνω γιατί θέλω να συνυπάρχω με τους συνεργάτες μου. Ιδίως οι παραστατικές τέχνες είναι πολύ ομαδική δουλειά. Δεν μπορείς να κάνεις ένα θέατρο και να δουλεύεις μόνος σου. Η συνεργασία είναι η πεμπτουσία της δικής μας Τέχνης.
Από εκεί και πέρα, βλέποντας κάποιος πίσω τις πράξεις, θα δει ότι με διακρίνει μια στοχοπροσήλωση. Βρίσκω έναν στόχο, ή τον οραματίζομαι, και πηγαίνω προς αυτόν, με επιμονή και υπομονή. Η ανεξαρτησία σίγουρα έχει τα καλά της, αλλά έχει και τα κακά της…

_Πολύ περισσότερες ευθύνες, προφανώς…
Ακριβώς. Άλλες ευθύνες.
Δηλαδή εγώ εδώ, στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις» που είμαστε τώρα, ακούω ταυτόχρονα άμα το καζανάκι κάτω δουλεύει, ποιος έχει μπει, ποιος έχει βγει… Αυτό είναι ένα κόστος, σίγουρα. Όμως έχει να κάνει και με τον τρόπο που λειτουργείς ως άνθρωπος. Εμένα, ας πούμε, τέτοια πράγματα μού είναι εύκολα να τα διαχειριστώ. Δεν με βαραίνουν, δεν με καταπιέζουν, δεν μου δημιουργούν δυσκολία. Αν δεν ήμουν έτσι, δεν θα το ‘κανα κιόλας.


O Μαθιός είναι ένας σκληρός άνθρωπος που έχει ευαισθησίες, εγώ είμαι ένας ευαίσθητος άνθρωπος που είναι σκληρός.


_Επιπλέον, έχεις και την ελευθερία να επιλέξεις εσύ το έργο που θα ανεβάσεις…
Τι ελευθερία είναι αυτή; Γιατί, ξέρεις, άμα σ’ τη δώσει ο άλλος την ελευθερία στα χέρια, δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Είναι μια καυτή πατάτα!
Είναι σαν αυτό που είχαμε στις εκθέσεις, το «ελεύθερο θέμα». Όταν μας έδιναν ένα συγκεκριμένο θέμα, λέγαμε «Όχι, ρε… Να είχαμε ένα ελεύθερο θέμα…». Και, όταν είχαμε «ελεύθερο θέμα», έλεγες «Και τι να γράψω τώρα;».
Αυτό ακριβώς είναι. Έχω ένα «ελεύθερο θέμα» στη ζωή να γράψω. Πρέπει να γράψω από την αρχή κάτι καινούργιο. Αυτό είναι το ωραίο, αλλά αυτό είναι και το δύσκολο.
Γιατί άλλο να σου κάνουν προτάσεις, και άλλο να πρέπει να δημιουργήσεις εσύ την πρόταση, να «γεννήσεις» εσύ την ιδέα. Και όχι μόνο να «γεννήσεις» την ιδέα. Να είναι και μια ιδέα που θα την ακολουθήσουν και κάποιοι. Είναι κι αυτό ένα θέμα: Εσύ θα τη γεννήσεις. Θα σε ακολουθήσει ο κόσμος; Οι συνεργάτες σου θα ακολουθήσουν;

_Επειδή «έπαιξε» πολύ στην επικαιρότητα, θέλω να σε ρωτήσω και ως θεατρικό επιχειρηματία, αλλά και ως ηθοποιό, για την ιστορία με την αποχώρηση του Άρη Σερβετάλη από την παράσταση «Ρινόκερος», αρνούμενος να παίζει μόνο για εμβολιασμένους. Επειδή, λοιπόν, τα πράγματα είναι πολύ ιδιαίτερα σήμερα στο θέατρο, θέλω τη γνώμη σου.
Ο Επίκουρος λέει «Νίκη είναι να αποδέχεσαι την ήττα σου με υπερηφάνεια». Ακόμα και αν ήμουν ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας και μου συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αποδεχόμουν αυτή την ήττα με υπερηφάνεια και θα προχωρούσα τη ζωή μου. Θέλω να πω ότι, όπως τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα λόγω πανδημίας, παλαιότερα ήταν δύσκολα για κάποιον άλλο λόγο. Αύριο θα είναι δύσκολα για κάποιον άλλο. Δεν μπορούμε κάθε φορά να ζούμε το «τώρα» σαν να είναι κάτι μοναδικό.
Πολλές φορές, προσπαθώ να δω τα πράγματα «από ψηλά». Ίσως, στη μικρή ζωούλα μας, κάποια πράγματα να φαίνονται τεράστια. Αλλά, άμα τα δεις πραγματικά, τα πράγματα έρχονται και φεύγουν… Δεν μπορείς κάθε φορά που έρχεται μια δυσκολία να πιστεύεις ότι ήρθε η καταστροφή. Έχει προκύψει μια πανδημία, αυτή είναι η πραγματικότητα. Έχουν αλλάξει όλα τα δεδομένα, κι αυτή είναι μια πραγματικότητα. Θα προχωρήσουμε με αυτή.
Προφανώς, αυτό που έκανε ο Άρης επηρέασε αρνητικά κάποιους ανθρώπους. Αλλά ο Άρης έχει κάνει και πράγματα που έχουν επηρεάσει θετικά ανθρώπους υπερδιπλάσια. Γιατί δεν συζητάμε γι’ αυτά;

_Άρα, λες να κρίνουμε πιο σφαιρικά μια κατάσταση…
Ακριβώς. Αν ένας δρομέας τρέχει 40 χιλιόμετρα και στο τελευταίο χιλιόμετρο παραπατήσει, δεν λες «Α, καλά, αυτός δεν ξέρει να τρέχει…». Δεν μπορείς να αγνοήσεις τα προηγούμενα 39 χιλιόμετρα! Πρώτον αυτό.
Και, δεύτερον, επειδή υπάρχει μια ένταση στον κόσμο και όλοι ψάχνουν λόγο να «μανουριάσουν», οι άνθρωποι κρίνουν χωρίς πραγματικά να έχουν όλα τα δεδομένα. Εμένα, αν με ρωτήσεις γι’ αυτό το γεγονός, το μόνο που έχω να σου πω είναι: «Δεν ήμουν παρών, δεν ξέρω τι πραγματικά έγινε». Εφόσον δεν ξέρω τι έγινε, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη. Θα πρέπει να κάνω την προσωπική μου «εξεταστική επιτροπή», όπως κάνει η Βουλή, να ερευνήσω όλες τις εκδοχές, και μετά να πάρω θέση. Είναι ανώριμο, νομίζω, να παίρνουμε θέση όταν δεν ξέρουμε όλα τα δεδομένα.
Το ίδιο συμβαίνει και με την πανδημία. Αν δεν βρεθείς ποτέ σε μια επιτροπή ειδικών, η οποία είναι αντιμέτωπη με μια πολύ σκληρή κατάσταση και πρέπει να πάρει πολύ σοβαρές αποφάσεις… Αν κάποιος βρισκόταν σε μια τέτοια συνεδρίαση, έχω την εντύπωση ότι, τελικά, θα αντιμετώπιζε τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Γιατί θα έβλεπε τα δεδομένα. Εμείς δεν τα έχουμε, πώς να κρίνουμε; Γι’ αυτό υπάρχουν οι ειδικοί…

_Γιατί «Tempus Verum» το θέατρό σου;
Είναι δύο έννοιες που έχουν πολύ μεγάλη σχέση, αρχικά με το θέατρο και με την παραστατική τέχνη, και κατ’ επέκταση με τη ζωή: «tempus» σημαίνει «χρόνος» και «verum» σημαίνει «αλήθεια». Κατά κάποιον τρόπο, είναι ο αληθινός χρόνος. Ο χρόνος είναι το πιο σημαντικό στοιχείο στη ζωή μας. Αυτό μας καίει. Επομένως, είναι η διαχείριση του χρόνου, με γνώμονα την αλήθεια.

_Φέτος, λοιπόν, στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις», σε βλέπουμε στο «Έκτορος κάθαρσις»…
Ουσιαστικά, είμαι ο ραψωδός που αφηγείται την ιστορία του Έκτορα, μέσα στο έπος του Ομήρου. Επομένως, ως ραψωδός, είμαι και Έκτορας, είμαι και Αχιλλέας, είμαι και Πρίαμος, είμαι και Εκάβη, είμαι και Ανδρομάχη, είμαι και αφηγητής…

_Μίλησέ μου λίγο για το έργο.
Είναι ένα προσωπικό «πόνημα», με το οποίο ασχολούμαι τα τελευταία εννιά χρόνια. «Πρωτο-ξαναδιάβασα» την Ιλιάδα και, μέσα εκεί, μου έκανε φοβερή εντύπωση το ότι ο βασικός ήρωας της Ιλιάδας είναι ο Έκτορας. Αυτόν βασικά παρατηρώ. Και μου φάνηκε ότι κάπως έπρεπε να τον αποκαταστήσω, διότι και στα δικά μου μάτια, αλλά και σε πολλών άλλων φαντάζομαι, ο Έκτορας είναι ένας παρεξηγημένος ήρωας. Είναι ο «μη Έλλην», ο «βάρβαρος»… Τέλος πάντων, ο Έκτορας δεν είναι «Αχιλλέας», έτσι;
Δεν έχουμε διαβάσει, στην πραγματικότητα, την Ιλιάδα. Φταίει το σύστημα; Δεν ξέρω τι φταίει… Αντί να μας τονώσουν την αγάπη για τον Όμηρο, μας κάνουν να τον απεχθανόμαστε. Είναι η σχολική ύλη, οι εξετάσεις…
Αυτό που προσπαθώ να κάνω, λοιπόν, είναι να κάνω αυτό που έκαναν και τότε. Άκουγαν πολύ Όμηρο. Διότι η ραψωδία είναι μια προφορική παράδοση, πιο συχνά άκουγες την ιστορία από τον ραψωδό που ερχόταν στο χωριό σου, παρά τη διάβαζες. Στην ουσία, προσπαθώ να ξαναφέρω την προφορικότητα αυτού του κειμένου στο σήμερα. Γιατί άλλο να διαβάσεις Όμηρο, και άλλο να το ακούς από τον ραψωδό.

_Ποια η διαφορά;
Υπάρχει αυτό που λέμε «εγγράμματος» και «προφορικός λόγος». Ο προφορικός λόγος υπάρχει 30 χιλιάδες χρόνια, ενώ ο γραπτός λόγος υπάρχει 6 χιλιάδες χρόνια. Επομένως, ο γραπτός λόγος είναι μια εγκεφαλική διεργασία πολύ μεταγενέστερη.
Ο προφορικός λόγος είναι πιο αρχέγονος. Όταν σ’ το διαβάσω, απευθύνομαι σε ένα άλλο κομμάτι του εγκεφάλου σου, και όχι στο κομμάτι της λογικής, στο εγγράμματο κομμάτι του εγκεφάλου. Εκείνη τη στιγμή, δονείται αυτό το αρχέγονο κομμάτι του εγκεφάλου, κι αυτό είναι το μεγαλείο…
Στην παράσταση κλαίνε όλοι. Κι εγώ μαζί. Κάθε βράδυ, άντρες-γυναίκες κλαίμε. Είναι τέτοιο το μεγαλείο, το κείμενο είναι ακαταμάχητο και ανεξάντλητο.

_Είναι πρόκληση το να είναι ο ηθοποιός μόνος του πάνω στη σκηνή;
Πολύ μεγάλη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση! Δεν έχεις κανέναν να πιαστείς, κανέναν να σε σώσει, σε περίπτωση που «παραπατήσεις». Πρέπει να το πάρεις όλο πάνω σου.
Αλλά εγώ δεν το βλέπω αυτό σαν μονόλογο. Εγώ διαβάζω Όμηρο. Ίσως κάποιοι νομίζουν ότι κάνω τον Έκτορα. Όχι, εγώ κάνω τον ραψωδό που μιλάει για τον Έκτορα.
Έχω παίξει τραγωδία, έχω παίξει στην Επίδαυρο, έχω σκηνοθετήσει επίσης τραγωδία και, πηγαίνοντας πίσω-πίσω-πίσω, αντιλήφθηκα ότι υπάρχει και πιο πίσω από το «πίσω». Κι αυτό είναι η ραψωδία. Αυτός είναι ο πατέρας του θεάτρου. Ο ίδιος ο Αισχύλος λέει «Τα έργα μου είναι ψίχουλα από τα δείπνα του Ομήρου».
Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, πριν γίνουν αυτό που ήταν, ήταν παιδάκια που έτρεχαν στις αλάνες. Δεν ήταν πάντα… προτομές! Τι άκουγαν, λοιπόν, όλη μέρα; Όμηρο! Τι προσπάθησαν να μιμηθούν; Τον Όμηρο! Αυτός είναι ο δάσκαλός τους.

_Τι δεν ρώτησα, που θα ήταν καλό να το πούμε;
Πρέπει να σου πω ότι, παράλληλα, σκηνοθετώ και το έργο «Νιζίνσκι – Η προφητεία της φωτιάς», επίσης στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις», με πρωταγωνιστή τον Αντίνοο Αλμπάνη. Πρόκειται για την ιστορία ενός διάσημου χορευτή, του Βάτσλαβ Νιζίνσκι, ο οποίος έζησε στις αρχές του 20ού αιώνα. Ένας πολύ ιδιαίτερος καλλιτέχνης, χαρισματικός, που έφτασε στα όρια της σχιζοφρένειας. Ίσως ο μεγαλύτερος χορευτής όλων των εποχών.

Photo credits: Σπύρος Χατζηαγγελάκης