Δημήτρης Σαμόλης: «Οτιδήποτε με φοβίζει, αποτελεί κριτήριο να τρέξω προς τα εκεί»

Δεν τον ρώτησα αν παίζει «Ατάρι» ή αν του αρέσουν τα «Κουρκουμπίνια». Σίγουρα δεν έχει «Πορτοκαλί μουστάκι» και, ίσως, αν μάθαινες ότι ζει σε ένα «Αερόστατο», να σου φαινόταν «Φυσιολογικό». Tηλεοπτικά τον απολαύσαμε στις «Άγριες Μέλισσες» και, στο άμεσο μέλλον, θα τον δούμε στο «Φλόγα και άνεμος». Στο μεσοδιάστημα πήρε κάποια «Μαθήματα Κωμωδίας» και θα μας δείξει αυτό το καλοκαίρι τι έχει μάθει, μέσα από τον μονόλογο «120 κιλά τζαζ». Αυτός είναι ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ταλαντούχος άνθρωπος, γεμάτος χρώμα και φως που ποτέ δεν κάθεται «Φρόνιμα». 

Συνέντευξη στον Θεόδουλο Παπαβασιλείου

_Μόλις επέστρεψες από τη Χίο. Τι ωραίο γίνεται εκεί πέρα;
Έχουμε ξεκινήσει τα γυρίσματα για τη σειρά «Φλόγα και άνεμος». Ουσιαστικά, πρόκειται για τη ζωή και τον έρωτα της Κυβέλης, της εμβληματικής αυτής ηθοποιού, με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον μπαμπά του Ανδρέα Παπανδρέου.
Εγώ υποδύομαι τον Κώστα Θεοδωρίδη, που ήταν ο δεύτερος άντρας της Κυβέλης, ο οποίος ουσιαστικά την πήρε από τον πρώτο της άντρα, έφυγαν μαζί στο Παρίσι, έκαναν και ένα παιδί, επέστρεψαν και έμειναν μαζί 20 χρόνια…
Και μετά έρχεται ο Γεώργιος Παπανδρέου και την παίρνει από τον Κώστα Θεοδωρίδη. Κάπως έτσι, η μοίρα τού το «ξεπλήρωσε» με το ίδιο νόμισμα!

_Τι παραπάνω μπορούμε να πούμε για αυτή τη σειρά, πέραν του ότι έχει ένα εξαιρετικό καστ;
Ε, ναι, αυτό… Νομίζω ότι έχει ένα φοβερό καστ, πραγματικά.
Εγώ γενικώς λατρεύω τις σειρές και τις ταινίες εποχής. Είναι ο λόγος που έγινα ηθοποιός και, ευτυχώς, είχα τις «Άγριες Μέλισσες» και, πιο πριν, μια άλλη σειρά στην ΕΡΤ, τη «Ζωή εν τάφω». Και τώρα εδώ… Γενικώς, οι σειρές εποχής είναι το καλύτερο που μπορεί να μου συμβεί.
Τι άλλο μπορούμε να πούμε; Ότι έχει ξεκινήσει με πολύ ωραία αίσθηση. Είναι μια σειρά 12 επεισοδίων. Εγώ είμαι στα 6 επεισόδια, γιατί μετά χωρίζω με τη Κυβέλη.

_Θεωρείς ότι οι «Μέλισσες» συνέβαλαν στο να επανέλθουν στη μόδα οι σειρές εποχής;
Θεωρώ ότι γενικώς οι «Μέλισσες» συνέβαλαν στο να κινηθεί πάλι το γρανάζι της μυθοπλασίας και να μην παίρνουμε έτοιμα πρότζεκτ από το εξωτερικό επειδή είναι δοκιμασμένα, και να εμπιστευθούμε Έλληνες δημιουργούς. Γιατί, πριν τις «Μέλισσες», είχαν πρωτοκαθεδρία τα ριάλιτι, τα τάλεντ σόου.
Τώρα είδαμε ότι, όταν βάλεις μια πραγματικά καλή σειρά απέναντι από οποιοδήποτε άλλο τηλεοπτικό προϊόν, νικούν οι σειρές, οι καλές σειρές. Οπότε, θεωρώ ότι όντως οι «Μέλισσες» έκαναν πολύ καλό στον δικό μας χώρο. Και, σαφώς, και στους ηθοποιούς.

_Ξεκίνησες ως πιτσιρικάς στον «Δανεικό πατέρα», στο «Νταντά για όλες τις δουλειές», στη «Μελωδία της ευτυχίας», σε πιο light, σε πιο χαριτωμένους, πιο κωμικούς ρόλους. Η ενήλική σου ζωή σε βρίσκει κατά κύριο λόγο σε πιο σοβαρούς ρόλους. Εσένα τι σε ικανοποιεί περισσότερο;
Χαίρομαι που είσαι διαβασμένος!
Κοίτα, εντάξει, ως πιτσιρικάς είχα ξεκινήσει από τη «Μελωδία της ευτυχίας». Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα κι εγώ πού πήγαινα ακριβώς. Είχα δει μια οντισιόν, έπεισα τη μαμά μου να με πάει, και ξεκίνησα από εκεί.
Νομίζω ότι το κριτήριο δεν είναι αν θα είναι σοβαρό ή κωμικό. Το κριτήριο είναι μια ωραία συνεργασία και να υπάρχει ένα καλλιτεχνικό ζητούμενο στη δουλειά.
Φέτος, που είμαι στα «Μαθήματα κωμωδίας» με τον Αθερίδη, στο καινούργιο του έργο, είδα πόση δύναμη έχει η κωμωδία και πόση συγκίνηση μπορεί να προκαλέσει, πολύ πιο βαθιά και από το δράμα. Γι’ αυτό τον λόγο, μάλιστα, φέτος κιόλας, θα κάνω και ένα κωμικό μονόλογο περιοδεία στα νησιά…
Η αλήθεια είναι ότι, όλα αυτά τα χρόνια που είχα βγει και από τη σχολή, έπαιζα πιο πολύ σε δραματικούς ρόλους. Τώρα που ο Αθερίδης είδε σε μένα και κάτι κωμικό, τολμώ να πάω και προς την κωμωδία.

_Έχεις τελειώσει Νομική, έχεις ασκήσει το επάγγελμα για τέσσερις μήνες και σε ‘πιάσαν κρίσεις πανικού;
Όχι απλά κρίσεις πανικού!
Τη Νομική την τελείωσα σχεδόν παράλληλα με το Εθνικό και, όταν βγήκα από το Εθνικό, επειδή στην αρχή τα χρήματα δεν ήταν πάρα πολλά, δούλευα παράλληλα τα πρωινά μου σε ένα δικηγορικό γραφείο. Και, όντως, όταν πήγαινα στην Ευελπίδων, ξεκίνησαν οι πρώτες κρίσεις πανικού, ίδρωναν τα χέρια μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Ώσπου, κάποια στιγμή, πήγα στον δικηγόρο που είχε τη δικηγορική εταιρεία και παραιτήθηκα, είπα ότι δεν μπορώ άλλο. Κι αυτός το έβλεπε ότι δεν «τσούλαγε» η φάση, οπότε…

_Αυτές οι κρίσεις ήρθαν γιατί συνειδητοποίησες ότι κάνεις κάτι το οποίο δεν σε ενδιαφέρει;
Ναι, δεν με ενδιέφερε καθόλου. Έβλεπα ότι ήμουν σε ένα περιβάλλον που το ένιωθα πολύ αφιλόξενο, ένιωθα ότι δεν ανήκω σε αυτό.
Και, όταν έκανα προβολή και φανταζόμουν τη ζωή μου τα επόμενα χρόνια έτσι, με έπιασε, δεν ξέρω… Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να εκφραστώ, να δημιουργήσω.

_Είσαι από τις περιπτώσεις των παιδιών που επέλεξαν τη Νομική, για να ικανοποιήσουν την οικογένεια;
Παραδόξως, όχι! Απλά διάβαζα, ήμουν καλός μαθητής, οπότε, και με το σύστημά μας, με το που έπαιρνες απολυτήριο λυκείου, έδινες κατευθείαν και Πανελλήνιες. Δεν ήταν ξεχωριστό. Οπότε, επειδή τέλειωσα με καλό βαθμό και έγραψα καλά και στις εξετάσεις, πέρασα στη Νομική.

_Η μουσική πώς προέκυψε;
Η μουσική πάλι προέκυψε με έναν πολύ περίεργο τρόπο. Αφού είχαν περάσει πολλά χρόνια που δούλευα ως ηθοποιός, κάποια στιγμή μένω άνεργος, για κάποιους μήνες. Δεν είχα και λεφτά τότε, οπότε, για να μην τρελαθώ, ξεκίνησα να γράφω κάποια κομμάτια στο σπίτι, τα οποία τότε έπαιζα σε φίλους.
Κάποια στιγμή, έβγαλα ένα κομμάτι στο YouTube και, μετά από δύο εβδομάδες, θυμάμαι, με παίρνει ένας φίλος και μου λέει «Σε ακούω στον Pepper». Το είχε πάρει ο Γιώργος Μουχταρίδης, πραγματικά τον ευχαριστώ πολύ, και το είχε βάλει…
Ε, και κάπως έτσι μετά, με άκουσε η Minos EMI, κάναμε ένα ραντεβού και ξεκίνησα σιγά-σιγά και με τη μουσική.


Εγώ γενικώς λατρεύω τις σειρές και τις ταινίες εποχής. Είναι ο λόγος που έγινα ηθοποιός…


_Είχες πει σε μια παλαιότερή σου συνέντευξη ότι, όταν συνειδητοποίησες ότι σε ενδιαφέρει να ασχοληθείς με τη μουσική, έψαχνες έναν άνθρωπο που να μπορεί να γράψει κάποια περίεργα τραγούδια για σένα. Γιατί περίεργα;
Είσαι πολύ καλά διαβασμένος! (γέλια)
Θα σου πω. Από μικρός, βασικά, ήθελα να ασχοληθώ με τη μουσική, απλώς επειδή δεν ήξερα ότι μπορώ να γράψω και επειδή τα κομμάτια που κυκλοφορούσαν μου άρεσε μεν να τα ακούω, αλλά δεν εξέφραζαν εμένα, σκεφτόμουν «Ποιος συνθέτης, ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να γράψει ό,τι τρελό έχω μέσα στο κεφάλι μου;». Κι εκεί συνειδητοποίησα ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν πιο κοντά μου απ’ ό,τι νόμιζα. (γέλια)
Εντάξει, δεν νομίζω ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να μου γράψει ένα τραγούδι που λέγεται «Κουρκουμπίνια» ή «Ατάρι»… Είναι ο τρόπος που εγώ βλέπω τα πράγματα. Δηλαδή, προτιμώ πολύ περισσότερο να λέγεται ένα κομμάτι «Κουρκουμπίνια», από το να λέγεται «Το φιλί σου».
Εγώ, έτσι; Δεν τα υποτιμώ τα άλλα. Κάπως έτσι με ενδιαφέρει να βλέπω μία άλλη πλευρά των πραγμάτων, μια πιο λοξή, πιο σαρκαστική.

_Η «Ζάχαρη» των Καραμουρατίδη – Ευαγγελάτου ήταν το πρώτο τραγούδι που σου έγραψαν άλλοι δημιουργοί;
Ολοκληρωμένα, ναι.
Στον προηγούμενο δίσκο είχα γράψει εγώ μουσική και είχε γράψει στίχους ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος πάλι για το «Φρόνιμα».

_Θα έχει συνέχεια αυτή η συνεργασία;
Δεν το ξέρω. Πολύ θα το ήθελα και μακάρι να γίνει ξανά κάποια στιγμή στο μέλλον! Επειδή έχουμε και φιλική σχέση με τα παιδιά, σίγουρα θα «ξανασυναντηθούμε»!
Σε αυτή τη φάση, όμως, ετοιμάζω ήδη τον επόμενο δίσκο με δικά μου κομμάτια. Είμαι σε αυτή τη διαδικασία.

_Θα υπάρχουν κάποια ντουέτα και στον νέο δίσκο, όπως είχες στον προηγούμενο με την Μάρθα Φριντζήλα και τον Κωστή Μαραβέγια;
Μακάρι! Η Φριντζήλα και ο Μαραβέγιας είναι καλλιτέχνες που θαυμάζω πάρα πολύ! Πολύ το θέλω, πολύ μου αρέσει να συνεργάζομαι…
Είναι να τύχει και η συγκυρία, να είναι κάποιος στην ίδια φάση που είσαι και εσύ, να γράψω ένα κομμάτι που θα τους αρέσει… Παίζουν πολλά ρόλο.

_Θα ρίσκαρες να κάνεις κάτι πιο ανατρεπτικό, είτε στο κομμάτι της σύνθεσης, είτε σε αυτό της ερμηνείας;
Γενικώς, επειδή δεν υπάρχει κάποιος που να μου υπαγορεύει τι και πώς, θα ήθελα πάρα πολύ να το κάνω…
Με ιντριγκάρει πάρα πολύ να κάνω πολύ άσχετα πράγματα μεταξύ τους. Να έκανα, ενδεχομένως, έναν πολύ λαϊκό δίσκο. Θα μου άρεσε πάρα πολύ!

_Ποια θα μπορούσε να είναι μια ανατρεπτική συνεργασία που σου έρχεται στο μυαλό;
Πολλά θα μπορούσα να σκεφτώ, άσχετα μεταξύ τους. Με τη Δέσποινα Βανδή, για παράδειγμα; Φαντάζομαι ότι δεν θα είναι κομμάτια που γράφω εγώ, γιατί θα είναι πολύ περίεργα για τη Δέσποινα…
Με τη Μαρίζα Ρίζου θα ήταν ένα ωραίο ντουέτο, πιο κοντά σε μένα ενδεχομένως. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

_Εξακολουθείς να πιστεύεις στα θαύματα;
Ουυυυ, εννοείται! Πιστεύω, γενικώς, ότι πράγματα που μας φαίνονται αδύνατα μπορούν, υπό συνθήκες, να λειτουργήσουν, και ότι τα πάντα είναι εφικτά.

_Και εξακολουθείς να ξυπνάς πρωί και να λες «Δημήτρη, είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου»;
Αχ, το έχω πει αυτό ότι το λέω; (γέλια)

_Ναι!
Κοίτα, στη φάση που είμαι τώρα, επειδή είμαι πάρα πολύ καλά, λέω και πιο πολλά πράγματα! (γέλια)

_Όπως;
Ότι είμαι ευγνώμων για όλα αυτά που έχω, ότι δεν θα ήθελα τίποτα περισσότερο, ότι είμαι ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να είμαι, με τους ανθρώπους που θα ήθελα να είμαι… Αυτά λέω.
Εντάξει, υπάρχουν και περίοδοι που σου φταίνε όλοι, σου φταίει ο εαυτός σου, δεν σου αρέσει τίποτα… Μην το παίξω κι εγώ ευτυχισμένος όλες τις περιόδους.

_Την περίοδο της πανδημίας, ποια συναισθήματα κυριαρχούσαν; Τα θετικά ή τα αρνητικά;
Εντάξει, εκεί πέρα, υπήρξε μεγάλο σκοτσέζικο ντους, πότε έτσι, πότε αλλιώς. Προσπαθούσες να το δεις θετικά, μετά έλεγες «Όντως, τώρα το ζούμε αυτό; Είναι σαν ταινία». Ήταν όλα μαζί.
Tώρα που το βλέπω από απόσταση, δεν μου άρεσε όλη αυτή η περίοδος του καταναγκαστικού εγκλεισμού. Άλλο να θες να κάτσεις σπίτι σου επειδή το επιλέγεις, και άλλο να μην μπορείς να βγεις έξω.
Ήταν πρωτόγνωρο για όλους μας, φαντάζομαι.

_Σου άφησε κάποιο «κουσούρι» η καραντίνα ή μήπως βγήκε και κάτι θετικό από όλη αυτή την υπόθεση;
Το θετικό είναι ότι ξεκίνησα να είμαι ευγνώμων για τα πολύ, πολύ μικρά πράγματα, όπως το να μπορείς να πας μια βόλτα, χωρίς να ρωτήσεις κανέναν.
Και το αρνητικό είναι ότι, στην περίπτωση της πανδημίας, έπινα λίγο παραπάνω. Κόλλησα λίγο στο ποτό και τώρα προσπαθώ να ξεφορτωθώ κάποια κιλά.

_Την ίδια περίοδο είχαμε κι άλλα. Πιστεύεις ότι το κίνημα #metoo, αλλά και η δημόσια παραδοχή επώνυμων ανθρώπων για τη σεξουαλική τους ταυτότητα, είναι μικρά και σημαντικά βήματα προς ένα κόσμο που σέβεται την ισότητα και τη διαφορετικότητα;
Σίγουρα! Θεωρώ ότι ο καθένας, όταν είναι έτοιμος, πολύ καλά κάνει και το κάνει αυτό, με τον τρόπο που θέλει να το κάνει – γιατί παίζει ρόλο και αυτό.
Και σίγουρα, όταν έχεις δημόσιο βήμα, όταν είσαι ένα πρόσωπο που, ενδεχομένως, λόγω του επαγγέλματός σου, σε ακολουθούν περισσότεροι άνθρωποι, ναι, όταν νιώσεις πραγματικά έτοιμος, είναι πολύ σημαντικό να το κάνεις με τον τρόπο που θες.
Παραδειγματίζεις έτσι και τους υπόλοιπους. Δείχνεις ότι μπορείς να είσαι αυτός που θέλεις, αλλά και ότι και ανθρώπους που είναι στην πρώτη γραμμή, δεν τους έχει εμποδίσει κάπου το γεγονός ότι έχουν παραδεχτεί τη σεξουαλικότητά τους, μια ασθένεια, οτιδήποτε…

_Βλέπεις σημάδια ωρίμανσης της κοινωνίας μας;
Ναι, αλλά εκεί που πας να δεις φως, εκεί έρχεται ένας πόλεμος και λες «Όντως τώρα, πάμε τόσα χρόνια πίσω;». Δεν ξέρω. Ελπίζω να λήξει όλο αυτό και να μη γενικευτεί.

_Είπες ότι κάνεις πρόβα και για ένα θεατρικό που θα πάει περιοδεία το καλοκαίρι;
Ακριβώς. Είναι ένα ιταλικό έργο που λέγεται «120 κιλά τζαζ». Είναι μονόλογος. Είναι μια πάρα πολύ ανθρώπινη, συγκινητική, αστεία ιστορία, ένα παραμύθι θα το έλεγα.
Το σκηνοθετεί η Κατερίνα Μαούτσου, μια συμφοιτήτριά μου από το Εθνικό. Θα πάει σε διάφορες περιοχές, τώρα κλείνουμε παραστάσεις, σε κάποια νησιά, στην επαρχία, και από Σεπτέμβρη θα έρθει και Αθήνα.
Δεν το έχω ξανακάνει και έχω πάρα πολύ άγχος και φόβο, αλλά, γενικώς, οτιδήποτε με φοβίζει, πάντα για μένα είναι κριτήριο ότι πρέπει να τρέξω προς τα εκεί. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια είναι το βασικό μου κριτήριο… Αν κάτι με φοβίζει, σημαίνει ότι εκεί κάτι υπάρχει για μένα και πρέπει να πάω να το ανοίξω.

_Άρα, ένα καλοκαίρι γεμάτο με πρόβες, παραστάσεις και γυρίσματα. Έτσι;
Ακριβώς, ναι.
Και γράφοντας και μουσική για τον καινούργιο δίσκο, που φαντάζομαι τους ερχόμενους μήνες κάποια στιγμή θα βγει.

_Ένα περίεργο τίτλο από τον επερχόμενο δίσκο έχουμε;
Κάτσε να σκεφτώ. Περίεργο τίτλο τραγουδιού, ε; Ναι! «Κουταλάκι!»

_«Τι το θες το κουταλάκι, να μου δώσεις το φαρμάκι;» Ή έχει διαφορετική προσέγγιση;
Είναι το «κουταλάκι» από τη στάση αγκαλιάς που κάθομαι στο κρεβάτι με κάποιον!