Λεωνίδας Κακούρης: «Από εκεί που δεν έχουμε τίποτα, ξαφνικά έχουμε 40 σειρές. Ή του ύψους, ή του βάθους. Νομίζω ότι θέλει ένα μέτρο...»
Plan Be Mag
Συνεντεύξεις

Λεωνίδας Κακούρης: «Από εκεί που δεν έχουμε τίποτα, ξαφνικά έχουμε 40 σειρές. Ή του ύψους, ή του βάθους. Νομίζω ότι θέλει ένα μέτρο…»

«Πολλά λεφτά...», μου λέει με ύφος γελώντας, καθώς βγαίνει από το υπερπολυτελές τζιπ που οδηγεί ο χαρακτήρας του στο «Μαύρο Ρόδο» στο MEGA, Θέμης Καστρινός, σε ένα διάλειμμα των γυρισμάτων. Γελάω. «Θα έχει ενδιαφέρον σήμερα», σκέφτομαι – και δεν έπεσα έξω. Ο Λεωνίδας Κακούρης είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις. Αλλά, παράλληλα, δεν είναι και καθόλου. Σοβαρός, «παρών» σε κάθε λήψη, ξεκάθαρα επαγγελματίας και, την ίδια στιγμή, αστείος και πλακατζής. Πρωταγωνιστώντας σε μία από τις πολυαναμενόμενες σειρές της φετινής σεζόν, ο ίδιος μας συστήνει τον ρόλο του, μιλάει για τους περσινούς τηλεοπτικούς του συγγενείς που θα συναντήσει και φέτος, και μοιράζεται μαζί μας τις προσδοκίες του για το «Μαύρο Ρόδο» – ρόδινες οπωσδήποτε, και καθόλου μαύρες...

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

_Φέτος μας συστήνεστε ως Θέμης Καστρινός, ένας άνθρωπος της νύχτας, στο «Μαύρο Ρόδο». Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτόν…
Κι εγώ τώρα τον γνωρίζω, δεν τον έχω κάνει ακόμα πολύ παρέα, για να ανακαλύψω όλες του
τις πτυχές… Το μυαλό μου προσπαθεί να τον χτίσει σταδιακά με ένα ρεαλισμό που να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που μου δίνει το σενάριο.
Είναι ένας  άνθρωπος σκληρός, πολύ περήφανος και φιλόδοξος. Η  σχέση με τη γυναίκα του είναι
ιδιαίτερη – κι από τότε που παντρεύτηκαν, ο ίδιος προσπαθούσε συνεχώς να «ανέβει» κοινωνικά και ν’ αποκτήσει το όνομά του «αξία», ώστε να γίνει αντάξιός της. Η γυναίκα του είχε χρήματα και μόρφωση, ενώ εκείνος κατάγεται από κατώτερη κοινωνική τάξη.  Ουσιαστικά, εκείνη ήταν που του έδωσε τα πρώτα κεφάλαια για να ξεκινήσει τις επιχειρήσεις του. Αυτό τον έκανε να νιώθει μειονεκτικά… Ένα αγκάθι που τον πονάει ακόμα. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος είχε καταστήματα εστίασης. Μετά μπήκε στη… «βαθιά» νύχτα και τη «ζωή» της.
Αυτό, βέβαια, δεν βρίσκει σύμφωνη τη σύζυγό του, αποτελώντας μόνιμο στοιχείο έριδας και
τσακωμών ανάμεσα στο ζευγάρι. Κι αυτό, διότι εκείνη φοβάται ότι τα παιδιά της θα ακολουθήσουν
τον  δρόμο του πατέρα τους  – και ιδιαίτερα ο Πέτρος, ο οποίος έχει σπουδάσει αρχιτέκτονας στη Φλωρεντία, κι ετοιμάζεται να ανοίξει γραφείο στο Λονδίνο…

_Η σειρά παρουσιάζει ουσιαστικά δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους, εκείνον της νύχτας και εκείνον της θρησκείας. Πέρυσι, η σειρά «Άγιος Παΐσιος», και πάλι στο MEGA, απέδειξε ότι τα θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία προσελκύουν την προσοχή του κοινού. Βέβαια, στο «Μαύρο Ρόδο», η θρησκεία δεν είναι ακριβώς το κεντρικό θέμα…
Κι όμως, παρακολουθούμε τη ζωή σε ένα μοναστήρι, αλλά και τις ζωές κάποιων μοναχών πριν στραφούν στη θρησκεία. Είχαν, δηλαδή, μια ζωή, η οποία τελικά τις οδήγησε στο μοναστήρι. Οπότε, σιγά-σιγά, θα ανακαλύψουμε και τις διαδρομές αυτών των γυναικών… 

_Πού αποδίδετε εσείς αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον που φάνηκε να έχουν τέτοια θρησκευτικά θέματα; Σας ρωτάω, γιατί θεωρώ ότι αυτή η ιδιαιτερότητα του σίριαλ θα παίξει τον ρόλο της στο κοινό…
Δεν ξέρω αν το βιβλίο της Ελένης Καπλάνη, στο οποίο βασίζεται το σίριαλ, επιλέχθηκε για τον συγκεκριμένο λόγο, αλλά για μένα το ωραίο είναι ότι υπάρχει μια στιβαρή ιστορία, πάνω στην οποία μπορείς να χτίσεις το τηλεοπτικό σενάριο. Και είναι και μία πολύ καλή βάση, στην οποία μπορείς να στηριχθείς για να αναπτύξεις τους νέους χαρακτήρες που μπαίνουν στην πορεία, και να «δέσεις» την ιστορία, ώστε να βγουν τα 80 τόσα επεισόδια.

_Σε αυτή τη σειρά εσείς έχετε και παλιούς γνώριμους, «της οικογενείας»…
Όντως… Ο αντίζηλός μου στη σειρά, ο Βίκος, είναι ο Γιάννης ο Κουκουράκης, ο οποίος ήταν γιος μου στις «Άγριες Μέλισσες». Ηγουμένη της Μονής είναι η Κατερίνα Διδασκάλου, η οποία, μετά από όλα αυτά που έζησε στις «Άγριες Μέλισσες», πήγε και μόνασε – αλλά θα τη βρω! (γέλια)
Και με τον σκηνοθέτη μας, τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, ήμασταν μαζί πέρυσι, στην τρίτη σεζόν των «Άγριων Μελισσών», αλλά και με πολλά παιδιά από το συνεργείο.

_Καλό είναι αυτό, φαντάζομαι.
Ναι, ναι, είναι καλό, γιατί είναι ένα γνώριμο περιβάλλον. Επιπλέον, έχουμε βρει τη «γλώσσα» μας, τους κώδικές μας, και συνεννοούμαστε απόλυτα μεταξύ μας.

Κάποτε πρέπει να δω λίγο και τον Λεωνίδα. Και ο Λεωνίδας μου λέει «Κάνε κάτι λίγο να ιδωθούμε, γιατί έχουμε χαθεί»…

_Η φετινή σεζόν περιλαμβάνει πολλές ελληνικές σειρές, υπερβολικά πολλές ίσως… Από την εμπειρία σας, θα ήθελα μια δική σας πρόβλεψη για το πώς θα εξελιχθεί αυτό το σκηνικό.
Κι εγώ πιστεύω ότι είναι πάρα πολλές οι σειρές και δεν μπορεί να τις απορροφήσει η αγορά, δεν είναι τόσο μεγάλο το κοινό… Φαντάζομαι ότι κάποιες θα «μείνουν» στην πορεία. Εγώ ελπίζω να μην κοπεί τίποτα και όλες οι σειρές να συνεχίσουν, ακόμα και με χαμηλή τηλεθέαση, για να συνεχίσουν να δουλεύουν οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές – τεχνικοί, ηθοποιοί, όλοι…
Υπάρχει μια υπερβολή, που τη βλέπουμε στην Ελλάδα. Από εκεί που δεν έχουμε τίποτα, ξαφνικά έχουμε 40 σειρές. Ή του ύψους, ή του βάθους. Από εκεί που έχουμε πολλά ριάλιτι, τηλεπαιχνίδια και ελάχιστη μυθοπλασία, πάμε στο άλλο άκρο. Νομίζω ότι θέλει ένα μέτρο όλο αυτό το πράγμα.
Δηλαδή εγώ θα προτιμούσα να είναι λιγότερες οι σειρές, ίσως κάποια σύμπραξη δυνάμεων από πλευράς παραγωγής, έτσι ώστε να ανέβει και το budget της κάθε σειράς (άρα και το αποτέλεσμα), παρά να ξεκινήσουν τόσες πολλές σειρές και, στην πορεία, να μείνουν κάποιες από τα καύσιμα της τηλεθέασης.

_Έχω δει ότι διαβάζετε κι εσείς, όπως πολλοί συνάδελφοί σας, βιβλίο στην BookVoice, την πλατφόρμα με τα ακουστικά βιβλία…
Ναι, και θα διαβάσω κι άλλα. Απλώς, με το πρόγραμμα που έχω αυτή την περίοδο, είναι σχεδόν αδύνατο να το κάνω τώρα.

_Έχετε διαβάσει, λοιπόν, τα «Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη». Επειδή και στο ντοκιμαντέρ του Σκάι για τους Ήρωες του 1821 υποδυθήκατε τον Κολοκοτρώνη, δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σύνδεση. Ήταν τυχαίο ή έχετε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο ήρωα;
Τυχαία ξεκίνησε όλο αυτό. Κάποια στιγμή κάναμε ένα βίντεο με τον Γιάννη Αϊβάζη για τα 200 χρόνια της Αρχιεπισκοπής, όπου διάβασα κάποια κείμενα και του Κολοκοτρώνη. Το καλοκαίρι είχα ήδη ξεκινήσει την ανάγνωση των «Απομνημονευμάτων» και, τελικά, ήρθε και η πρόταση για το ντοκιμαντέρ. Και, κάπως έτσι, μπήκε στη ζωή μου ο Κολοκοτρώνης…

_Κολοκοτρώνης, λοιπόν, σε BookVoice και Σκάι, αφήγηση παλαιότερα σε σειρά της ΕΤ3 για τον Παύλο Μελά, πρωταγωνιστής στην ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη», συμμετοχή στην παράσταση «Αφηγήσεις» με μονολόγους προσώπων από τη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας… Σας ενδιαφέρει γενικώς η Ιστορία ή απλά προκύπτουν τέτοιες δουλειές;
Βεβαίως και μ’ ενδιαφέρει και νομίζω ότι, με ένα τρόπο, αποτελεί και ένα είδος προσφοράς το να αποδίδεις σωστά τέτοια θέματα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε την Ιστορία μας και, με κάθε ευκαιρία, θα πρέπει να την «ξεσκονίζουμε» και να μαθαίνουμε και τα νέα στοιχεία που προκύπτουν. Γιατί η Ιστορία δεν είναι κάτι παγιωμένο – κάθε μέρα έρχονται στο φως στοιχεία που μας φωτίζουν πτυχές που δεν γνωρίζαμε. Πρέπει να γνωρίζουμε την Ιστορία μας, μόνο και μόνο για να μην ξαναζήσουμε τις τραγωδίες που έχουμε ζήσει στο παρελθόν…

_Γενικώς, είστε ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί πολύ τη φωνή του. Και είναι γεγονός ότι η δική σας φωνή είναι πολύ χαρακτηριστική. Πόσο σημαντική είναι ως εργαλείο σε μια δουλειά όπως η δική σας; Ακόμα και στην ανάθεση ρόλων;
Η φωνή είναι όντως σημαντική. Ένας ηθοποιός μπορεί να κάνει μεταγλώττιση, ντοκιμαντέρ, σπικάζ… Γενικά σε ό,τι έχει να κάνει με κείμενο και λόγο, μια καλή φωνή είναι πάντα ένα plus.

_Μια τόσο χαρακτηριστική φωνή μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να είναι και περιοριστική;
Όχι, δεν είναι. Στη δική μου περίπτωση, η φωνή μου είναι μεν αυτή που είναι, αλλά έχω την ευκολία να την αλλάξω και να την κάνω ό,τι θέλω.
Φέτος, ας πούμε, στην παράσταση που έπαιζα το καλοκαίρι, τη «Μεγάλη Πλεκτάνη», υποδυόμουν έναν κωμικοτραγικό ήρωα, τον Ισίδρο Γκαλιάνα. Και κάτι που θεώρησα ως κομπλιμέντο, ήταν το ότι ήρθε μια φίλη στην παράσταση, την οποία είχα να δω κάποια χρόνια, η οποία μετά μου είπε «Δεν κατάλαβα ότι ήσουν εσύ! Άλλαξες τη φωνή σου;». Δεν είναι ότι άλλαξα τη φωνή μου, απλώς ήταν μια μικρή αλλαγή στο ηχόχρωμα, μια μικρή αλλαγή στην ταχύτητα… είναι το πώς εσύ θα χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία του λόγου.
Δεν είναι, λοιπόν, περιοριστική μια χαρακτηριστική φωνή, εκτός κι αν την κάνεις «σημαία», και τα παίζεις όλα με τον ίδιο τρόπο. Εντάξει, αυτό είναι άλλο…

_Είστε ένας άνθρωπος που γενικώς έχει το θάρρος της γνώμης του. Σας θυμάμαι πέρυσι σε μια εκπομπή στην ΕΡΤ με τον Φάνη Παπαθανασίου, όπου μιλούσατε για το #metoo και ήσασταν πραγματικά πολύ φορτισμένος. Αυτό το θάρρος της γνώμης έχει τίμημα;
Φυσικά και έχει. Θα υποστείς κι εσύ κριτική, ενδεχομένως να δεχτείς και τα βέλη κάποιων, οι οποίοι ίσως έχουν κάποια συμφέροντα…

_Έχω μιλήσει παλαιότερα, ας πούμε, με έναν άνθρωπο πολύ γνωστό, ο οποίος μου είχε πει «ξέρεις, έχω αποφασίσει να μη λέω πια τη γνώμη μου, γιατί βρίσκω τον μπελά μου»…
Ισχύει και αυτό, γιατί μπορεί εσύ να πεις κάτι, και μετά κάποιος να πάρει ένα απόσπασμα, ή αυτό που είπες να παραποιηθεί.
Νομίζω ότι θα πρέπει να είμαστε πολύ καλά ενημερωμένοι όταν βγαίνουμε να πούμε τη γνώμη μας γι’ αυτά τα θέματα, τα οποία είναι και πολύ λεπτά, και πολύ ευαίσθητα. Επιπλέον, δεν μπορούμε, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες ερωτήσεις, να απαντάμε έτσι, ελαφρά, για τέτοια σοβαρά θέματα. Αν θέλουμε πραγματικά να συζητήσουμε, μπορεί να γίνει μια κανονική εκπομπή, όπου θα κάτσουμε να συζητήσουμε ψύχραιμα και σοβαρά. Όχι τώρα, ανάμεσα στην πρεμιέρα, τη σειρά που ξεκινάει και το κους κους, να απαντήσουμε και για το #metoo. Δεν γίνεται έτσι…

_Θεωρείτε ότι, τελικά, το θέμα αυτό δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα;
Όχι, δεν λέω αυτό. Ίσα-ίσα, εκείνο το διάστημα η τηλεόραση ασχολούνταν με το #metoo από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν είναι ότι δεν του δόθηκε σημασία.
Απλώς μετά αρχίζουμε με τις πληροφορίες του τύπου «ο ένας άκουσε αυτό», «ενός άλλου του είπε ένας φίλος εκείνο», «ο άλλος βγήκε στο άσχετο να πει τη γνώμη του» και, τελικά, χάνουμε την ουσία. Χάνουμε, δηλαδή, το μεδούλι της όλης υπόθεσης και μένουμε στα γύρω-τριγύρω, τα οποία δεν έρχονται να προσθέσουν και τίποτα· μάλλον να μπερδέψουν…

Το γράψιμο είναι λίγο όπως το θέατρο. Κάνεις ένα «έτσι» την κουρτίνα και μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο.

_Έχω διαβάσει ότι γράφετε.
Μικρός έγραφα πάρα πολύ.

_Και όταν λέμε «γράφετε»; Μιλάμε π.χ. για σενάρια, για ποιήματα…;
Και σενάριο μπορεί να γράψω… Μ’ αρέσει πάρα πολύ η γραφή.
Το γράψιμο είναι λίγο όπως το θέατρο. Κάνεις ένα «έτσι» την κουρτίνα και μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Όταν ξεκινήσεις να γράψεις ένα μικρό πεζό ή τις σκέψεις σου, ή ένα κείμενο που έχει να κάνει με μια παράσταση, είναι λίγο κατάσταση-καζίνο. Πώς μπαίνει κανείς στο καζίνο και μπορεί να κάτσει ώρες, να χάσει τον χρόνο εντελώς; Ε, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει κι εδώ.
Θα μου άρεσε να ασχοληθώ, αλλά αργότερα. Τώρα, δυστυχώς, δεν έχω τον χρόνο…

_Και κάτι παρεμφερές: έχω διαβάσει, επίσης, ότι σκεφτόσασταν να γίνετε δημοσιογράφος. Εντελώς υποθετικά, αν όντως ακολουθούσατε αυτόν τον δρόμο, με ποιο ρεπορτάζ θα σας ενδιέφερε να ασχοληθείτε; Με το πολιτικό, το αθλητικό, το πολιτιστικό…;
Δεν το έχω σκεφτεί καθόλου. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, η σκέψη σταματούσε εκεί!
Εντάξει, δεν είναι εύκολη η δουλειά του δημοσιογράφου… Εξαρτάται, βέβαια, πώς την αντιμετωπίζεις, αλλά και τι έχεις να αντιμετωπίσεις. Γιατί, πολλές φορές, η φωνή σου μπορεί να φιμώνεται εκ των άνωθεν – κι αυτό δεν είναι πάντα εύκολο να το δεχτεί ή να το διαχειριστεί κάποιος που ξεκίνησε να κάνει αυτή τη δουλειά ως ιδεολόγος. Γιατί έτσι θα πρέπει να ξεκινάμε τις δουλειές, όχι σαν επαγγελματίες. Πρέπει να ξεκινάμε με όραμα. Όταν είσαι 18 χρονών, θες να τα αλλάξεις όλα – και μπαίνεις μετά, βέβαια, στη μηχανή και «παίρνεις γραμμή» τι συμβαίνει…
Ξέρουμε ότι δημοσιογραφία με δημοσιογραφία είναι η μέρα με τη νύχτα, όπως και ηθοποιός με ηθοποιό επίσης… Δηλαδή μπορείς απλά να περιδιαβαίνεις τη σκηνή, να λες τα λόγια σου και να μην τρέχει τίποτα, και να περνάς τη σκηνή, κι από κάτω ο κόσμος να νιώθει ρίγη συγκίνησης, τα οποία εσύ του έχεις προκαλέσει.

_Για να το λέτε, φαντάζομαι ότι έχετε δει παραστάσεις όπου παρατηρείται εκείνη η πρώτη περίπτωση…
Βεβαίως, βεβαίως… Αλλά, τι να κάνουμε, έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος…

_Όσο σας έχω παρακολουθήσει εδώ, στο γύρισμα, διαπιστώνω ότι είστε ένας άνθρωπος με πολύ χιούμορ. Αυτή είναι μια πλευρά σας που δεν γνωρίζουμε πολύ εμείς, οι «απ’ έξω», δεν σας φαίνεται πολύ…
Μα πού να μου φανεί; Στον Δούκα; Ο Δούκας δεν έχει χιούμορ! (γέλια)
Αν είχατε δει το καλοκαίρι τη «Μεγάλη Πλεκτάνη», θα το βλέπατε.

_Κι έτσι, για το τέλος, θα σας κάνω την κλασική ερώτηση: Μέσα από αυτή την τεράστια ποικιλία ελληνικών σειρών που υπάρχει φέτος, γιατί εμείς να επιλέξουμε να δούμε το «Μαύρο Ρόδο», στο MEGA;
Είναι λίγο νωρίς να σας απαντήσω γι’ αυτό, αλλά θα σας πω τις προσδοκίες που έχω εγώ στο μυαλό μου: Προσδοκώ να βγει μία πραγματικά ωραία σειρά, η οποία, κατ’ εμέ, σεναριακά έχει όλα τα φόντα να ξεχωρίσει, έχοντας παράλληλα και ένα καστ με πολύ αξιόλογους συναδέλφους. Και έχουμε, επίσης, μία πολύ ωραία μπαγκέτα από τον σκηνοθέτη μας, τον Κώστα Αναγνωστόπουλο.
Τα πρώτα επεισόδια της σειράς είναι λίγο πιο «αναγνωριστικά», σε αυτά μας συστήνονται οι χαρακτήρες και, όσο προχωράμε, θα… ψήνονται τα υλικά, θα δέσει ο τραχανάς και θα προχωρήσουμε με τις εξελίξεις. Πιστεύω ότι ο κόσμος θα το βρει ενδιαφέρον.

_Θέατρο θα κάνετε φέτος;
Όχι, λέω να μην κάνω. Λέω να χαρίσω στον εαυτό μου, επιτέλους, κάποια ελεύθερα βράδια, κάποιο ελεύθερο σαββατοκύριακο… Ήταν πολύ κουραστικό το καλοκαίρι – διπλές περιοδείες με τη Γλυκερία και το «Σμυρνέικο μινόρε», με τη «Μεγάλη Πλεκτάνη», γυρίσματα για το «Μαύρο Ρόδο», κάποιες άλλες εκδηλώσεις που προέκυπταν ενδιάμεσα, σπικάζ…
Καλό είναι μεν να γνωρίζω τι θέλει ο Θέμης ο Καστρινός, αλλά κάποτε πρέπει να δω λίγο και τον Λεωνίδα. Και ο Λεωνίδας μου λέει «Κάνε κάτι λίγο να ιδωθούμε, γιατί έχουμε χαθεί»… Επιπλέον, είναι τόσο σημαντική και αυτή η δουλειά με το «Μαύρο Ρόδο», που θα ήθελα κι εγώ να έρχομαι στο γύρισμα ξεκούραστος, για να δίνω το καλύτερο που έχω.

Photo Credits: Γιώργος Καπλανίδης