Μαριάννα Τουμασάτου: «Το "Ποιος Παπαδόπουλος;" έχει πολλά δυνατά χαρτιά. Είναι τράπουλα και μάλιστα μπιρίμπα!»
Plan Be Mag
Συνεντεύξεις

Μαριάννα Τουμασάτου: «Το “Ποιος Παπαδόπουλος;” έχει πολλά δυνατά χαρτιά. Είναι τράπουλα, και μάλιστα μπιρίμπα!»

Δεν είναι τυχαία ένα από τα πιο αγαπητά πρόσωπα της τηλεόρασης. Αυτό σκεφτόμουν όσο μιλούσαμε. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια, το χιούμορ της, η δυναμικότητά της και η μεγάλη ευαισθησία που εκπέμπεται μέσα από τον τρόπο που η ίδια αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω της, κερδίζουν αμέσως την προσοχή σου. Αλλά, κυρίως, την εκτίμησή σου – και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο. Φέτος θα τη βλέπουμε στον ΑΝΤ1, σε μια κωμωδία που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να είναι και δράμα, μια και ζωή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, όπως σχολιάζει και η ίδια. Το μόνο σίγουρο είναι πως, και αυτή τη σεζόν, δεν θα περάσει απαρατήρητη, καθιστώντας εξαρχής άκυρη την ερώτηση: Ποια Μαριάννα Τουμασάτου;   

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

_Σε συνέντευξή σας πέρυσι είχατε πει ότι θα θέλατε περισσότερη μυθοπλασία στην τηλεόραση. Φέτος, λοιπόν, αποδεικνύεται ότι στην ελληνική τηλεόραση θα έχουμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 30 σειρές. Τη «σηκώνουμε» τόση μυθοπλασία σε μια σεζόν;
Θα σας πω κι εγώ το εξής: Τις προηγούμενες χρονιές, «σηκώναμε» τόσα τηλεπαιχνίδια, τόσα ριάλιτι… Από τη στιγμή που κάθε κανάλι έχει μια ώρα προβολής, θα εκθέσει το προϊόν του, και ο άλλος θα αποφασίσει αν θα δει αυτό ή το απέναντι. Αν, λοιπόν, εκείνη την ώρα «παίζουν» πέντε κανάλια, αντί να μας δείχνουν αν κάποιος πεινάει και θα φάει σαύρες, τώρα θα μοιραστούν οι τηλεθεατές σε πέντε καλές δουλειές, κι ας είναι λιγότερη η τηλεθέαση.

_Πάντως, η αλήθεια είναι ότι φέτος επενδύουν στην ελληνική μυθοπλασία και κανάλια που άλλες χρονιές δεν την ενέτασσαν τόσο στο πρόγραμμά τους.
Πολύ καλό είναι αυτό!

_Εγώ, πάλι, σκέφτομαι ότι είμαστε γενικώς της υπερβολής…
Είμαστε της υπερβολής, είμαστε… Δηλαδή θα ανοίξουν καφέ, θα ανοίξουν 50! Θα ανοίξουν νυχάδικα, θα ανοίξουν 50! Έχουμε μια διάθεση να ακολουθούμε το ρεύμα της εποχής. Απλά, κάποια στιγμή, τα πράγματα μοιράζονται. Νομίζω ότι το να διαβάσει κανείς ή να παρακολουθήσει μια ιστορία μόνο καλό μπορεί να είναι…

_Έχετε καταλήξει στο τι μπορεί να καθορίσει την επιτυχία μιας σειράς, κάνοντάς την να ξεχωρίσει ανάμεσα στις πολλές;
Όχι. Είναι άπειροι οι παράγοντες! Μπορεί κάτι να είναι εξίσου καλό με το απέναντι, να ξεκίνησε τρία λεπτά νωρίτερα και να πήρε τον πόντο. Ή ο κόσμος μπορεί να ταυτιστεί ευκολότερα με τους ήρωες των πρώτων επεισοδίων μιας σειράς, και όχι με της άλλης. Χίλια δυο, χίλια δυο… Δεν υπάρχει «γιατρειά»!
Από την άλλη, δεν έχουν όλες οι σειρές την ίδια θεματολογία. Το ένα μπορεί να είναι κωμικό∙ θα απασχολήσει τους θεατές που τους αρέσει το κωμικό. Το άλλο μπορεί να έχει ιατρική θεματολογία, τύπου «Grey’s anatomy»∙ θα «πιάσει» το κοινό που προτιμά τα ιατρικά. Το άλλο είναι αστυνομικό, το άλλο αισθηματικό… Όπως ακριβώς και τα βιβλία!

_Άρα, παίζει ρόλο και το target group;
Εννοώ ότι πλέον παίζει ρόλο και το είδος, όχι μόνο η ηλικία, για τη μέτρηση της τηλεθέασης. Γιατί εγώ, ας πούμε, μπορεί να θέλω να βλέπω αστυνομικά είτε είμαι 16, είτε είμαι 36. Ναι μεν η ηλικία καθορίζει κάποια πράγματα, αλλά σε πολύ μεγάλο ποσοστό έχει καθοριστικό ρόλο και η θεματολογία η ίδια.
Το «Στο παρά πέντε», για παράδειγμα, ήταν μία κωμωδία που είχε και σασπένς, είχε και μυστήριο, είχε χίλια δυο πράγματα. Αλλά όλα καθορίζονταν από την κωμική διάθεση των ηρώων. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κέρδισε και τον κόσμο, γιατί ήταν πραγματικά υπέροχο! Είναι και ποιανού δουλειά είναι…

Η δουλειά µας είναι οµαδική. Όποιος το ξεχνάει, το βρίσκει µπροστά του.

_Είστε ένας άνθρωπος που, αν και χαμηλών τόνων, συχνά οι απόψεις που εκφράζετε γίνονται αντικείμενο σχολιασμού, έχετε πάντα το θάρρος της γνώμης σας. Μιλώντας οι δυο μας προηγουμένως στο τηλέφωνο, μου είπατε ότι είχατε πάει στη δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη για να υποστηρίξετε τα θύματα. Θέλω λίγο να μου μιλήσετε γι’ αυτό.
Εγώ μπορώ να πω μόνο τη γνώμη μου. Δεν λέω ότι η γνώμη μου είναι «πανάκεια» και πρέπει να την ενστερνιστούν οι πάντες – είναι απολύτως προσωπική. Είναι το ατομικό μου δίκιο και μόνο.
Εμένα, λοιπόν, η άποψή μου είναι ότι τα θύματα έχουν υποστεί κακοποίηση. Δεν πιστεύω ότι κάποιος αποφάσισε ένα πρωί να πάει να καταγγείλει έναν άνθρωπο, γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει… Αυτό μου φαίνεται αστειότητα.
Θεωρώ ότι τα θύματα είναι, φύσει, σε δύσκολη θέση. Δεν είναι εύκολο να βρεις το κουράγιο και να πεις ότι έχεις προσβληθεί, ότι έχεις κακοποιηθεί. Θεωρώ ότι αυτοί οι άνθρωποι, που τόλμησαν να εκθέσουν εαυτόν και οικογένεια, έχουν πάρα πολύ μεγάλο θάρρος. Γι’ αυτό και πρέπει να τους σεβόμαστε και να «υποκλινόμαστε» σε αυτό. Ειδικά σε όσους έχουν παιδιά. Γιατί, προκειμένου να προστατεύσουν και τα δικά τους παιδιά και άλλα παιδιά από τέτοια μελλοντικά περιστατικά, έκαναν ένα σωρό ανθρώπους κοινωνούς όλων όσων εκείνοι έχουν υποστεί.
Το γεγονός, λοιπόν, ότι προσπαθούν να δικαιωθούν οι ίδιοι και να προστατεύσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους δημιουργώντας ένα δεδικασμένο, θα κάνει τον επόμενο να το σκεφτεί πάρα πολύ σοβαρά πριν κακοποιήσει οποιονδήποτε.

_Κι όμως, υπήρξαν πολλές αντιδράσεις σε σχέση με το πώς εξελίχθηκε τελικά η συγκεκριμένη δίκη…
Το πώς είδαμε να εξελίσσονται τελικά τα πράγματα στην ιστορία του Λιγνάδη, το ότι τον βγάλανε χωρίς να παρέμβει κανείς… αυτό ανήκει στη σφαίρα του Ελληνικού Δικαίου. Το κατά πόσον το Ελληνικό Δίκαιο είναι όντως δίκαιο, είναι μια άλλη συζήτηση…
Είναι σημαντικό το ότι, για κάθε αξιόποινη πράξη, μπορεί να εξαντλήσεις είτε την επιείκεια, είτε την αυστηρότητα. Το θέμα είναι πού επιλέγεις να εξαντλήσεις την επιείκεια, και πού την αυστηρότητά σου. Έχει μεγάλη σημασία, λοιπόν, το ότι επιλέγεις να εξαντλήσεις την επιείκειά σου σε έναν άνθρωπο που δικαστικώς αποδεδειγμένα έχει κακοποιήσει δύο ανήλικα παιδιά με έναν τραγικό τρόπο. Αυτό πρέπει να βάλει σε σκέψεις εσένα που το αποφάσισες. Εάν, δε, είσαι γονιός, πρέπει να σε προβληματίσει επί δύο.
Το Δικαστικό μας Σώμα οφείλει να σκεφτεί πόσο δίνει το δικαίωμα σε έναν άλλο κακοποιητή να προβεί στις ίδιες πράξεις, ξέροντας ότι πιθανόν να πέσει «στα μαλακά». Τα «μαλακά» δεν θα έπρεπε να αφορούν καμία αξιόποινη πράξη, και κυρίως αξιόποινη πράξη που αφορά ανήλικο.

_Αυτή η εξέλιξη θεωρείτε ότι δίνει και μια εικόνα της ελληνικής κοινωνίας αυτή τη στιγμή;
Θέλω να πιστεύω πως όχι. Όταν βλέπεις τόσους ανθρώπους να βγαίνουν και να διαμαρτύρονται γι’ αυτή την εξέλιξη, σημαίνει ότι αυτό δεν αντιπροσωπεύει την ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία δεν καλύπτει τον βιαστή. Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, βλέπεις ανθρώπους που αντιστέκονται σε αυτή την απόφαση και διατρανώνουν την άποψή τους ότι δεν έπρεπε να κυκλοφορεί ελεύθερος ένας τέτοιος άνθρωπος και οι όμοιοί του που μπορεί να σπεύσουν να τον αντιγράψουν. Δεν έχουν όλοι την ίδια προβολή, σαφώς. Αλλά, αν κάποιος κάνει χρήση του δεδικασμένου του Λιγνάδη, είναι σαν να έχει τη δική του προβολή.
Δεν είναι προσωπικό το θέμα μου με τον Δημήτρη Λιγνάδη, με αφήνει παγερά αδιάφορη η προσωπικότητά του. Απλώς δανειζόμαστε τη δική του περίπτωση, διότι αυτή έχουμε τώρα στα χέρια μας. Αν τον λέγανε Παρλαπίπα, θα λέγαμε «ο κος Παρλαπίπας»…
Γιατί πολύ συχνά ακούμε ότι κάποιος είχε κάτι προσωπικό εναντίον του. Γιατί να έχει; Έχουν υπάρξει πολύ πιο λαοπρόβλητοι από αυτόν. Αποφάσισαν, δηλαδή, κάποιοι να χαλάσουν την εικόνα του Λιγνάδη ή να φθονήσουν τη θέση του; Δεν ήταν δα και ο πρώτος διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου… Έχουν υπάρξει κι άλλοι!

_Γενικά είστε ενεργή σε τέτοια κοινωνικά θέματα, αλλά όχι μόνο. Είστε ενεργή και σε θέματα που έχουν να κάνουν με την υγεία, έχετε συμμετάσχει σε καμπάνιες ενημέρωσης…
Είμαι πολύ κοντά στο Ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», στη Μονάδα Ανακουφιστικής Φροντίδας «Τζένη Καρέζη». Υπεύθυνη είναι η Κυριακή Μυστακίδου, η οποία πια έγινε προσωπική μου φίλη, διότι είδα τον αγώνα της όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή η γυναίκα έχει τάξει τη ζωή της στην ανακούφιση των χρόνια πασχόντων ασθενών. Αν εγώ, λοιπόν, μπορώ να σταθώ επικουρικά σε αυτή την προσπάθεια, θα το κάνω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, γιατί έχω δει ανθρώπους να αποκτούν μια ποιότητα ζωής που πριν δεν την είχαν λόγω πόνου, λόγω δύσπνοιας, λόγω πολλών παραγόντων…
Νομίζω ότι, ως μέλη της κοινωνίας, ειδικά εμείς, που το επάγγελμά μας έχει μια μεγαλύτερη προβολή, οφείλουμε να ενημερώνουμε και να στεκόμαστε δίπλα στους ανθρώπους στις δύσκολες στιγμές τους.
Δεν ήρθαμε εδώ μόνο για να περάσουμε καλά. Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους που περνάνε καλά, κι εγώ καλά θέλω να περνάω… Αλλά έχουμε έρθει εδώ και για να υπάρξουμε, να συν-υπάρξουμε με τους άλλους ανθρώπους. Οφείλει να ενισχύεται η δύναμη της αλληλεγγύης, το να απλώσεις το χέρι να βοηθήσεις κάποιον, όπως θα ήθελες εσύ να λάβεις ένα χέρι βοήθειας στη δύσκολη στιγμή σου.
Πολλές φορές, είναι τα πιτσιρίκια στο γύρισμα και, άμα κάποιο το έχει πάρει ο ύπνος, θα πάω να το σκεπάσω. Θα μου πεις «Γιατί το σκεπάζεις;». «Γιατί το σκεπάζω; Γιατί αν βρεθεί το παιδί μου στον χώρο εργασίας του και του επιτρέπεται να κοιμηθεί λίγο για να ξεκουραστεί, θα ήθελα να βρεθεί κάποιος να μου το σκεπάσει». Έτσι απλά…

_Μου είπατε πριν ότι η δική σας δουλειά είναι γενικώς πιο προβεβλημένη, οπότε σκέφτομαι αυτόματα τα social media, τα οποία, καλώς ή κακώς, έχουν εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο δουλειάς. Πόσο σημαντικός, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο τα χρησιμοποιεί κανείς για να σκιαγραφήσει τη δημόσια εικόνα του;
Όλοι έχουμε υπ’ όψιν μας ότι είναι ένα εργαλείο επαγγελματικό, αλλά νομίζω ότι, παράλληλα, το επάγγελμά μας το ασκούμε μέσα από την προσωπικότητά μας. Δηλαδή δεν μπορεί ξαφνικά να είναι κάτι τελείως έξω από μένα αυτό που θα προβάλω – είτε είναι ένα ποστ ανταλλακτικό, είτε είναι επί πληρωμή. Αφού είναι στον δικό μου προσωπικό λογαριασμό, ε, κατά 95% θα πρέπει η διαχείρισή του να «ακουμπάει» στον χαρακτήρα μου.

_Πάντως, στους λογαριασμούς πολλών προβεβλημένων ανθρώπων μπορεί κανείς να δει και προσωπικές τους στιγμές, ωραία μέρη στα οποία μπορεί να έχουν πάει…
Μα κι εγώ μπορεί, κάποια στιγμή, να πάω σε ένα μαγαζί, να είμαι με παρέα και να μας έρθει το κέφι να βγάλουμε μια φωτογραφία, όπως θα βγάζαμε παλιά για να τη βάλουμε στο άλμπουμ μας… Ε, τώρα η καθημερινότητα μάς βάζει να την ανεβάσουμε κιόλας.
Απλά δεν θα πάω κάπου για να το κάνω αυτό επί τούτου. Αν τύχει και το θυμηθούμε, θα τη βγάλουμε τη φωτογραφία και, αν θελήσουμε, θα την ανεβάσουμε.
Όταν ήμουν μικρή, φωτογράφιζα εγώ τους άλλους πολύ – κι έχω από την εφηβεία μου φωτογραφίες τους άλλους, όχι εμένα! Δεν τρελαίνομαι να φωτογραφίζομαι, και αυτό είναι κι ένα δύσκολο κομμάτι για μένα και στις επαγγελματικές φωτογραφίσεις. Προσπαθώ πάντα να το κάνω όσο πιο γρήγορα και καλά γίνεται, για να απαλλαγώ γρήγορα από αυτό το αμήχανο της φωτογράφισης!

Αν υπήρχε µια εκποµπή τόσο κοντά στην ψυχολογία µου, ναι, θα µπορούσα να σκεφτώ ξανά την παρουσίαση.

_Είναι παράξενο να το ακούει κανείς αυτό από έναν άνθρωπο τόσο προβεβλημένο λόγω επαγγέλματος.
Συνήθως έχω ρόλο, όμως! Τον εαυτό μου δεν το ‘χω εύκολο να τον κάνω. Καμιά φορά, βέβαια, μπορεί να το κάνω με πολύ μεγάλη μου χαρά. Άλλες φορές, αναγκαστικά. Είναι αυτό «της στιγμής». Δεν μου κάνει καμία εντύπωση, λοιπόν, αν κάποιος φωτογραφίζεται συνέχεια. Αυτό είναι η καθημερινότητά μας, πολλοί άνθρωποι είναι πλέον εξοικειωμένοι με αυτό. Άλλος είναι εξοικειωμένος με την τεχνολογία, εγώ η καημένη δεν είμαι…
Λέω πάρα πολύ συχνά το ίδιο αστείο: Κάνουμε, λοιπόν, τη «Φωτογραφία της ζωής μου», στην οποία το ενδυματολογικό είχε η Νικόλ Παναγιώτου. Θέλαμε, λοιπόν, να ανεβάσουμε και να ταγκάρουμε τους ανθρώπους που μας δώσανε τα ρούχα τους, γιατί θέλαμε με αυτόν τον τρόπο να τους ευχαριστήσουμε. Κι εγώ έχω κάνει μια κοτσάνα, κι έχω ταγκάρει κατά λάθος ένα ξενοδοχείο στη Βουλγαρία! (γέλια) Και με παίρνει μες στη νύχτα η Νικόλ, και μου λέει «Κατέβασέ το, μωρ’ συ! Μία που δεν έχουμε ταγκάρει σωστά τους ανθρώπους, και μία που θα μας πουν ότι συνεργαζόμαστε με ξενοδοχεία στη Βουλγαρία!». Γελάμε ακόμα με αυτό!

_Μια και μου αναφέρατε την εκπομπή «Η φωτογραφία της ζωής μου»… θα σκεφτόσασταν να ξανακάνετε κάτι αντίστοιχο; Παρουσίαση εκπομπής;
Αν υπήρχε κάτι τόσο κοντά στην ψυχολογία μου, ναι, θα μπορούσα να το σκεφτώ.

_Η συγκεκριμένη ήταν και μία αμιγώς συναισθηματική εκπομπή, νομίζω ότι σας πήγαινε πάρα πολύ.
Ναι, ήταν ένα πολύ τρυφερό πράγμα. Κανονικά, το πρωτότυπο δεν είχε παρουσιαστή. Όλες τις ερωτήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν, τις έκανε ο φωτογράφος, και τα υπόλοιπα τα έλεγε μόνος του ο άνθρωπος. Απλά, όταν το είδαν δύο άνθρωποι, ο Τζώρτζης Ποφάντης και η Τίνα Τζοβάρα του ΑΝΤ1, σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να έχουν παρουσιάστρια εμένα. Έμπειροι άνθρωποι και πολύ σοβαροί. Οπότε, λες «Κάτσε να το δούμε, ρε παιδάκι μου», ενώ στην αρχή έλεγα «όχι».
Μου είπε ο Τζώρτζης «Δες την εκπομπή πώς είναι και προσπάθησε να φανταστείς τον εαυτό σου μέσα σε αυτό, γιατί δεν υπάρχει ο ρόλος που σου λέμε να πάρεις». Ε, όταν το είδα, ξετρελάθηκα! Και αφού πήραμε και το ok από τους ανθρώπους που έκαναν την πρώτη παραγωγή στο Ισραήλ, πήγαμε στο επόμενο βήμα. Ήταν πραγματικά μια υπέροχη εμπειρία για μένα…

_Και πολύ κλάμα… Αλλά έκλαιγες και το ευχαριστιόσουν!
Ήταν συγκινητικό. Δεν έκλαιγες μόνο από στεναχώρια, αλλά και από χαρά… Υπήρχαν όλες οι πλευρές της ζωής – μπορεί μεν να μας βρουν δύσκολα, αλλά υπάρχει πάντα και το θετικό. Το «φως» υπάρχει εκεί για να μας φωτίσει, να κάνει μια μικρή σκιά μέχρι να ξεκουραστούμε από τη στεναχώρια μας, και μετά να μας δείξει τον δρόμο για να πάμε παρακάτω. Αυτή ήταν, επί της ουσίας, η ιδέα της εκπομπής.

_Και μια και λέμε για τον ΑΝΤ1, θέλω να σας ρωτήσω, φυσικά, και για τη σειρά «Ποιος Παπαδόπουλος;» που ξεκινάει τώρα τον Σεπτέμβριο…
Είναι μια τρυφερή κωμωδία. Αν μπεις, βέβαια, στην ιστορία αυτών των ανθρώπων, κανονικά το γεγονός είναι τραγικό. Αλλά από τη στιγμή που το βλέπεις με μια ιλαρή διάθεση, χωρίς να του στερείς καμία συναισθηματική φόρτιση, το παρακολουθείς ευχάριστα. Δεν θα κατουριόμαστε στα γέλια όλο το 24ωρο, θα έχουμε και τα συγκινητικά μας – όχι βαριά, αλλά ανθρώπινα. Γιατί η κωμωδία πρέπει πάντα να σου δίνει και τις ανάσες της συναισθηματικής χαλάρωσης.
Η μυθοπλασία οφείλει να έχει όλες τις πλευρές. Απλά φωτίζεται κάθε φορά η πρόθεση της σειράς. Είναι δράμα; Θα είναι φωτισμένο το συναίσθημα, αλλά θα έχουμε και την αστεία διάθεση κάποια στιγμή. Είναι κωμωδία; Θα πρέπει, πέρα από το γέλιο, να έχει και μια στιγμή συναισθήματος και συγκίνησης. Έτσι μόνο ακολουθούμε τις δομές της ζωής…

_Πάντως, η αλήθεια είναι ότι η βασική ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει και μια δραματική σειρά.
Φυσικά, φυσικά… Για σκέψου να έχεις γεννήσει ένα παιδί και να σου το μεγαλώνει άλλος, κι εσύ να μεγαλώνεις το παιδί ενός άλλου ανθρώπου… Αλλά αυτά όλα ιδωμένα με μια κωμική διάθεση, χωρίς να στερούμαστε και την ανάσα του συναισθήματος.

_Πρόκειται, λοιπόν, για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες οικογένειες με το όνομα «Παπαδόπουλοι», των οποίων τα παιδιά ανταλλάχθηκαν κατά λάθος στο μαιευτήριο, και το ανακαλύπτουν χρόνια μετά. Εσείς, φαντάζομαι, είστε η πλούσια κυρία Παπαδοπούλου…
Ναι, ναι… Είμαι της οικονομικής άνεσης! Έχω μεγάλη χαρά που δουλεύω με την Ελένη Ουζουνίδου για άλλη μια φορά. Γενικώς έχω χαρά που δουλεύω με τους περισσότερους συνεργάτες, τους οποίους ήδη γνωρίζω. Αλλά ανυπομονούσα να δουλέψω και με συνεργάτες που δεν είχαν μέχρι τώρα διασταυρωθεί οι δρόμοι μας. Με τον Βασίλη Μυριανθόπουλο, ας πούμε, που σκηνοθετεί τη σειρά, έχουμε παρελθόν πολλών χρόνων!

_Ποιο θα λέγατε ότι είναι το δυνατό «χαρτί» της σειράς αυτής;
Όλα! Έχει πολλά «χαρτιά»! Είναι τράπουλα και, μάλιστα, μπιρίμπα! Πολλά «χαρτιά»! Παίζουμε μπιρίμπα, δεν παίζουμε πόκα! (γέλια)

_Δεν είναι, λοιπόν, μόνο θέμα πρωταγωνιστών, είναι και θέμα σεναρίου, σκηνοθεσίας…
Είναι η παραγωγή, είναι το κανάλι, είναι οι άνθρωποι – όλα! Η δουλειά μας είναι ομαδική. Όποιος το ξεχνάει, το βρίσκει μπροστά του. Δεν μπορεί να μαζευόμαστε τόσοι άνθρωποι και να μην έχει σημασία. Ο καθένας στη θέση του υπάρχει για κάποιον λόγο. Και είναι πάρα πολύ σημαντικό να είναι και καλός. Και εδώ, τουλάχιστον, από όσα έχω βιώσει τον καιρό των πρώτων γυρισμάτων, πρόκειται για μια πολύ καλοκουρδισμένη ιστορία. Και έκαστος στο είδος του είναι καλά καμωμένος. Είθε να μη βγω ψεύτρα, νομίζω ότι έτσι είμαστε!

_Πέρα από το σίριαλ, θα κάνετε καθόλου θέατρο αυτή τη σεζόν;
Θα είμαι στο «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι» της Λένας Μαντά. Είναι η πρώτη θεατρική μεταφορά βιβλίου της και ανυπομονώ να το ζήσω, γιατί έχω μεγάλη αδυναμία στη Λένα. Πρώτα αγάπησα τα κείμενά της και μετά την ίδια τη Λένα. Και χαίρομαι πολύ που, στην πρώτη της θεατρική μεταφορά, θα είμαι κι εγώ εκεί!

_Και πού θα σας βρίσκουμε;
Θα είμαστε στο Coronet, στο Παγκράτι.

Plan Be Mag
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.