Συζητούσαμε σχεδόν δύο ώρες. Στην πραγματικότητα, τον παρακολουθούσα προσεκτικά, προσπαθώντας να ακολουθήσω τον ειρμό των σκέψεών του. Γιατί ο Νίκος Κουρής είναι ένας άνθρωπος που, όταν σου ξεδιπλώνει αυτά που έχει στο μυαλό του, δεν μπορείς παρά να κάνεις λίγο “πίσω” και απλά να ακούσεις. Θα σε εκπλήξει και θα σε προβληματίσει, αποδεικνύοντάς σου ότι γοητευτικό δεν σε κάνει μόνο η εμφάνιση, αλλά κυρίως το μυαλό.
Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου
_Όταν με το καλό επανέλθουμε στην κανονικότητα, στην όποια κανονικότητα, τι είναι αυτό που θα ήθελες να κάνεις πρώτα;
Να συναντήσω ανθρώπους άφοβα, αν αυτό μπορεί να συμβεί πια… Αν και δεν υπάρχει κάτι αυτή τη στιγμή, στα αλήθεια, που δεν κάνω. Γιατί δεν είμαι άνθρωπος των πολλών εκδηλώσεων, παρεών και συναθροίσεων, έτσι κι αλλιώς. Οπότε, δεν μου λείπει κάτι πολύ εμένα προσωπικά.
_Λόγω χαρακτήρα ή λόγω…;
Λόγω αυτού που είμαι. Έτσι ζω τη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάω τους ανθρώπους ή ότι δεν θέλω να τους συναντήσω. Απλά δεν είναι κάτι, το οποίο τώρα με μανία θα τρέξω να αναπληρώσω.
Πάντως, νομίζω ότι δεν θα επιστρέψουμε σε αυτή την κανονικότητα. Ή, εν πάση περιπτώσει, όταν θα επιστρέψουμε, αυτό το “τραύμα” το ανοιχτό θα έχει περάσει μέσα μας, κανονικά. Όλο αυτό που συμβαίνει μάς έχει κάνει λίγο “κρατημένους”. Εμένα, δηλαδή, που είμαι ένας άνθρωπος “απτικός”, που μου αρέσει να ακουμπάω τους άλλους, ίσως υπέρ το δέον καμιά φορά, αυτό το όριο μού έκανε και λίγο καλό (γέλια).
_Αυτό, όμως, δεν έρχεται λίγο σε αντίθεση με το «δεν είμαι άνθρωπος της παρέας»;
Όχι, δεν είναι αντιφατικό, καθόλου! Πώς να στο πω τώρα… είμαι πολύ πλήρης με τα πράγματα που κάνω. Μου αρέσει πάρα πολύ να είμαι σπίτι, να κάνω πράγματα για μένα, μου αρέσει πάρα πολύ να είμαι μόνος μου∙ είναι επιλογή μου. Ανέκαθεν ήταν επιλογή μου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπώ τους φίλους μου. Έχω φίλους πολλούς, αλλά δεν συναντιόμαστε πολύ.
_Έχεις πει σε τηλεοπτική σου συνέντευξη: «Μου κάνει εντύπωση που ο κόσμος θεωρεί ότι στο θέατρο κάνουμε κάτι στα ψέματα γιατί, στην πραγματικότητα, στη ζωή μας υποδυόμαστε όλοι πολλούς ρόλους, έτσι κι αλλιώς». Ποιον ρόλο θεωρείς ότι έχεις υποδυθεί εσύ στη ζωή σου τις περισσότερες φορές;
Θα σου πω… Σε αντίθεση με τη δουλειά μου, έχω μεγάλη δυσκολία να αλλάζω ρόλους στη ζωή μου. Δηλαδή, δυσκολεύομαι πολύ σε σχέση με ανθρώπους γύρω μου, που βλέπω πόσο χρησιμοποιούν τα πάντα, πόσο υποδύονται διάφορους ρόλους. Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιούν τους ανθρώπους προς όφελος των συμφερόντων τους. Για μένα τα συμφέροντα είναι πολλά, είναι εκατομμύρια, και δεν είναι μόνο οικονομικά…
_Άρα, είναι και συναισθηματικά;
“Ψυχικά” τα λέω εγώ: ψυχικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, το να φανώ εγώ ανώτερος από εσένα, με βάζει σε μια θέση να παίζω τον “δυνατό”. Ή το να κάνω τον “έξυπνο”.
Αυτοί είναι κάποιοι ρόλοι πολύ επιφανειακοί, βεβαίως… Έχω μάθει πια να τους αναγνωρίζω πολύ εύκολα. Δεν είναι πολύ πειστικοί όμως – και το θέμα εδώ είναι να είσαι πειστικός…
Εγώ δεν μπορώ να αποφασίσω αν κάποιος έχει συγκεκριμένες προθέσεις ή όχι, όταν κάνει κάτι. Αλλά μπορώ να αποφασίσω αν με πείθει ή όχι. Και πρέπει να σου πω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να με πείσεις.
_Γιατί τόσο δύσκολος;
Το πιο δύσκολο κομμάτι της υποκριτικής είναι το να είσαι πειστικός. Και το ακόμα πιο δύσκολο κομμάτι της υποκριτικής είναι το να είσαι πειστικός στον εαυτό σου. Κατά τη γνώμη μου…
Δηλαδή, το “θέατρο” ξεκινά από τη στιγμή που εσύ είσαι σε θέση να πείσεις τον εαυτό σου για το οτιδήποτε. Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι μάς εκπλήσσουν. Λες «Καλά, ρε παιδί μου, αυτός τόσα ψέματα… Πώς έφτασε σε αυτό το σημείο; Δεν νιώθει άσχημα;».
Τείνω να πιστέψω ότι η αποτυχία είναι πιο ζωογόνα από την επιτυχία…
_Ενδεχομένως το έχουν πιστέψει πρώτα αυτοί το ψέμα, λοιπόν…
Όχι “ενδεχομένως”. Είναι δεδομένο ότι οι πιο μεγάλοι απατεώνες, οι πιο μεγάλοι λαοπλάνοι (και δεν μιλάω για πολιτικούς), είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν καμία συνείδηση ότι λένε ψέματα. Ακόμα και όταν αποκαλύπτεται ότι κορόιδεψαν το σύμπαν, οι ίδιοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι αυτό το πράγμα είναι αληθινό. Πραγματικά νομίζω ότι, για να είσαι τόσο πειστικός, δεν έχεις συνείδηση του ψέματος.
_Μου μίλησες για πολιτικούς. Αυτοί σε πείθουν;
Οι πολιτικοί δεν με πείθουν πολύ. Δεν είναι πολύ καλοί “ηθοποιοί” οι πολιτικοί. Δεν είναι, όχι. Και δεν το λέω επειδή είναι τέτοια η θέση τους ή επειδή είμαστε εμείς “ψυλλιασμένοι” ότι μας λένε ψέματα. Όχι. Δεν είναι πειστικοί, γιατί το φανερώνει η γλώσσα του σώματος, ο τρόπος που μιλάνε και αυτή η… “ξερολίαση”.
Είναι πολύ πιο τίμιο να πεις «Παιδιά, δεν ξέρω τίποτα, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ, θα βάλω κάτω τα στοιχεία, θα μιλήσω με ανθρώπους, θα πάρω κάποιες αποφάσεις και, βάσει των αποφάσεών μου, θα κριθώ». That’s it. Αυτό είναι, για μένα, η διαδρομή του σωστού πολιτικού.
_Όταν σε ρώτησαν κάποτε «Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σου έχουν δώσει;», εσύ απάντησες: «Να μην ακούω ποτέ κανέναν». Αυτή τη συμβουλή, τουλάχιστον, την άκουσες; (γέλια)
Όταν λέω «Να μην ακούς κανέναν», εννοώ «Να ακούς τους πάντες». Η δική σου δουλειά είναι να δεις πώς θα ανακαλύψεις, μέσα από αυτό, τον εαυτό σου. Δεν πρόκειται κανείς να σε βοηθήσει σ’ αυτό. Όταν κάποιος σου λέει τη γνώμη του, δεν ξέρεις ποτέ τι “προβολή” έχει κάνει πάνω σου. Γιατί, στην πραγματικότητα, όταν λέμε κάτι για κάποιον, δεν το λέμε γι’ αυτόν – ουσιαστικά λέμε κάτι για εμάς.
Δηλαδή, εσύ μου λες «Τα έχω με τον Κώστα και θέλω να χωρίσω». Κι εγώ σου λέω «Κοίταξε, ο Κώστας είναι “αυτό”, ο Κώστας είναι “το άλλο”. Εγώ, στη θέση σου, θα έκανα αυτό». Εμένα η δική μου απάντηση, πια, είναι «Δεν είσαι στη θέση μου».
Πλέον δεν συμβουλεύομαι κανέναν για τίποτα. «Μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν», αυτό εννοούσα όταν απάντησα σ’ εκείνη την ερώτηση. Αν δίνεις λογαριασμό, το κάνεις για να σου πουν “μπράβο” ή επειδή η μάνα σου είπε ότι έτσι πρέπει να κάνεις, ή για να σου πει ο φίλος σου «Μαλάκα, τι ωραίο το ‘κανες, είδες, αυτό που σου είπα». Όχι, όχι… Να κάνεις το δικό σου, γιατί δεν είναι οι φίλοι σου εκείνοι που θα ζήσουν μετά με σένα – εσύ είσαι…
_Νομίζω ότι, τις περισσότερες φορές, όταν ζητάς μια συμβουλή, στην πραγματικότητα θέλεις απλά να πεις αυτό που σε απασχολεί…
Εντάξει, τότε να πας στον ψυχαναλυτή σου. Είναι πολύτιμο πράγμα το να μιλάς.
_Πιστεύεις στην ψυχανάλυση;
Φυσικά. Δεν θα πω στην ψυχανάλυση. Θα πω ότι πιστεύω πάρα πολύ στο να μπορείς να μιλάς, ώστε να σε ακούει κάποιος. Αλλά κυρίως να ακούς κι εσύ τον ίδιο σου τον εαυτό.
Οι σωστοί ψυχαναλυτές, στην πραγματικότητα, σε αφήνουν να μιλάς, να ονομάζεις εσύ τα πράγματα και να ακούς τον εαυτό σου πώς τα λέει. Αυτό είναι πολύ αποκαλυπτικό, γι’ αυτό και είναι από μόνο του θεραπευτικό. Γιατί λες «Κάτσε, ρε παιδί μου, πού ήταν αυτό θαμμένο;». Και μόνο, δηλαδή, που το ονομάζεις, βοηθιέσαι.
_Η υποκριτική σε βοήθησε καθόλου στο να εκφράζεις αυτά που θες;
Είμαι ένας άνθρωπος που είχε πολλά προβλήματα στην έκφραση των πραγμάτων. Το θέατρο με βοήθησε, η ενασχόλησή μου με αυτό, δεν θέλω να το πω “δουλειά”…
Για μένα, όλα τα πράγματα είναι μια ευκαιρία, μια άσκηση· αυτό είναι για μένα τα επαγγέλματα, οι σχέσεις. Η ζωή η ίδια είναι μια άσκηση. Τίποτα δεν ξέρεις, μέχρι να το δοκιμάσεις.
Έβλεπα προχθές αυτό το υπέροχο ντοκιμαντέρ, το “Last dance”, αυτό το αριστούργημα για τον Μάικλ Τζόρνταν. Και λέει κάποια στιγμή: «Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο να φοβηθώ να κάνω ένα σουτ πριν το κάνω». Πώς να σου το πω… αυτό θα έπρεπε να το βάλουμε στο Σύνταγμα! Είμαστε όλοι τόσο φοβισμένοι, και αυτός ο φόβος μάς ακινητοποιεί σε τέτοιο βαθμό, που το σουτ δεν γίνεται ποτέ! Κι αυτό που λέω δεν είναι καθόλου “μπάσκετ” – είναι η ζωή όλων.
_Με τα μέτρα για τον κορονοϊό πώς τα πας; Νιώθεις να “ξεβολεύεσαι”;
Έχω συνηθίσει να ενοχλούμαι και, γενικώς, μ’ αρέσει να ενοχλούμαι. Η μάσκα, ας πούμε… Αυτό το τόσο “τρομερό” πράγμα, για πολλούς. Και λοιπόν; Αυτό είναι το πρόβλημα; Γάντια γιατί βάζεις; Βάλε και μια μάσκα, μπορεί να μην κρυώνεις κιόλας τώρα τον χειμώνα!
Εγώ φέτος, πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν έχω κρυολογήσει. Ήμουν μια ζωή άρρωστος με αυτές τις αλλαγές της θερμοκρασίας… Οπότε, λέω, κάτι καλό είναι κι αυτό. Δεν είναι και τόσο τρομερό πια! Αλλά είμαστε πάντα τόσο έτοιμοι να γκρινιάξουμε…
Εγώ δεν ακούω καμία κυβέρνηση και κανέναν λοιμωξιολόγο, με την έννοια τού «Απαγορεύεται αυτό ή εκείνο». Μόνος μου το απαγορεύω. Αλλά έτσι είμαι εγώ ως άνθρωπος. Αν και δεν μου αρέσει πολύ το “απαγορεύεται”, γιατί φέρνει τα αντίστροφα αποτελέσματα. Εμείς γαντζωνόμαστε από αυτό το “απαγορεύεται”, δεν κοιτάμε τα χάλια μας…
Ποιο είναι το πιο επαναστατικό αίσθημα, ξέρεις; Το να είσαι ερωτευμένος!
_Το να είσαι ερωτευμένος; Γιατί;
Γιατί είσαι αντιπαραγωγικός! Και όταν λέω “ερωτευμένος”, δεν εννοώ ότι βρήκα μια γκόμενα και κοιμηθήκαμε μαζί χθες βράδυ. Εννοώ, Μαρία, την έννοια την κοσμογονική. Εννοώ αυτό το αίσθημα που σου ξεκινάει τη ζωή από την αρχή. Που σε κάνει να σηκωθείς από το κρεβάτι και να πεις «Θα κινήσω βουνά». Για μένα ο έρωτας είναι ένα αίσθημα “παντοκρατορίας”, είναι ένα αίσθημα που δεν έχει όριο.
Τι εννοώ; Αν εγώ αντιληφθώ εξαρχής αυτό το “μεγάλο” πράγμα, δεν θα μπορώ να είμαι αποδοτικός στη δουλειά μου, δεν θα μπορώ να είμαι πια ικανοποιημένος με αυτό το “τοσοδούλι” που μου δίνει η δουλειά, όποια κι αν είναι αυτή. Δεν θα μπορώ αυτό το: «08:00 με 20:00 πρέπει να κάνεις αυτό». Θα τσινήσω, θα τσινήσω άγρια…
_Πώς γίνεται, λοιπόν, ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων, να παρουσιάζει κάτι τόσο «επαναλαμβανόμενο και αναμενόμενο», όπως ένα τηλεπαιχνίδι; Μιλάω για το «Δες και Βρες» που κάνεις στην ΕΡΤ…
Εγώ θα σου προσθέσω και κάτι άλλο στο παράδειγμα: Το παιχνίδι είναι ένα πολύ συγκεκριμένο, επαναλαμβανόμενο πράγμα, όπως και μια παράσταση είναι επαναλαμβανόμενη, το ότι πας δηλαδή στο θέατρο στις 8 κάθε βράδυ για να παίξεις, για έναν ολόκληρο χειμώνα. Και, αν έχεις κι επιτυχία, έμπλεξες…
Το «Δες και Βρες» για μένα είναι η πιο ζωογόνος περιοχή που βρέθηκα ποτέ! Το αντιλαμβάνομαι κάθε μέρα αλλιώς, κι ας είναι το ίδιο.
_Και γιατί “έμπλεξες”;
Γιατί δεν θα ξεμπλέξεις ποτέ. Θα σου ζητάνε να κάνεις την επιτυχία, ει δυνατόν, και εφ’ όρου ζωής…
Αυτό μου το έλεγε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, όταν κάναμε την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει». Μου έλεγε «Νίκο, ξέρεις τι φοβάμαι; Μην κάνουμε καμιά επιτυχία και μπλέξουμε». Δεν καταλάβαινα τότε τι έλεγε. Όταν μετά έγινε επιτυχία, κατάλαβα. Αυτό σήμαινε ότι η παραγωγή ήθελε να κάνεις άλλη μια ταινία… Θα μου πεις «Αυτό είναι κακό;». Είναι κακό, ναι, όταν σου ζητάνε να κάνεις πάλι το ίδιο πράγμα.
Είναι πολύ σοβαρό αυτό που σου λέω. Άμα κάνεις μια επιτυχία, δίνεις λογαριασμό στην επιτυχία. Πρέπει να ξανακάνεις επιτυχία. Ενώ, άμα κάνεις μια αποτυχία, αν είσαι τυχερός και σου δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, είσαι ελεύθερος να δοκιμάσεις τα πάντα. Τείνω, λοιπόν, να πιστέψω ότι η αποτυχία είναι πιο ζωογόνα, πιο δημιουργική από την επιτυχία.
_Πολύ “ριζοσπαστικό” αυτό που λες…
Όχι, είναι πολύ απλό… από τη ζωή μου το έχω μάθει. Σου λέει κάποιος «Αυτό που έκανες σε εκείνο τον ρόλο… αυτό θέλω να κάνεις». Αγόρι μου, αυτό δεν γίνεται. Εκείνο έγινε σε συγκεκριμένες συνθήκες, σε συγκεκριμένο έργο και με μια συγκεκριμένη δουλειά. Δεν είναι ένα πράγμα το οποίο παίρνεις και το περιφέρεις στην Πλατεία Συντάγματος. Κατάλαβες; Αυτή είναι η μόνιμη παρεξήγηση.
_Για πες μου, λοιπόν, για το παιχνίδι.
Κατ’ αρχάς, να σου πω ότι εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα πράγματα. Τη λατρεύω τη ρουτίνα, “υποκλίνομαι” στη ρουτίνα. Το ότι θα σηκωθώ, δηλαδή, στο συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο έφτιαξα όπως γουστάρω, για να πιω τον καφέ μου κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, είναι μια ρουτίνα θεσπέσια…
_Με δεδομένο, όμως, ότι τη ρουτίνα σου την έφτιαξες όπως ήθελες εσύ…
Ε, βέβαια. Αυτό δεν συζητάμε τόση ώρα; Ας συμφιλιωθούμε με το γεγονός ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν «απ’ έξω». Πρέπει να τα κουνάμε «από μέσα». Άρα, να τα φτιάξουμε με έναν τρόπο που να μας αρέσουν, να τα επαναλαμβάνουμε κάθε μέρα με καινούργια χαρά.
Το «Δες και Βρες», λοιπόν, για μένα είναι η πιο ζωογόνος περιοχή που βρέθηκα ποτέ! Το αντιλαμβάνομαι κάθε μέρα αλλιώς, κι ας είναι το ίδιο. Ναι, έχει μια συνθήκη. Αλλά: είναι καινούργιοι οι παίκτες, είμαι καινούργιος εγώ – σήμερα είμαι έτσι, αύριο είμαι αλλιώς! Και, επίσης, έχω και διάφορες ερωτήσεις που “σκάνε” πάνω στους ανθρώπους. Και δεν είναι οι ερωτήσεις από μόνες τους, είναι και το πώς οι άνθρωποι απαντούν στις ερωτήσεις. Ε, αυτό είναι «όλα τα λεφτά».
_Πρέπει να σου πω ότι είχα δει τα πρώτα επεισόδια περισσότερο από περιέργεια, επειδή δεν μπορούσα να σε φανταστώ σε κάτι τέτοιο.
Όπως και πολύς κόσμος. Οι 11 στους 10 δεν μπορούσαν να με φανταστούν. Ούτε εγώ μπορούσα να με φανταστώ! Εγώ μπορούσα, νομίζεις; (γέλια) Τι πιο ωραίο από αυτό; Άμα μπορούσατε να με φανταστείτε, αυτό δεν θα ήταν εξόχως βαρετό;
Μην πας μακριά. Πέρυσι έκανα την παράσταση «Του Κουτρούλη ο γάμος». Εκεί να δεις τι έγινε!
_Βραβεύτηκες κιόλας γι’ αυτόν τον ρόλο…
Ναι… Μου λέγανε «Μα, κωμωδία;». Άλλοι μου λέγανε «Τι έργο είναι αυτό; Δεν το ξέρουμε». Καταλαβαίνεις τώρα τι εννοώ, όταν λέω «Μη δίνεις λογαριασμό»;
Εμένα, λοιπόν, δεν με φανταζόταν κανείς (και ευτυχώς) σε ένα τέτοιο έργο. Και ευγνωμονώ τη Σμαράγδα (Καρύδη), γιατί είναι υπέροχη, την αγαπώ και ως καλλιτέχνη, επειδή έκανε τη μισή δουλειά για μένα. Όταν μου πρότεινε την παράσταση, είπα “ναι” χωρίς να το σκεφτώ. Θέλω να πω ότι πράγματα με τα οποία κάνεις “μπαμ”, δεν τα σκέφτεσαι πολύ.
_Σχετικά με το παιχνίδι, πάντως, πρέπει να σου πω ότι πλέον είσαι “άλλος”. Στα πρώτα παιχνίδια ήσουν λίγο πιο…
Low;
_Ναι!
Άρα; Τα πράγματα είναι “εκεί” και κάτι σου ζητάνε. Άρα, υπάρχει η ελπίδα να μετατοπιστείς.
Κι όμως, υπάρχει αυτή η “προβολή” που κάνουν οι άλλοι πάνω σου, αυτό που λέγαμε πριν: όταν ο άλλος με συναντάει στον δρόμο και μου λέει «Εσένα η θέση σου είναι στο θέατρο», αυτό αφορά περισσότερο εκείνον. Ξέρεις τι του απάντησα αυτού του ανθρώπου; «Εγώ, πάλι, πιστεύω ότι η θέση μου είναι στην τηλεόραση»! Δεν ήξερε τι να πει.
Ο καθένας θέλει να σε δει όπου θέλει εκείνος, όπως θέλει εκείνος. Τρέχα γύρευε… Οπότε, ο μόνος μου “συνένοχος” (ή και αντίπαλος) είναι ο εαυτός μου. Δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν άλλο.
Από εκεί και πέρα, βεβαίως και θέλω να αρέσει αυτό που κάνω, βεβαίως και χρειάζομαι την αγάπη του κόσμου – αυτό είναι δεδομένο. Αλλά δεν μπορώ να “ξεπουληθώ” για να αγαπηθώ.
_Γελάω πολύ με τα βιντεάκια που έγιναν πλέον viral, στα οποία χορεύεις στα διαλείμματα των γυρισμάτων. Αλλά χορεύεις και στο παιχνίδι. Αυτό ήταν επίσης κάτι που έκανε εντύπωση, ακριβώς επειδή είχαμε άλλη εικόνα για σένα…
Όταν κάνεις ένα τηλεπαιχνίδι, είναι προδιαγεγραμμένο εξαρχής το ότι εσύ πρέπει να βγεις με την προσωπικότητά σου, να κάνεις κάποιες ερωτήσεις και να το παρουσιάσεις. Αλλά είναι τόσο γενικό αυτό… Γιατί να μην το κάνει κάποιος λίγο πιο “ψυχαγωγικό”; Γιατί να μην το κάνει λίγο πιο fun, λίγο πιο προσωπικό;
Αυτό, βέβαια, εμένα δεν μου το έμαθε κανείς, ούτε μου το ζήτησε. Εγώ μόνος μου αντιλαμβάνομαι έτσι τα πράγματα. Όταν, λοιπόν, “κατέκτησα” πια το πρώτο πράγμα που έπρεπε «να κερδίσω», δηλαδή την παρουσίαση, σιγά-σιγά άρχισαν να βγαίνουν όλα τα υπόλοιπα στην επιφάνεια.
Το ότι δεν το περίμενε κανείς, είναι το ίδιο με αυτό που σου είπα για του Κουτρούλη τον γάμο. Νόμιζαν όλοι ότι εγώ θα κάνω πάντα τον ζεν πρεμιέ…
_Πόσο εύκολο είναι, λοιπόν, να εγκλωβιστεί κάποιος σε μια εικόνα που έχει δημιουργηθεί γι’ αυτόν;
Δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο από το να περάσεις πίσω από την επιφάνεια. Σκοντάφτει κανείς στο “έξω” των πραγμάτων. Να μην το υποτιμάμε αυτό… Είναι κάποιος όμορφος; Χαρακτηρίζεται “όμορφος” – και that’s it. Είναι κάποιος αμφιβόλου σεξουαλικότητας; Τον κατατάσσουμε σ’ αυτή την κατηγορία, γιατί αυτό βλέπουμε.
Αλλά δεν φταίμε εμείς. Φταίνε οι επιφάνειες, οι οποίες είναι πολύ ισχυρές. Γιατί, Μαρία; Γιατί δεν έχουμε τίποτα άλλο. Το μόνο που έχω είναι το σώμα σου, κι εσύ το δικό μου.
Παρόλα αυτά, είμαι ένας άνθρωπος που, αν αφεθώ, μπορώ να αλλάξω και την επιφάνεια, αλλά και τα πράγματα που εσύ νομίζεις για μένα. Πάντα περιμένω από τον εαυτό μου και από τους άλλους αυτό που θα με εκπλήξει.
_Ας πάμε λίγο στην παράσταση «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια». Είχατε ξεκινήσει για τρίτη σεζόν το φθινόπωρο, αλλά λόγω lockdown σταματήσατε. Υπάρχει κάποιο πρόγραμμα για μετά;
Η «Γίδα» είναι σε αναμονή. Όταν ανοίξουν τα θέατρα…
_Υπάρχει καθόλου σκέψη για online streaming;
Όχι, όχι… Δεν θα την κάνουμε online τη «Γίδα».
_Γιατί όχι;
Δεν θέλω… Δεν θέλω να βάλω άλλο νερό σε αυτό το πηγάδι.
_Δεν τις πιστεύεις τις online παραστάσεις;
Όχι, δεν μου αρέσει. Και θα πληρωνόμουν κιόλας. Εννοώ ότι είναι ένας τρόπος να βγάλεις κάποια χρήματα και να επιβιώσεις. Το σέβομαι, αλλά δεν θα ήθελα να συμβεί. Πιστεύω ότι το θέατρο θα ανοίξει.
Μπορεί να γίνει μία προβολή μιας παράστασης, φυσικά δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Αλλά η μετατόπιση ότι το live streaming είναι το ίδιο πράγμα και θα επαναλαμβάνεται σε στιλ «Βγαίνουμε και παίζουμε μια παράσταση σαν να παίζεται στο θέατρο κάθε Σάββατο»… μπορώ να τρελαθώ. Δεν θέλω να πάει το θέατρο σε αυτή τη διαδικασία, αυτής της γενικευμένης ευκολίας ότι μπορούμε όλα να τα δούμε σε ένα τάμπλετ.
Μπορεί να είμαι “παλιός”, μπορεί να είμαι οπισθοδρομικός… αλλά θέλω να μπορώ να πάω στο θέατρο και να ζήσω τη διαδικασία του θεάτρου. Και όλοι οι άνθρωποι που κάνουν live streaming αυτό πιστεύουν…
Κι εγώ έκανα live streaming, μια παράσταση που φτιάχτηκε γι’ αυτό.
_Μιλάς για τον «Σέρλοκ Χολμς», στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος…
Ναι, ναι… Απλώς το να πάρω αυτή την παράσταση, τη «Γίδα», τη «Γίδα» μου, που την αγαπώ τόσο, και να την ανεβάσω διαδικτυακά…
Κατ’ αρχάς, χάνεται το σκηνικό: έχουμε ένα πλεξιγκλάς στη σκηνή, το οποίο δημιουργεί μια “έκρηξη” από μόνο του. Γιατί έτσι αυτός που το βλέπει δεν κινδυνεύει, αλλά εκεί μέσα γίνεται της π….ς! Και μου αρέσει πάρα πολύ το ότι “σπάει” αυτός ο ρεαλισμός, ότι “σπάει” ένα βάζο δίπλα σου, κι εσύ δεν κινδυνεύεις από τα κομμάτια. Μου αρέσει πάρα πολύ το ότι οι χαρακτήρες είναι εκεί μέσα, κι εσύ ασφαλίζεσαι από τον ρεαλισμό και αφήνεσαι εκτεθειμένος στην ουσία του έργου.
_Γιατί “πήγε” τρεις σεζόν η «Γίδα», κατά τη γνώμη σου;
Γιατί είναι ένα πολύ σπουδαίο έργο.
_Είναι, όμως, και λίγο παρεξηγημένο;
Όπως όλα τα πράγματα που είναι τόσο ακραία… Είναι ίσως και μέρος της επιτυχίας του.
Μα κι εγώ, όταν το είδα, κατάλαβα ότι είναι “ριγμένο” μέσα στην παρεξήγηση. Είναι γραμμένο έτσι. Είναι προβοκατόρικο – και μπράβο του, έχω να πω. Και μπράβο στον Άλμπι που το έγραψε, γιατί πώς να μιλήσει κι αυτός, ο καημένος, γι’ αυτό που δεν άντεχε; Ο άνθρωπος αυτός… ήταν ομοφυλόφιλος. Πώς να μιλήσει κανείς για το ότι δεν μπορεί να ζήσει αυτό που θέλει;
_Η Γίδα είναι συμβολική, λοιπόν;
Είναι μόνο συμβολική. Υπάρχουν κάποιοι θεατές, οι οποίοι δεν το καταλαβαίνουν. Μα, πώς αλλιώς; Τέχνη είναι! Είναι δυνατόν να νομίζεις ότι, όντως, ένας άνθρωπος ερωτεύτηκε μια γίδα; Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι μιλάει για κτηνοβασία;
Φαντάσου ότι εγώ, που παίζω τον ρόλο, δεν έχω ασχοληθεί καν με το αν αυτός ο άνθρωπος έχει πάει με τη γίδα ή όχι. Δεν το έχω σκεφτεί καν! Στο εξομολογούμαι αυτό… Με απασχολεί μόνο αυτό με το οποίο αναμετριέται ο άνθρωπος, αυτό που αισθάνθηκε μόλις είδε το βλέμμα της. Τίποτα άλλο δεν με αφορά.
«Και πήγε με τη γίδα;». Μα είναι ερώτημα τώρα αυτό; Εμένα με νοιάζει το ότι ο άνθρωπος αυτός βρήκε στο βλέμμα της κάτι που δεν βρήκε ποτέ στη γυναίκα του. Και εκεί του άλλαξε η ζωή. Αυτό που υπάρχει στη ζωή, αλλά εσύ δεν το έβλεπες – και ξαφνικά το ανακαλύπτεις: γι’ αυτό μιλάει το έργο.
Η «Γίδα» είναι μια “συνάντηση” για μένα, είναι “once in a lifetime”. Από την πρώτη ανάγνωση, ένιωσα ότι επικοινωνώ με ένα πράγμα που με ελευθερώνει τρομερά, που με γοητεύει πάρα πολύ, με απωθεί πολύ, το φοβάμαι…
Το “στοίχημα” ήταν εξαρχής να κάνουμε μια παράσταση, η οποία δεν θα έμενε στο πρώτο επίπεδο. Αυτή είναι η απόλυτη πρόκληση. Και θεωρώ ότι, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, το έχει καταφέρει η παράσταση – σε κάνει να υποψιάζεσαι ότι μιλάει για κάτι άλλο, όχι για μια γίδα. Όταν ξεκινήσαμε, έρχονταν άνθρωποι τρεις, τέσσερις φορές… Οι ίδιοι θεατές! Πολύ συναρπαστικό έργο, πολύ…
Photo credits Papadakis Press / Oικονομόπουλος, Aγγελική Kοκκοβέ





