Κατ’ αρχάς, βλέποντας τα instagram σας, καλά κατάλαβα ότι έχετε πολύ κοντινά γενέθλια;
Αντώνης: Έχουμε δύο μέρες διαφορά. Εγώ έχω την 1η Απριλίου κι ο Τόλης στις 3.
Τόλης: Και ένα χρόνο μεγαλύτερος εγώ. Είμαι εγώ 22 και ο Αντώνης… (γέλια)
Γνωριζόσασταν από πριν;
Τόλης: Με τον Αντώνη είχαμε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν και, ειδικά στο προηγούμενό μου έργο, το «Βίλα Αμαλία», διαπίστωσα ότι υπήρχε μία πολύ καλή χημεία μεταξύ μας. Ήθελα να γράψω κάτι για να παίξουμε μαζί. Επιπλέον, αυτό με εξυπηρετούσε πολύ, γιατί είχα ένα «bromance» στο κεφάλι μου, δηλαδή μια ιστορία για δύο άνδρες που γίνονται φίλοι.
Είχα, λοιπόν, αυτή την ιδέα με τον διαρρήκτη που μπαίνει σε λάθος σπίτι και ήθελα εξαρχής ο άλλος χαρακτήρας να είναι διάσημος. Εμένα, έτσι κι αλλιώς, μου άρεσε η μουσική, έγραφα για πλάκα και κανένα τραγούδι… οπότε, όλο αυτό ήρθε κι έδεσε!
Και πόσο ρόλο έπαιξε το ότι ο Αντώνης μοιάζει στον Φοίβο, τον συνθέτη;
Αντώνης: Αλήθεια; Μοιάζω;
Καλά, δεν στο ‘χει πει κανείς;
Αντώνης: Όχι! Πρώτη φορά μου το λένε! (γέλια) Συνήθως μου λένε ότι μοιάζω με άλλους – Τζέικ Γκίλενχαλ, ας πούμε.
Τόλης: Εντάξει, κλαίω…
Ok, το ότι μοιάζει ο Αντώνης στον Φοίβο δεν πολυ-έπαιξε ρόλο… (γέλια)
Τόλης: Όχι, δεν έπαιξε, αλλά μέτρησε το ότι ήξερα τις υποκριτικές του ικανότητες. Είναι πολύ καλό το να γράφεται κάτι ακριβώς στα μέτρα ενός ηθοποιού. Και, φυσικά, αυτό που έγινε μετά με την παράσταση, δεν μπορούσα καν να το φανταστώ…
Έκτη σεζόν φέτος, ε;
Τόλης: Πέμπτη; Έκτη; Δεν ξέρει κανείς πια… (γέλια)
Διαβάζοντας, λοιπόν, τον ρόλο του Διονύση… ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση;
Αντώνης: Να σου πω την αλήθεια, το συζητούσαμε από πριν. Μου είχε δώσει να διαβάσω το πρώτο μέρος όταν το είχε τελειώσει. Εντάξει, ήξερα εξαρχής ότι θα είναι κάτι πολύ αστείο… Αν και, επειδή είχα στο μυαλό μου ότι θα ήταν ένα έργο στο οποίο θα ήμασταν μόνο οι δυο μας, φοβήθηκα πολύ.
Πάντα είναι δύσκολα τα έργα του Τόλη: έχουν πολύ ρυθμό, είναι ατάκα στην ατάκα. Τα προηγούμενα έργα είχαν λίγο και την «ασφάλεια» των υπόλοιπων χαρακτήρων, εδώ θα ήμασταν μόνο οι δυο μας… Ο Τόλης, όμως, κάνει φοβερή προετοιμασία, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Φαντάσου ότι, την πρώτη χρονιά, κάναμε έξι μήνες πρόβα!
Τόλης: Που «πρόβα», βέβαια, μπορεί να ήταν και το «έλα από το σπίτι να το διαβάσεις» ή να το διαβάζαμε κάπου χαλαρά, με καφέ, ώστε να μπορώ κι εγώ να τον ακούω και να φαντάζομαι το παρακάτω…
Απλώς εδώ έπρεπε να κρατάμε συνεχώς το ενδιαφέρον οι δυο μας, κάτι που ήταν και για μένα μεγάλη πρόκληση. Επιπλέον, είχα και μεγάλη ανασφάλεια με διάφορα αστεία: το σημείο με το «τίνι τρόπω», ας πούμε, δεν ήξερα αν θα το «πιάσουν». Και μου ‘λεγε ο Αντώνης «ρε, μην το φοβάσαι»…
Τόλης: Όσο περνάει ο καιρός και το παίζουμε περισσότερο εγώ τείνω να πιστέψω ότι αυτοί οι δύο είναι ο ίδιος άνθρωπος.
Δηλαδή αυτό το πράγμα με τον «Βλάση Κουρούπα» και την τόσο διαστρεβλωμένη γνώση του των Ελληνικών… (γέλια)
Τόλης: Γιατί δεν έχεις συναντήσει τύπους σαν τον Βλάση Κουρούπα; Εμένα και οι δύο γονείς μου είναι φιλόλογοι, από εκεί πηγάζει όλο αυτό με τα σωστά Ελληνικά…
Επειδή, όμως, στο έργο κάνω και λίγη ηθογραφία, ήθελα να δείξω ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας κόσμος. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, που συνυπάρχουν όμως κανονικά στην ίδια πόλη. Δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ, αν ο άλλος δεν πήγαινε να κλέψει και δεν έμπαινε σε λάθος διαμέρισμα. Κι όμως, πόσο φίλοι έγιναν τελικά;
Πρόκειται για δύο ανθρώπους μόνους τους, στην ουσία. Είναι κι αυτό ένα θέμα που θίγεται, όσο αστείο κι αν είναι το έργο…
Τόλης: Όσο περνάει ο καιρός και το παίζουμε περισσότερο, εγώ τείνω να πιστέψω ότι αυτοί οι δύο είναι ο ίδιος άνθρωπος. Εκτός της γλώσσας, βέβαια… Γιατί αυτό είναι και θέμα τού πώς μεγαλώνει ο καθένας, έτσι; Τι ευκαιρίες μπορεί να είχε ο ένας στην Ελβετία, και τι ευκαιρίες ο άλλος στις Κουκουβάουνες…
Αλλά ό,τι λείπει του ενός, το έχει ο άλλος. Του Βλάση του λείπει το όριο, η πειθαρχία και οι γωνίες, ενώ ο Διονύσης είναι τίγκα στις γωνίες! Του Διονύση του λείπει αυτό το «χαλάρωσε λίγο, ρε φίλε… have fun…».
Για πες, λοιπόν, Αντώνη… Με τον «Διονύση», αυτόν τον χαρακτήρα με τις τόσες γωνίες και τις τόσες φοβίες, που εκνευρίζεται όταν δεν ακούει σωστά Ελληνικά, τι κοινά έχεις;
Αντώνης: Το μόνο που βρίσκω κοινό είναι το ότι έχω κι εγώ κάποιες φοβίες, παθαίνω κάτι κρίσεις πανικού…
Τόλης: Εντάξει, είσαι και πολύ εσωστρεφής, ασχέτως που είσαι πολύ κοινωνικός… Πιο πολύ εγώ είμαι ο αντι-κοινωνικός, όπως είναι στο έργο ο Διονύσης. Από επιλογή, βέβαια.
Ο Αντώνης είναι πολύ κοινωνικός μεν, αλλά το πολύ «βαθύ» του το κρατάει για τον εαυτό του. Σ’ το λέω, επειδή τον ξέρω και 11 χρόνια – ήμασταν παιδάκια και γέρασε… (γέλια) Για τα Ελληνικά δεν θα σχολιάσω…
Αντώνης: Καλά… εκεί είμαι εντελώς «Βλάσης»… (γέλια)
Θα σου πω τώρα ένα περιστατικό: Κάνουμε ανάγνωση σχεδόν ένα μήνα και φτάνουμε σ’ εκείνο το σημείο που λέω εγώ στον Βλάση «Αυτή η στιχομυθία μου θυμίζει πάρα πολύ έντονα τον Πύργο της Βαβέλ». Αυτή την ατάκα, λοιπόν, εγώ την έλεγα κάθε φορά και με μια σιγουριά… Ε, κάποια στιγμή, δεν αντέχω και τον ρωτάω «Ρε Τόλη, τι λέω εδώ; Τι είναι αυτός ο Πύργος της Βαβέλ;;;». Δεν ήξερα το στόρι! (γέλια)
Τόλης: Το ενδιαφέρον «παιχτικά» είναι ότι και οι δύο κάνουμε ρόλους κόντρα. Εγώ έχω πιο σκληρές «γωνίες», σαν τον Νιόνιο. Είμαι πιο «εσωτερικός» ως άνθρωπος. Αλλά δεν θα ήταν και τόσο ενδιαφέρον, πιστεύω, να κάνει ο καθένας κάποιον που είναι κοντά σ’ αυτόν.
Ο δε Αντώνης έχει πολύ αυτό το «it’s ok, θα το βρούμε…» του Βλάση. Αυτή την αισιοδοξία και τη χαλαρότητα – κάτι που εγώ δεν έχω.
Άρα, ο Αντώνης είναι περισσότερο «Βλάσης», παρά «Διονύσης»;
Τόλης: Ε, με τη γλώσσα είναι!
Εγώ σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας, όταν ακούω τέτοια, έχω κι αυτό του μπαμπά μου – νευριάζω και τον διορθώνω! Αλλά, ξέρεις τι; Και τι έγινε… Είναι όπως η ατάκα που λέω: «Ρε μαλάκα, διαγώνισμα θα γράψω;».
Πρέπει, όμως, να πούμε και για το ίδιο το έργο ότι, ενώ είναι κωμωδία, στην πραγματικότητα θίγει και πολλά σοβαρά θέματα – το θέμα της ενημέρωσης, ας πούμε, ή το θέμα της μοναξιάς…
Τόλης: Όταν το έγραφα, βασικός μου σκοπός ήταν να σε κάνω να γελάσεις. Από εκεί και πέρα, όμως, μου βγήκαν και πράγματα που ίσως ήθελα να πω, τα οποία βγαίνουν πολύ πιο εύκολα μέσα από έναν ρόλο.
Υπάρχουν σημεία που εσείς ίσως δεν θεωρούσατε τόσο αστεία, αλλά βλέπετε κάθε φορά να γελάνε από κάτω;
Τόλης: Τώρα πια το έχουμε παίξει και τόσες φορές… Θα σου πω ένα σημείο, όμως: Εκεί που τον ρωτάω πώς τον λένε και μου λέει «Διονύσιος Αβέρωφ», κι εγώ τον ρωτάω «Έχεις καμιά σχέση με το θωρηκτό;». Εμένα, πια, αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου αστείο. Και δεν υπάρχει ΟΥΤΕ ΜΙΑ φορά που να το έχω πει, και να μη γίνεται πανζουρλισμός από κάτω!
Αντώνης: Κάποιος που έρχεται γελάει πολύ αλλά φεύγοντας υπάρχουν και πράγματα που δεν τα έχει πιάσει με τη μία. Και ακριβώς επειδή έχει περάσει τόσο καλά λέει «πάω να το ξαναδώ».
Κι όμως, δεν είναι παράδοξο ένας άνθρωπος, σαν τον Βλάση Κουρούπα, να γνωρίζει το Θωρηκτό Αβέρωφ; (γέλια)
Αντώνης: Ε, κάπου θα το ‘δε! (γέλια)
Εγώ, πάλι, από την πρώτη φορά που διάβασα το σημείο με τα δαμάσκηνα και το «κωλυσιεργώ», λέω «εντάξει, εδώ θα πεθάνουν»… Και, όντως, δεν έχει «πέσει» ποτέ αυτό το αστείο! Ή που ο Βλάσης δεν γνωρίζει τον Νταλί.
Τόλης: Αυτό ήταν το πρώτο αστείο που σκέφτηκα στο έργο: ότι, δηλαδή, ο ένας θα προσφέρει τον πίνακα του Νταλί, και ο άλλος δεν θα τον γνωρίζει, και θα το παίζει και μάγκας!
Ξέρεις, αυτή είναι η τρέλα στο έργο: Αυτός που πραγματικά μπορεί, που έχει και τα μέσα, και τα χρήματα, και το μυαλό, βρίσκεται στην ανάγκη αυτουνού που δεν μπορεί να κάνει τίποτα – δεν είναι ευφυής, είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου… Κι αναγκαστικά κάνουμε αρχηγό τον ηλίθιο!
Κι όμως, είναι φοβερό το πώς «κουμπώνουν» αυτές οι αντιθέσεις…
Είναι κάτι που, ενώ δεν υπήρχε στην αρχή, προστέθηκε στην πορεία;
Τόλης: Ο COVID σίγουρα… Αλλά μας έκατσε «κουτί», γιατί ο Διονύσης ήταν έτσι κι αλλιώς μικροβιοφοβικός: ήταν ο τύπος που, πριν τον κορονοϊό, θα τον έλεγες «περίεργο». Και, τελικά, με την πανδημία γίναμε όλοι έτσι! Έπρεπε, λοιπόν, αυτό να ενταθεί, για να τον κάνουμε να φαίνεται ακόμα πιο περίεργος.
Κι είναι, βέβαια, και ο Βλάσης… ο οποίος δεν θα μπορούσε να μην είναι αντι-εμβολιαστής! (γέλια)
Αντώνης: Εεε… εννοείται! (γέλια) Μα δε γινόταν να μην κοντραριστούν και σ’ αυτό!
Τόλης: Αντι-εμβολιαστής, και με επιχειρήματα κιόλας: «Εγώ δεν το κάνω, για να μην κολλήσω το 5G!». (γέλια)
Να υποθέσω, λοιπόν, ότι έχετε συναντήσει έξω και «Βλάσηδες», και «Νιόνιους»…
Αντώνης: Εγώ Νιόνιο έχω συναντήσει μόνο έναν. Δούλευα κάποτε σε ένα μαγαζί και ήταν ένας εκεί, ίδιος – και στις κινήσεις του, και φουλ μικροβιοφοβικός, έπλενε συνέχεια τα χέρια του, αλλά όχι στην τουαλέτα που τα έπλεναν οι άλλοι… Έλεγες «ε, αυτός είναι ο Νιόνιος!».
Τόλης: Καλά, κι εγώ έχω συναντήσει Βλάσηδες φουλ, αλλά έχω συναντήσει και Νιόνιους: δηλαδή ανθρώπους που τα έχουν όλα, αλλά ΔΕΝ…
Μετά είναι και το άλλο κοινωνικό θέμα που θίγεται: το πώς η ζωή πάει τον καθένα και πόσο ρόλο παίζει, τελικά, το πού και από ποιον γεννιέσαι. Ο ίδιος άνθρωπος να γεννηθεί εδώ, στην Κυψέλη, δεν θα έχει την ίδια μοίρα αν γεννηθεί στο Ντουμπάι! Όλα αυτά είναι τύχη, ξεκάθαρα! Αλλά πόσο «τύχη» είναι και το ότι συναντιούνται, επειδή απλά ο άλλος μπήκε να κλέψει σε λάθος όροφο…
Και πόσο «τύχη» είναι και για τον άλλον (spoiler, αλλά δεν πειράζει) να πεθάνει εκεί! Κι όμως, τελικά, ο Μήτσος τους ενώνει! Και τον έχω συνέχεια εκεί, στη σκηνή (αυτό ήταν άλλο ένα μεγάλο στοίχημα, να ξέρεις…). Ο Ανάργυρος το καταφέρνει αυτό πολύ καλά: να μένεις τώρα ακίνητος μες στους τρελούς… (γέλια)
Και γιατί κάποιος που έχει δει πρόπερσι, ας πούμε, τη «Μαύρη Σαμπούκα», να έρθει να την ξαναδεί φέτος;
Τόλης: Μα είναι πολλοί εκείνοι που έρχονται και ξανάρχονται. Και απόδειξη είναι το ότι κάποιοι αρχίζουν και γελάνε, πριν καν πούμε την ατάκα!
Αντώνης: Το έργο έχει πάρα πολύ «υλικό», αλλά είναι και μία ώρα και 45 λεπτά. Οπότε, κάποιος που έρχεται γελάει, γελάει, αλλά φεύγοντας υπάρχουν και πράγματα που δεν τα έχει πιάσει με τη μία. Και ακριβώς επειδή έχει περάσει τόσο καλά, λέει «πάω να το ξαναδώ».
Τόλης: Πώς βλέπουμε κάποιες κωμωδίες συνεχώς σε επανάληψη, και βλέπουμε την ίδια σκηνή 100 χιλιάδες φορές; Ε, είναι κι αυτή μια ιστορία που θέλεις να την ξαναζήσεις, κι ας ξέρεις τι θα γίνει μετά, κι ας ξέρεις την ατάκα! Είναι εθιστικό…
Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ



Μαρία Λυσάνδρου