Η Μαριάννα Κιμούλη είναι «τρομακτικά γλυκός άνθρωπος», θα πω εγώ. Ένα κορίτσι στο οποίο, πίσω από τη συστολή και την «ησυχία» που τη χαρακτηρίζει, μπορείς να διακρίνεις ένα δυναμισμό που φαίνεται στα μάτια της όταν μιλάει. Αυτή την ενέργεια φαίνεται να τη διοχετεύει στους χαρακτήρες που υποδύεται – ή, μάλλον, στην κατασκευή των χαρακτήρων που υποδύεται. Διότι, για εκείνη, δεν νοείται δουλειά χωρίς μελέτη και προετοιμασία. Ίσως γι’ αυτό και η «Μαρίκα» της, στις «Ψυχοκόρες», τις οποίες βλέπουμε πια, από τις 6 Μαρτίου, και στην ελεύθερη τηλεόραση του ΑΝΤ1, να σε πείθει τόσο πολύ. Διότι εκείνη φρόντισε να την κάνει αληθινή.
Αλήθεια έλαβες μέρος στα 21 σου σε τηλεταινία, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Anthony Hopkins;
Ναι! Και όχι μόνο ο Anthony Hopkins, και ο Ian McKellen!
Αυτό ήταν στην Αγγλία, σε μια περίοδο της ζωής μου, την οποία αναπολώ… Ήμουν σε δραματική σχολή και, ταυτόχρονα, σπούδαζα Θεατρολογία και δούλευα για το BBC, το οποίο εκείνη την περίοδο έκανε την τηλεταινία “The Dresser”, σε σκηνοθεσία Ian Rickson. Δούλεψα εκεί ως βοηθός ενδυματολόγου.
Ήταν μαγικό… Είχα την ευκαιρία να είμαι εκεί σε πρόβες και να παρακολουθήσω το πώς δούλευε ο Anthony Hopkins – μου ακούγεται απίστευτο και μόνο που το λέω… Για μένα ήταν και ένας από τους ηθοποιούς που παρακολουθούσα από πολύ μικρή. Ήταν φοβερό το πόσο προσγειωμένος ήταν, πόσο σεμνός. Υπέροχος με τους ανθρώπους, δοτικός…
Κι όμως, αυτή η έλλειψη σεμνότητας και ταπεινότητας δεν είναι ένα πρόβλημα του συγκεκριμένου χώρου;
Θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα προβλήματα του χώρου μας – ειδικά στην Ελλάδα.
Αυτό πού οφείλεται; Ειδικά στη δική μας περίπτωση…;
Στην Ελλάδα οι καλλιτέχνες έχουν την τάση να παίρνουν πιο σοβαρά τον εαυτό τους, παρά τη δουλειά τους. Στην Αγγλία δεν υπάρχει τόσο αυτό. Δεν ξέρω πού μπορεί να οφείλεται, αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι στη σχολή, στην Αγγλία, η όλη εκπαίδευση του ηθοποιού ήταν πολύ έντονα προσανατολισμένη προς αυτό το θέμα.
Πιστεύω, όμως, ότι έχει να κάνει και με το ότι η Αγγλία είναι μια χώρα που σέβεται πολύ τον σύγχρονο πολιτισμό που παράγει. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Ελλάδα…
Εγώ έχω την αίσθηση ότι, και όπου υπάρχει εδώ αυτός ο σεβασμός, γίνεται επιλεκτικά: Τους ανθρώπους που έκαναν κυρίως θέατρο τους εκτιμούσαν εμφανώς περισσότερο, σε σχέση π.χ. με όσους έκαναν τηλεόραση – τα παλαιότερα χρόνια τουλάχιστον…
Νομίζω ότι, όντως, αυτός ο διαχωρισμός ίσχυε περισσότερο τα παλαιότερα χρόνια.
Πού έγκειται, τώρα, όλο αυτό… Αν μπούμε στη διαδικασία σύγκρισης, νομίζω ότι στην Αγγλία το να πηγαίνει κανείς θέατρο είναι μέσα στην κουλτούρα των ανθρώπων. Στην Ελλάδα, ακόμα κι αν ήταν στην κουλτούρα μας, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει να πληρώσει για τις βασικές του ανάγκες. Πώς ακριβώς θα ξοδέψει μέρος του μισθού του για να πάει να δει μια παράσταση; Για πολλούς, πλέον, αυτό θεωρείται ακραία πολυτέλεια. Γι’ αυτό και οι αίθουσες του θεάτρου και του σινεμά δεν είναι γεμάτες με τον τρόπο που ήταν κάποτε.
Όσο ρεαλίστρια και κυνική µπορεί να γίνοµαι κάποιες φορές, άλλο τόσο ροµαντική κι ευαίσθητη µπορώ να είµαι
Κι όμως, έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία 1-2 χρόνια, μετά την πανδημία, το θέατρο άρχισε πάλι να ανθεί. Βλέπεις αρκετές παραστάσεις να είναι sold out…
Μακάρι να ισχύει αυτό! Αλλά είμαστε και μια χώρα που έχει ένα τεράστιο αριθμό θεάτρων, τεράστιο… Οπότε, ακόμα κι αν 5 ή 10 παραστάσεις πηγαίνουν καλά, υπάρχουν άλλες 110 που δεν πάνε το ίδιο καλά, άλλες κλείνουν.
Επιπλέον, είμαστε και σε ένα επάγγελμα, όπου δεν είναι εξασφαλισμένη η εργασιακή μας ασφάλεια με τον τρόπο που εξασφαλίζεται σε άλλα επαγγέλματα.
Φοβερή, πάντως, αυτή η ανασφάλεια. Χρειάζεται να έχεις και γερά νεύρα, και πολλή υπομονή.
Δεν έχω καθόλου υπομονή!
Αλήθεια; Δεν φαίνεται! (γέλια)
(γέλια) Μα καθόλου υπομονή! Είμαι τρομακτικά ανυπόμονος άνθρωπος! Είναι κάτι που προσπαθώ να δουλέψω, αλλά…
Νομίζω, όμως, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι της δικής μου γενιάς έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Κινούνται όλα με τέτοια ταχύτητα πια…
Είχα την εντύπωση ότι οι άνθρωποι της γενιάς σου είναι κυρίως απογοητευμένοι. Ήταν τόσο δύσκολα τα προηγούμενα χρόνια, που δεν ξέρω πόσο βλέπουν να έχουν σημαντικές επαγγελματικές προοπτικές.
Είναι δύσκολο να είσαι αισιόδοξος. Εγώ είχα την ευκαιρία να ζήσω και να σπουδάσω στο εξωτερικό, κάτι που ξέρω ότι πολλοί δεν έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν. Και, παρόλο που έχει να κάνει με το επάγγελμα που έχεις επιλέξει, γυρνάς εδώ και δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει.
Πριν από λίγα χρόνια, ήρθε η καραντίνα. Λίγα χρόνια πιο πριν, η οικονομική κρίση. Είναι τόσο έντονα αυτά τα συμβάντα και δρουν με τόσο επιβλητικό τρόπο στις ζωές μας, που πολλές φορές σκέφτομαι «δεν ξέρω καν αν θα έχω δουλειά, πώς μπορώ να κάνω όνειρα για τον εαυτό μου;»…
Έχεις πει κάτι που μου άρεσε πολύ: «Θα ήθελα να μπορώ να ονειρευτώ και πάλι όπως ονειρευόμουν όταν ήμουν μικρή», τότε που όλα φαίνονταν πιθανά…
Θεωρώ ότι αυτός είναι ο στόχος μου για την ευτυχία. Όταν καταφέρω να ονειρευτώ όπως ονειρευόμουν μικρή, νομίζω ότι θα είμαι και πιο ευτυχισμένη.
Το να μπορώ να ονειρευτώ με την έννοια του ονείρου, όχι της φιλοδοξίας, μου είναι πολύ σημαντικό. Κι αυτό ισχύει για όλους τους νέους ανθρώπους, γιατί μόνο έτσι θα μπορούν να φανταστούν και έναν καλύτερο κόσμο, πέρα από τη δική τους προσωπική πορεία.
Όταν ήσουν μικρή, λοιπόν, τότε που είχες αποφασίσει ότι θα γίνεις ηθοποιός, πώς ονειρευόσουν τον εαυτό σου; Σε μια θεατρική σκηνή; Μπροστά από μια κάμερα; Σε μια μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή;
Στο θέατρο! Μικρή ήμουν κατηγορηματική ως προς αυτό! Και μάλλον θα ήμουν στην Αγγλία. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε, βέβαια… (γέλια)
Η αγάπη για το θέατρο δεν έχει αλλάξει, αλλά τώρα περνάω μια περίοδο που αρχίζω να ερωτεύομαι και το σινεμά.
Έχεις κάνει καθόλου σινεμά;
Τελείωσα πρόσφατα τα γυρίσματα μιας ταινίας μεγάλου μήκους. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ να πω κάτι γι’ αυτό προς το παρόν.
Αλλά η συνολικότερη εμπειρία μου, και μέσα από τις «Ψυχοκόρες», και μέσα από το «Κόκκινο Ποτάμι», σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η συνεργασία με την κάμερα είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ. Με κάνει να νιώθω πολύ δημιουργική.
Επειδή έχω βρεθεί πολλές φορές σε γυρίσματα, θα σου πω τι μου κάνει φοβερή εντύπωση: Αυτό που πρέπει να γυρίσεις μια σκηνή 4-5 φορές, για να γίνει από διαφορετικές γωνίες λήψης, στην οποία θα πρέπει να είσαι χάλια, να κλαις… Πώς μπορείτε και το κάνετε αυτό, ρε παιδί μου; (γέλια)
Μα τι πιο όμορφο; Αυτή είναι η δουλειά!
Κάθε ηθοποιός έχει δικό του τρόπο προσέγγισης σ’ αυτό το θέμα. Για μένα, έχει να κάνει με την όλη κατασκευή του πράγματος, ακόμα και το πώς θα πεις μια φράση.
Αυτό έχει πάρα πολλή δουλειά και μελέτη στο σπίτι. Φτιάχνω, λοιπόν, μια κατασκευή στο σπίτι και πάω στο γύρισμα. Όταν μπαίνει, όμως, και ο συμπαίκτης, πρέπει να έχεις την «ανοιχτωσιά» να σου τα αναιρέσει όλα. Έχει να κάνει με το τι συμβαίνει κάθε στιγμή.
Οι «Ψυχοκόρες» προβάλλονται μεν στο ΑΝΤ1+, αλλά σύντομα θα αρχίσουν να προβάλλονται και στην ελεύθερη τηλεόραση του ΑΝΤ1. Αυτό θα φέρει, μοιραία, και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, μεγαλύτερη έκθεση, περισσότερες άβολες ερωτήσεις… Πώς τα πας γενικά μ’ αυτό το κομμάτι;
Τελείως ειλικρινά θα σου απαντήσω: δεν έχω ιδέα! Δεν ξέρω καθόλου πώς να το αντιμετωπίσω αυτό, αν έρθει όντως αυτή η μεγάλη αναγνωρισιμότητα.
Είμαι πολύ εσωστρεφής ως άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα μου αρέσει να εκτίθεμαι – αλλά στη δουλειά μου και με τους δικούς μου ανθρώπους. Έχω τρομακτικό θέμα με το να μιλήσω δημόσια, δεν μου είναι καθόλου εύκολο. Ταυτόχρονα, όμως, αγαπάω τη δουλειά μου, αγαπάω τους ανθρώπους, τους βρίσκω «όμορφους», και ελπίζω…
…«να μου αποδείξουν ότι είναι όντως “όμορφοι”, όπως τους θεωρούσα»… (γέλια)
Ναι! (γέλια)
Θα σου πω τι δεν μου αρέσει. Δεν μου αρέσει το ότι δημόσια πρόσωπα πρέπει να τοποθετούνται και να έχουν άποψη για όλα τα θέματα της επικαιρότητας, πολλά από τα οποία δεν γνωρίζουν σε βάθος. Είναι τέτοιος ο όγκος των πληροφοριών με τις οποίες βομβαρδιζόμαστε καθημερινά, και πρέπει να έχουμε άποψη για τα πάντα! Εμένα αυτό μου φαίνεται τρομακτικό, δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να εκφράζεις δημόσια άποψη για ένα θέμα που δεν γνωρίζεις – όταν, στην πραγματικότητα, έχεις απλά πληροφορία, και όχι γνώση. Γιατί είναι τεράστια η διαφορά…
Ας πάμε, όμως, και στις «Ψυχοκόρες»… Πού αποδίδεις την τόση αίσθηση που έχει προκαλέσει αυτή η σειρά ενώ, αφ’ ενός, υπήρχε σε πλατφόρμα (άρα, μέχρι πρόσφατα, δεν ήταν άμεσα προσβάσιμη στο ευρύτερο κοινό) και, αφ’ ετέρου, προβάλλεται σε μια σεζόν με τεράστιο ανταγωνισμό, καθώς υπάρχουν άλλες 30 σειρές μυθοπλασίας απόλυτα προσβάσιμες;
Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Κατ’ αρχάς, το σενάριο της Πέννυς Φυλακτάκη και του Βαγγέλη Νάση παίζει τεράστιο ρόλο. Έχουν κατασκευάσει ανθρώπους, οι οποίοι είναι τρισδιάστατοι, κανείς δεν είναι μόνο κακός ή μόνο καλός. Κι αυτό, νομίζω, έχει μεγάλο ενδιαφέρον για τον θεατή.
Θα πω και κάτι άλλο, που λέγεται πολύ συχνά και ίσως ακούγεται κλισέ, αλλά είναι η αλήθεια: Είναι μια δουλειά που έγινε με πάρα πολλή αγάπη. Ταιριάξαμε όλοι πάρα πολύ μεταξύ μας – και οι ηθοποιοί, και οι υπόλοιποι συντελεστές, και το συνεργείο. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό αυτό που λέω, αλλά θέλω να πιστεύω ότι έπαιξε τον ρόλο του.
Φιλίες έχεις κάνει; Μπορεί κανείς να κάνει φιλίες σε μια δουλειά, η οποία είναι τόσο ανταγωνιστική;
Θεωρώ ότι έχω κάνει σχέσεις ζωής μέσα από αυτό το σίριαλ. Νιώθω απίστευτα τυχερή γι’ αυτό που λέω.
Τώρα, ως προς την ίδια τη δουλειά… εγώ έχω μεν κάποια χρόνια στον χώρο, αλλά δεν είναι τόσα πολλά για να απαντήσω με σιγουριά. Αλλά αν κρίνω από την αντιμετώπιση ανθρώπων που έχουν πίσω τους πολλά χρόνια, αυτό που συνέβη στις «Ψυχοκόρες» ήταν κάτι πολύ σπάνιο.
Από τη δική μου την πλευρά, εισέπραξα μια πολύ μεγάλη γενναιοδωρία από τους ανθρώπους, με τους οποίους συνεργαζόμουν καθημερινά, όπως ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, η Δήμητρα Ματσούκα, η Νεκταρία Γιαννουδάκη, η Ερμίνα Κυριαζή… Δεν μπήκαν απλά στον κόπο να μου μάθουν τη δουλειά, αλλά δημιουργήσαμε και ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ μας ως άνθρωποι.
Αν ήταν να ξεχωρίσεις ένα πράγμα, μέσα από τα πολλά που έμαθες από τους ανθρώπους αυτούς…;
Το πόσο σημαντική είναι η προετοιμασία. Οι ίδιοι ερχόντουσαν και δεν ήξεραν απλά τα λόγια τους, υπήρχε από πίσω απίστευτη μελέτη από το σπίτι. Αυτό είναι πολύ δύσκολο, ειδικά στην τηλεόραση που κινείται με τόσο γρήγορους ρυθμούς. Γυρνάς στο σπίτι σου 11 – 12 η ώρα και χρειάζεται μετά να δουλέψεις για την επόμενη μέρα.
Τον ρόλο σου, τη Μαρίκα, την έχεις δικαιολογήσει κάπου μέσα σου για τον τρόπο με τον οποίο κινείται και λειτουργεί;
Η Μαρίκα είχε για μένα την πρόκληση του τόσο καλού χαρακτήρα. Τη θαυμάζω απεριόριστα. Έχει απίστευτη υπομονή, δεν κρίνει ποτέ τους ανθρώπους – αντίθετα, προσπαθεί πάντα να τους καταλάβει, να τους βοηθήσει, να τους προστατεύσει… Έπρεπε να βρω ποια είναι τα αρνητικά της, για να έχω από κάπου να πιαστώ!
Και; Τι βρήκες αρνητικό στη Μαρίκα;
Το ότι έχει ένα τόσο ισχυρό αξιακό κώδικα, πράγμα που είναι σαφέστατα θετικό, αλλά στη δική της περίπτωση τον υποστηρίζει τόσο πολύ, ώστε πολλές φορές καταλήγει να κάνει κακό στον εαυτό της. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοούμε ότι η ευτυχία είναι ευτυχία μόνο αν έχεις κάποιον να τη μοιραστείς.
Έχω κάνει σχέσεις ζωής µέσα από τις «Ψυχοκόρες». Νιώθω απίστευτα τυχερή…
Ορίστε, λοιπόν, μια ερώτηση, την οποία θέλω να μου απαντήσεις πρώτα ως Μαριάννα και, μετά, ως Μαρίκα: Η αγάπη νικά πάντα στο τέλος;
Ως Μαριάννα, θα πω πως… ναι. Οι άνθρωποι που με ξέρουν καλά μπορεί και να γελούσαν αν άκουγαν αυτή την απάντηση. Νιώθω, όμως, ότι όσο ρεαλίστρια και κυνική μπορεί να γίνομαι κάποιες φορές, άλλο τόσο ρομαντική κι ευαίσθητη μπορώ να είμαι. Αυτά τα δύο άκρα συνυπάρχουν μέσα μου.
Κατά τα άλλα, είσαι εντάξει…; (γέλια)
Αυτό θέλει συζήτηση… (γέλια)
Ως Μαρίκα τι θα μου απαντούσες;
Ως Μαρίκα, στη φάση που βρίσκεται τώρα τουλάχιστον… Ναι, η αγάπη νικά, αρκεί να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να πετύχουμε τους στόχους μας.
…και αρκεί να μην ενοχλήσουμε κανέναν…
Κάπως έτσι! (γέλια)
Έχει μια ατάκα η Μαρίκα. Σε κάποια στιγμή, τη ρωτάει ο Σώτος «εσύ πώς θα ήσουν ευτυχισμένη;», κι εκείνη απαντάει «αν ήταν οι γύρω μου ευτυχισμένοι». Κάτι που είναι πάρα πολύ όμορφο, αρκεί όμως να βρεθεί αυτή η ισορροπία που λέγαμε πριν.
Αν η «Ψυχοκόρες» ήταν τραγούδι, ποιο τραγούδι θα ήταν;
Δυσκολεύομαι λίγο να απαντήσω, γιατί τις «Ψυχοκόρες» εγώ τις έχω συνδέσει με ένα συγκεκριμένο καλλιτέχνη, όχι συγκεκριμένο τραγούδι. Τις έχω συνδέσει με τον Αττίκ. Νομίζω ότι έχει να κάνει με το ότι είσαι πάντα κοντά στην ευτυχία, αλλά κάτι σ’ εμποδίζει να τη βιώσεις ολόκληρη…
Η σειρά έχει δεχτεί διθυραμβικές κριτικές, με αποτέλεσμα να δημιουργεί και πολύ υψηλές προσδοκίες στο ευρύ κοινό. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που είναι επιφυλακτικοί απέναντι σε δουλειές τόσο υψηλών προσδοκιών, φοβούμενοι ότι θα δουν κάτι άλλο από αυτό που περιμένουν. Τι θα έλεγες σε κάποιον που μπορεί να προβληματίζεται για το αν θα τη δει;
Μπορώ να απαντήσω βασισμένη μόνο στα προσωπικά μου κριτήρια. Θα του έλεγα ότι είναι μια αληθινή ιστορία, με αληθινούς ανθρώπους. Και δεν εννοώ μόνο ότι βασίζεται σε αληθινές μαρτυρίες, εννοώ ότι είναι μια ιστορία που έχει μέσα της αλήθεια, είναι ρεαλιστική. Και ενώ μπορεί, σε ένα επεισόδιο, να ταυτιστείς με ένα χαρακτήρα, στο επόμενο επεισόδιο μπορεί να δεις μια πλευρά του που θα σε απωθήσει πλήρως. Ή το ανάποδο. Αυτό, για μένα, είναι πολύ σημαντικό. Δείχνει ότι έχει άμεση σχέση με την ανθρώπινη φύση.
Και τα τέσσερα κορίτσια περνάνε δύσκολα, ζώντας απάνθρωπες καταστάσεις. Για σένα, ως Μαριάννα, ποια ιστορία από τις τέσσερις είναι η «δυσκολότερη»; Αυτή που λες «δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό ποτέ»…;
Δεν το έχουμε δει ακόμα αυτό που θέλω να πω…
Μέχρι στιγμής, όμως, νομίζω ότι, ως συνθήκη, η δυσκολότερη είναι εκείνη της Φρόσως. Αλλά, και πάλι, μου είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω μία από τις τέσσερις. Αυτό είναι και το ωραίο με τη σειρά: βλέπουμε τέσσερις τελείως διαφορετικές γυναίκες, να παλεύουν σε τέσσερις τελείως διαφορετικές συνθήκες, κάνοντας ουσιαστικά μια διαδρομή προς τη διεκδίκηση της αυτονομίας τους.



Μαρία Λυσάνδρου