Όταν κυκλοφόρησε ένα teaser trailer της ταινίας «Ανεμοδαρμένα Ύψη» τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι απανταχού σινεφίλ κρατούσαν με αγωνία την ανάσα τους. Δυο μήνες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου, κυκλοφόρησε και το επίσημο τρέιλερ της νέας κινηματογραφικής διασκευής της κλασικής γοτθικής ιστορίας αγάπης της Έμιλι Μπροντέ, με αποτέλεσμα τα πληκτρολόγια να πάρουν φωτιά. Η πολυσυζητημένη μεταφορά του κλασικού αριστουργήματος του 1847, με τη σκηνοθετική ματιά της Έμεραλντ Φένελ, βρέθηκε στο επίκεντρο ποικίλων σχολίων, διχάζοντας κοινό και κριτικούς πριν ακόμη προβληθεί στις αίθουσες.
Η επιλογή της Μαργκότ Ρόμπι, η οποία χαρακτηρίστηκε ως υπερβολικά μεγάλη ηλικιακά για να παίξει τον ρόλο της πρωταγωνίστριας Κάθριν, και του Τζέικομπ Ελόρντι ως Χίθκλιφ, ο οποίος θεωρείται πως έχει τσιγγάνικη καταγωγή και πιο σκούρο δέρμα, σε συνδυασμό με την υπερβολικά σεξουαλικοποιημένη πικάντικη ατμόσφαιρα, έφεραν οργασμό αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Χρήστες του X έκαναν σύγκριση της συγκεκριμένης κινηματογραφικής μεταφοράς με τις «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι», μια ταινία που επίσης είχε κυκλοφορήσει την ίδια περίοδο, δηλαδή παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου το μακρινό, πλέον, 2015. Άλλοι αναρωτήθηκαν πού αποσκοπεί μία ακόμη κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος. Πολλοί εξέφρασαν την αγωνία τους, καθώς η ιστορία της Μπροντέ παρουσιάζει έναν απαγορευμένο, αλλά κατά βάση τοξικό έρωτα που κρύβεται πίσω από ένα δράμα εποχής.
Ωστόσο, αρκετοί χρήστες δήλωσαν ότι περιμένουν τη μεταφορά της Φένελ με αγωνία, σχολιάζοντας την επιλογή της ημερομηνίας της κινηματογραφικής πρεμιέρας ως άκρως ρομαντική. Η διασκευή της Φένελ δείχνει να τους τραβάει σαν μαγνήτης, λόγω και της νέας οπτικής που αποδίδει στο κλασικό μυθιστόρημα.
Από τη σελίδα στην οθόνη, για μια ακόμη φορά
Υπάρχει μια φήμη, η οποία κυκλοφορεί ως αστικός μύθος σε διάφορες σελίδες θαυμαστών του Τζόνι Ντεπ. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη φήμη, ο γνωστός ηθοποιός, τον οποίο το κοινό έχει λατρέψει ως Τζακ Σπάροου στους «Πειρατές της Καραϊβικής», έχει εκφράσει μια βαθιά προσωπική συμπάθεια για τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», αναφέροντας σε συνέντευξή του ότι έχει παρακολουθήσει την κινηματογραφική μεταφορά του 1939 δέκα φορές: «Αν είμαι ρομαντικός; Έχω δει τα ‘Ανεμοδαρμένα Ύψη’ δέκα φορές! Φυσικά και είμαι ρομαντικός!».
Τη δήλωσή του αυτή ακολούθησαν φήμες ότι ο Ντεπ είχε ληφθεί υπ’ όψιν για τον ρόλο του Χίθκλιφ σε μια πιθανή κινηματογραφική μεταφορά του 2006, με την Αντζελίνα Τζολί στο ρόλο της Κάθριν. Η ταινία του Ντεπ με την Τζολί δεν έγινε ποτέ, ακολούθησε όμως μια τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου το 2009, με τον Τομ Χάρντυ και την Σάρλοτ Ράιλεϋ ως Χίθκλιφ και Κάθριν αντίστοιχα. Η συγκεκριμένη μεταφορά ήταν και η αιτία γνωριμίας των δυο τους, η οποία οδήγησε στο γάμο τους λίγα χρόνια αργότερα.
Το 2011 υπήρξε μια ακόμη μεταφορά του έργου, η οποία μάλλον πέρασε απαρατήρητη σε σχέση με τη κλασική ταινία του 1939 και αυτή του 1992, στην οποία πρωταγωνιστούσαν Ζιλιέτ Μπινός και Ρέιφ Φάινς.
Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» φαίνεται να επιστρέφουν στον κινηματογράφο ξανά και ξανά, επειδή προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο: μια ιστορία αγάπης που είναι βίαιη και διαρκώς ερμηνευμένη από διαφορετική σκοπιά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το ότι ο Μισέλ Ουελμπέκ, ο αιρετικός συγγραφέας της γαλλικής λογοτεχνίας, στο πρώτο του μυθιστόρημα «Η επέκταση του πεδίου της πάλης», κάνει μία σύντομη αναφορά στο έργο, λέγοντας «Είμαστε πολύ μακριά από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη», με το επιχείρημα ότι, καθώς οι ανθρώπινες σχέσεις σταδιακά εξαφανίζονται, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν τέτοιες ιστορίες θυελλώδους πάθους.
Η σχέση μεταξύ του Χίθκλιφ και της Κάθριν συνεχίζει να τραβάει σκηνοθέτες και σεναριογράφους, επειδή αρνείται να συμπεριφερθεί σαν μια συνηθισμένη ιστορία αγάπης, γεγονός που την καθιστά ατελείωτα ελαστική, προκειμένου κάθε δημιουργός να της δώσει μια νέα πνοή. Η διάσημη δήλωση της Κάθριν «Είμαι ο Χίθκλιφ» καταρρίπτει τα όρια μεταξύ εαυτού και άλλου. Για τον κινηματογράφο, αυτό δημιουργεί μια σχέση που μπορεί να πλαισιωθεί με ριζικά διαφορετικούς τρόπους: ως τραγική σύνδεση ψυχής, ως συναισθηματική εξάρτηση, ως δεσμός τραύματος ή ως αμοιβαία καταστροφή. Κάθε φακός παράγει μια διαφορετική ταινία, χωρίς να αλλάζει το βασικό κείμενο της Μπροντέ.
Ο Χίθκλιφ είναι μια φιγούρα, στην οποία οι κοινωνίες προβάλλουν τους φόβους τους. Είναι ο ξένος προς την οικογένεια, ο άγριος, ο δυσανάγνωστος. Σε ορισμένες διασκευές γίνεται ένας ρομαντικός αντι-ήρωας. Σε άλλες, ένα σύμβολο βίας και οργής. Ταυτόχρονα, η Κάθριν ταλαντεύεται μεταξύ θύματος και θύτη, παγιδευμένη από κοινωνικούς περιορισμούς σε μια εκδοχή, και κατηγορούμενη για τη δική της σκληρότητα και τις επιλογές της σε μια άλλη. Ο κινηματογράφος συνεχίζει να επιστρέφει, επειδή κανένας από τους δύο χαρακτήρες δεν μπορεί να αποδοθεί μονοδιάστατα.
Η σχέση τους δραματοποιεί μια σύγκρουση, την οποία ο κινηματογράφος αρέσκεται να αποδίδει σκηνοθετικά. Η απόφαση της Κάθριν να παντρευτεί τον Έντγκαρ Λίντον δεν αφορά την αγάπη, αλλά την επιβίωση και την κοινωνική θέση, ενώ ο δεσμός της με τον Χίθκλιφ αντιπροσωπεύει έναν εαυτό στον οποίο δεν επιτρέπεται να αφεθεί.
Κάθε κινηματογραφική εκδοχή μπορεί να θέσει στο προσκήνιο ένα διαφορετικό ζητούμενο (την καταπίεση, τον οικονομικό ρεαλισμό, τη φεμινιστική κριτική ή το ακατέργαστο πάθος) απλώς μετατοπίζοντας την έμφαση στην οπτική, χωρίς να αλλάξει την πλοκή.
«Από ό,τι κι αν είναι φτιαγµένες οι ψυχές µας, η δική του και η δική µου είναι ίδιες» – Έµιλι Μπροντέ, Ανεµοδαρµένα Ύψη
Η δύναμη του τοπίου
Η Έμιλι Μπροντέ χτίζει το νόημα του βιβλίου μέσω της αγριότητας του τοπίου. Οι βάλτοι δεν είναι διακοσμητικό φόντο, αλλά μια επέκταση των εσωτερικών καταστάσεων των χαρακτήρων – εκτεθειμένοι, αφιλόξενοι και ανθεκτικοί. Ο Χίθκλιφ και η Κάθριν ανήκουν σε αυτό το περιβάλλον με έναν τρόπο που μοιάζει περισσότερο σωματικός, παρά συμβολικός. Για τον κινηματογράφο, αυτό προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να μεταφράσει το συναίσθημα χωρίς διάλογο, χρησιμοποιώντας τον άνεμο, την απόσταση, τη λάσπη και το σκοτάδι για να εκφράσει αυτό που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν μπορούν να πουν.
Οι καταιγίδες, το κρύο και οι εποχιακοί κύκλοι αντικατοπτρίζουν τη συναισθηματική αστάθεια και την επανάληψη. Ο κινηματογράφος μπορεί να μεταφέρει αυτό το έντονο συναίσθημα μέσω της εικόνας και του ήχου. Ο αδιάκοπος άνεμος, το τρίξιμο του ξύλου, οι μεγάλες αναμονές μεταξύ των εκρήξεων βίας και πάθους των πρωταγωνιστών, επιτρέπουν στις εκάστοτε διασκευές να μεταδώσουν την ένταση στο έπακρο.ζ
Τα γοτθικά στοιχεία του μυθιστορήματος είναι επίσης εγγενώς κινηματογραφικά. Φαντάσματα, κατώφλια, παράθυρα και κλειδωμένες πόρτες επανεμφανίζονται όχι ως θέαμα, αλλά ως διαταραχές. Ο κινηματογράφος μπορεί να βασιστεί σε αυτή την ασάφεια, χρησιμοποιώντας μια σκιά, μια αντανάκλαση, ένα θολό τοπίο για να διατηρήσει την ανησυχητική αβεβαιότητα του μυθιστορήματος, αντί να την εξηγήσει. Υπό αυτή την έννοια, το μυθιστόρημα μπορεί να επιστρέφει συνεχώς στον κινηματογράφο, επειδή ήδη μιλάει «τη γλώσσα του» και επειδή καμία μεμονωμένη οπτική ερμηνεία δεν μπορεί να το εξαντλήσει.
Το πάντρεμα κλασικού και μοντέρνου
Το βιβλίο της Έμιλι Μπροντέ βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ λογοτεχνικού κύρους και λαϊκής απήχησης. Κάθε διασκευή μπορεί να υπόσχεται τόσο τέχνη, όσο και δράμα – έναν συνδυασμό, στον οποίο επιστρέφει συνεχώς η κινηματογραφική βιομηχανία.
Αυτό το πάντρεμα κλασικού και μοντέρνου είναι το καθοριστικό στοιχείο, ώστε να κατανοήσουμε γιατί το έργο της Μπροντέ συνεχίζει να διασκευάζεται, αλλά και γιατί μπορεί να επιβιώσει έχοντας τόσο ριζικά διαφορετικές ερμηνείες.
Από τη μια, το μυθιστόρημα φέρει ακλόνητο λογοτεχνικό κύρος, καθώς διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια, τυλιγμένο στη γοτθική σοβαρότητα. Η διασκευή τού προσδίδει αυτόματα πολιτιστική νομιμότητα. Ένας σκηνοθέτης δεν φτιάχνει απλώς μια ιστορία αγάπης· ασχολείται με ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, με όλο το συμβολικό κεφάλαιο που εξακολουθεί να φέρει η λέξη. Αυτό το κύρος καθησυχάζει τους κριτικούς, τους χρηματοδότες και τους φορείς βραβείων.
Από την άλλη πλευρά, το έργο τροφοδοτείται από στοιχεία που ανήκουν αναμφισβήτητα στην δημοφιλή αφήγηση, όπως η εμμονική αγάπη, η εκδίκηση, η σκληρότητα, το δράμα, τα φαντάσματα και η συναισθηματική υπερβολή. Αυτή η συναισθηματική ένταση έχει απήχηση στο μαζικό κοινό, ακόμη και στις νεαρότερες ηλικίες.
Στο μυθιστόρημα της Στέφανι Μέγιερ «Λυκόφως», το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο μέσω των ταινιών «Twilight», η Μπέλα Σουάν διαβάζει τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Στο τρίτο βιβλίο της ιστορίας, την «Έκλειψη», χρησιμοποιούνται πολλά αποσπάσματα από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» για να συγκριθεί η σχέση της Μπέλα με τον Έντουαρντ Κάλεν και τον Τζέικομπ Μπλακ, με τις σχέσεις που είχε η Κάθριν με τον Χίθκλιφ και τον Έντγκαρ.
Όμως, αυτό που κάνει το βιβλίο ασυνήθιστο είναι ότι δεν αποτελεί ένα αποστειρωμένο κλασικό έργο, το οποίο θαυμάζει κανείς από απόσταση, ούτε είναι ένα απλό μελόδραμα. Η δομή του είναι κατακερματισμένη, οι αφηγητές του αναξιόπιστοι και το ηθικό του κέντρο ασταθές – ωστόσο, η πλοκή του είναι εντυπωσιακή. Αυτή η αστάθεια επιτρέπει στις διασκευές να κλίνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μια ταινία μπορεί να δώσει έμφαση στον ψυχολογικό ρεαλισμό και την αυστηρότητα, μια άλλη στο ωμό πάθος και το θέαμα, μια τρίτη στην κοινωνική κριτική.
Για τον κινηματογράφο, αυτή η διπλή ταυτότητα αποτελεί εγγύηση επιτυχίας. Το κύρος ανοίγει πόρτες και η λαϊκή απήχηση γεμίζει τις αίθουσες. Μια διασκευή του έργου μπορεί να διαφημιστεί ως υψηλή τέχνη, ως απαγορευμένο ρομάντζο, ως γοτθικός τρόμος ή ως μια τραγική ιστορία αγάπης. Μερικές φορές, όλα ταυτόχρονα. Η αλήθεια είναι πως λίγα μυθιστορήματα προσφέρουν αυτό το εύρος.
Το πιο σημαντικό είναι ότι το ίδιο το βιβλίο σε κάνει κάθε φορά να αναρωτιέσαι. Είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για την αγάπη ή μια επικίνδυνη ιστορία που θα έπρεπε να μας αναστατώσει; Επειδή το κείμενο της Μπροντέ δεν απαντά οριστικά, ο κινηματογράφος καλείται να προσπαθήσει ξανά και ξανά να δώσει μια απάντηση, ισορροπώντας ανάμεσα στην τέχνη και την ψυχαγωγία.
Κάθε νέα διασκευή δεν μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη απλά ένα ρομαντικό μυθιστόρημα εποχής, αλλά ένα μύθο για την έντονη επιθυμία. Και οι μύθοι δεν τελειώνουν ποτέ.



Γιώτα Χουλιάρα