Γιατί οι Άγριες Μέλισσες κάνουν τόσο γκελ;

Αποτελεί στοίχημα για μια τηλεοπτική, καθημερινή σειρά να καταφέρει να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή, να τον κάνει να προσμένει το κάθε επεισόδιο, αλλά και να οργανώνει το πρόγραμμά του γύρω απ’ αυτό, προκειμένου να το δει την ώρα προβολής του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο σύγχρονος τηλεθεατής είναι μαθημένος αλλιώς. Άμα έχεις το Netflix, τι τη θέλεις την τηλεόραση; Γιατί να συντονιστείς με το πρόγραμμά της; Είναι πια τόσο ξεπερασμένο, όσο το να στείλεις γράμμα αντί για mail.

της Λίλας Σταμπούλογλου

Όταν ξεκίνησαν οι «Άγριες Μέλισσες», δύο χρόνια πριν, κανείς δεν φανταζόταν ότι θα κατακτούσαν τόσο πολύ το κοινό. Βέβαια, τα πράγματα φάνηκαν από το πρώτο κιόλας επεισόδιο. Και όσο κι αν κάποιος έψαχνε τα βρει τα αρνητικά σημεία, η αλήθεια είναι ότι δεν σε άφηναν να επικεντρωθείς στο αρνητικό. Γιατί; Γιατί, πολύ απλά, τα καλά που έχει κανείς να πει για τη σειρά που γράφουν η Μελίνα Τσαμπάνη και ο Πέτρος Καλκόβαλης, και σκηνοθετεί ο Λευτέρης Χαρίτος, είναι περισσότερα και σε προδιαθέτουν θετικά. Δεν είναι μια σειρά χωρίς αστοχίες. Αλλά είναι μια σειρά με λιγότερες αστοχίες απ’ αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε ελληνικές σειρές, και μάλιστα καθημερινές. Ακόμα κι αν δεν σου αρέσει, θα πρέπει να το παραδεχτείς.
Το γεγονός ότι οι «Άγριες Μέλισσες» έκαναν το κοινό να κολλήσει, έχει να κάνει, εν πολλοίς, με το καλογραμμένο τους σενάριο. Το οποίο επιδιώκει τη γρήγορη πλοκή, που τρέχει με ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα και δίνουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση γύρω από την αφετηρία, εκείνη την πρωταρχική ιστορία από την οποία άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι.

Εκείνο που αξίζει ν’ αναφέρουμε είναι το γεγονός ότι, στο σενάριο αυτής της σειράς, χώρεσαν νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην ελληνική σκέψη. Είδαμε κομμάτια της ελληνικής ιστορίας, βαλμένα μέσα σε ιστορίες ανθρώπων. Είδαμε, όμως, και θέματα που αφορούν κάθε κοινωνία, και μας αφορούν ακόμα, όπως η κακοποίηση των γυναικών και η γυναικεία χειραφέτηση. Το #MeToo, το οποίο ζούμε με ένταση τελευταία, βρήκε έναν τρόπο να εκφραστεί, μέσω της ιστορίας της βασικής πρωταγωνίστριας της σειράς με τον διοικητή των φυλακών, όπου εκείνη είχε φυλακιστεί. Εκφράστηκε και δικαιώθηκε, λειτουργώντας λυτρωτικά για τον θεατή.
Το επόμενο καθοριστικό σημείο, που έκανε τη δραματική σειρά του ΑΝΤ1 να εκτιναχθεί, ήταν το χτίσιμο των χαρακτήρων της. Τα καλά σενάρια δεν έχουν ποτέ μονοδιάστατους χαρακτήρες. Σκιαγραφούν προσωπικότητες, σκαλίζουν φυσιογνωμίες και ζωντανεύουν ιδιοσυγκρασίες. Με άλλα λόγια, πλάθουν χαρακτήρες με βάθος, των οποίων η συμπεριφορά και οι πράξεις δικαιολογούνται απολύτως στη συνείδηση του θεατή, γιατί του δίνεται η δυνατότητα να τους κατανοήσει. Είναι ρεαλιστικές απεικονίσεις χαρακτήρων, τους οποίους ο σεναριογράφος σε κάνει να πιστεύεις ότι θα μπορούσες να δεις και γύρω σου, να κάνουν παρόμοια πράγματα με αυτά που τους βλέπεις να κάνουν επί της οθόνης.
Το μαγικό που συμβαίνει όταν το σενάριο χτίζει χαρακτήρες με επίπεδα και βάθος, είναι ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, έξυπνοι και χαζοί, ωραίοι και άσχημοι. Τέτοιου είδους βαρετά δίπολα καταργούνται. Υπάρχουν χαρακτήρες που απολαμβάνεις και σε συγκινούν.
Πάρτε, για παράδειγμα, τον Μάνο Βόσκαρη. Υπήρξε ένας από τους πιο μισητούς χαρακτήρες των «Άγριων Μελισσών» στον δεύτερο κύκλο, ένας βιαστής και βασανιστής γυναικών, σκοτεινός, μοχθηρός και έτοιμος για τις πιο φρικτές πράξεις. Τον αντιπαθούσες; Ναι. Αλλά περισσότερο τον λυπόσουν. Επειδή η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του, σου επέτρεπε να δεις βαθύτερα και να καταλάβεις γιατί κατάντησε έτσι. Μισούσε τη μητέρα του, για την οποία πίστευε τα χειρότερα, κι αυτό κατέστρεψε τους ηθικούς του κώδικες. Υπήρχε ένα βάσανο πίσω του, να τον κατατρέχει και να τον στοιχειώνει, αυτόν, όπως και τα υπόλοιπα πρόσωπα της σειράς.

Μετά το σενάριο, έρχεται βέβαια η σκηνοθεσία. Η οποία έδωσε μια περισσότερο κινηματογραφική ματιά στη σειρά. Της έδωσε ύφος, μια αισθητική που της ταίριαξε και τη χαρακτήρισε, και προσπάθησε να πλησιάσει τον νέο τύπο τηλεοπτικής σειράς, αυτόν που απολαμβάνουμε στις πλατφόρμες. Τα κατάφερε αρκετά καλά, μάλλον, με τη βοήθεια της σκηνογραφίας, των κοστουμιών και της φωτογραφίας, βέβαια.
Μεγάλο πράγμα το σκηνικό φόντο στην οθόνη. Μεγάλο πράγμα η φωτογραφία που συγκινεί τον οπτικό σου ορίζοντα. Έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε σειρές κλεισμένες μέσα σε σαλόνια και δωμάτια, σειρές που προσπαθούν να χωρέσουν σ’ ένα πλατό τα πάντα. Η κρίση, βλέπετε… Φτώχυναν τα μάτια μας την τελευταία δεκαετία. Πού λεφτά για εξωτερικά γυρίσματα, σκηνικές κατασκευές, κοστούμια και τα λοιπά; Έλα, όμως, που δεν γίνεται και χωρίς αυτά.
«Μια εικόνα χίλιες λέξεις», έτσι δεν λένε; Και πώς να συμβιβαστείς, όταν έχεις μάθει στις αμερικανικές σειρές, όπου η σκηνική εικόνα τους έχει χτιστεί με τη μέγιστη λεπτομέρεια και χωρίς την ασφυκτική πίεση του μικρού κόστους; Μια παραπάνω επένδυση στην εικόνα και στην ατμόσφαιρα που αποδίδει ένα ιδιαίτερο σκηνικό, έκανε τη διαφορά και στις «Άγριες Μέλισσες». Μαζί με όλα τα υπόλοιπα…

Και μετά έρχονται οι ερμηνείες. Γίνεται να μην αναφερθείς σ’ αυτές; Το καστ στις «Άγριες Μέλισσες» συμπληρώθηκε κυρίως από πρόσωπα που δεν είναι αυτό που λέμε «τηλεοπτικά», αλλά περισσότερο θεατρικά και κινηματογραφικά. Δεν ξέρω, βέβαια, αν ήταν αυτό που έπαιξε ρόλο ή αν ήταν το πρόσφορο έδαφος εκείνο που έδωσε τη δυνατότητα να γεννηθούν ερμηνείες. Να τα λέμε όλα. Οι ηθοποιοί αποδίδουν όταν το πλαίσιο το σηκώνει. Όταν η καθοδήγηση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, όταν το σενάριο είναι καλό, όταν τα πρόσωπα που υποδύονται δεν είναι καρικατούρες. Όλα τα παραπάνω, εδώ, συνέβησαν. Κι έτσι, ολοκληρώθηκε το καλό, αυτό για το οποίο βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις «Άγριες Μέλισσες», μιλάμε γι’ αυτές και προσμένουμε τον τρίτο κύκλο τους, που ξεκινά τώρα, το φθινόπωρο.
Τώρα θα μεταφερθούμε σ’ ένα πιο αστικό τοπίο, στη Λάρισα, και θα μπούμε στην περίοδο της επταετίας που βασάνισε την Ελλάδα και έμεινε στην Ιστορία της ως μια μαύρη σελίδα. Οι ήρωες θα κινηθούν μέσα σ’ αυτό το γκρι ιστορικό τοπίο, κι εκεί θα ξεδιπλωθούν οι νέες ιστορίες τους.

«Η τρίτη σεζόν βρίσκεται σε πυρετώδη προετοιμασία. Σκοτεινή, γεμάτη ένταση, ήρωες που αλλάζουν ταυτότητα και κρυμμένες απειλές σε κάθε γωνιά», έγραψε ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος.
Θ’ ανταποκριθεί η τρίτη σεζόν στις προσδοκίες του κοινού, όσο οι δύο προηγούμενες; Αυτό θα φανεί στην πράξη, αλλά το σίγουρο είναι ότι το κοινό προσμένει να συνεχίσει τη θέαση σε μια σειρά που αγάπησε. Όχι γιατί του είχε λείψει η ελληνική μυθοπλασία, αλλά γιατί η καλή μυθοπλασία βρίσκει πάντα μια θέση στην καρδιά του κοινού.