Γίνεται trap χωρίς σεξισμό, βία και ουσίες;

Ο πρόσφατος θάνατος ενός από τους πιο γνωστούς Έλληνες trapper, του Mad Clip, έφερε ξανά στο προσκήνιο την κουβέντα για το περιεχόμενο της trap μουσικής. Ένας τύπος που τραγουδούσε για ακριβά αμάξια, που έλεγε ξανά και ξανά ότι είναι γκαζάκιας και του αρέσει η ταχύτητα, έχασε τη ζωή του μέσα σ’ ένα σμπαραλιασμένο ακριβό αμάξι που γκάζωνε, σε μια λεωφόρο της Αθήνας. Κρίμα, αλλά και τι τραγική ειρωνεία, αλήθεια, για τον ίδιο πρωτίστως, αλλά και για όσους έπιναν νερό στο άκουσμα των λόγων και των στίχων του…

της Λίλας Σταμπούλογλου

Το δυστύχημα του Mad Clip ήταν σαφώς μια υπενθύμιση για όλους ότι η προσομοίωση του περιεχομένου της trap φιλοσοφίας στην πραγματική ζωή μπορεί να φτιάξει ένα μοιραίο σενάριο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τα γκάζια και η ριψοκίνδυνη οδηγική συμπεριφορά. Αλλά θα μπορούσαν να είναι κι άλλα: τα όπλα και τα ναρκωτικά, εξίσου δημοφιλή στη θεματολογία της trap μουσικής παγκοσμίως. Της οποίας η βασική σκαλέτα συμπληρώνεται με το πλασάρισμα μιας χλιδάτης ζωής, γεμάτης από φανταχτερά υλικά αγαθά και γυναίκες που παίζουν τον ρόλο της γλάστρας και που, ως επί το πλείστον, αντιμετωπίζονται σαν… γκόμενες. Υποδεέστερα όντα, που απλώς περιτριγυρίζουν τον trapper σαν χαρέμι και βρίσκονται εκεί για να κάνουν τα γούστα του.
Δεν είναι πολύ ευχάριστο να σκέφτεσαι ότι τα πιτσιρίκια διασκεδάζουν με στίχους που κουβαλούν ένα τέτοιο περιεχόμενο. Και όταν μιλάμε για πιτσιρίκια, κυριολεκτούμε. Ακούς δωδεκάχρονα να τραγουδάνε για όπλα και ναρκωτικά, και για να χρησιμοποιήσω μια δική τους φράση, κριντζάρεις. Από την άλλη, βέβαια, δεν έχει νόημα να σηκώνεις το δάχτυλο και να κάνεις κήρυγμα εναντίον ενός φαινομένου της εποχής, που έχει πάρει μαζί του τη νεολαία. Έτσι γίνεται πάντα. Και γίνεται έτσι, επειδή η εποχή το σηκώνει. Και η δική μας, για να τα λέμε όλα, σηκώνει την trap με αυτή τη θεματολογία. Και σεξισμό έχει, και μια τάση προς το επιφανειακό, το ανούσιο, το άγριο, το εγωιστικό και το εύκολο. Δεν μας κάνει χειρότερους η trap, απλώς εκφράζει με θρασύ και χωρίς κανένα φίλτρο πολιτικής ορθότητας, χαρακτηριστικά που έχει η κοινωνία μας. Είναι σαν να τη φτύνει στα μούτρα, κάνοντας καθρεφτάκι.

Η trap είναι, από μόνη της, μια underground υπόθεση. Το ξεκίνημα της, άλλωστε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στον αμερικανικό Νότο, ξεπήδησε μέσα από τα γκέτο. Το όνομά της, που στα αγγλικά σημαίνει «παγίδα», είναι μια αναφορά στους χώρους όπου γινόταν εμπόριο και χρήση ναρκωτικών. Έκανε, όμως, και συνειρμό με τις συνθήκες διαβίωσης των κοινωνικών τάξεων εκεί, το γεγονός ότι παγιδεύονταν σε μια τρύπα φτώχειας, βίας και ουσιών, από την οποία δεν μπορούσαν εύκολα να βγουν.
Η εξέλιξη της trap, βέβαια, από τις αρχές του millenium και μετά, έχει παραμορφώσει αρκετά τα πρώτα της χαρακτηριστικά. Δεν είναι πια μια έκφραση όσων πέφτουν στην παγίδα της περιθωριοποίησης και εγκλωβίζονται εκεί. Είναι η έκφραση μιας μετα-νεόπλουτης φιλοσοφίας, που έχει ως μάντρα της τον γρήγορο πλουτισμό, αποθεώνει τη βία και τις καταχρήσεις, και χαϊδεύει τον σεξισμό. Ειδικά στην Ελλάδα, το είδος έχει εγκλωβιστεί σ’ αυτό το περιεχόμενο, δίνοντας στο κοινό του, κατά κύριο λόγο, μονοθεματικά τραγούδια.
Επίσης, η ελληνική trap εκφράζεται κυρίως από άνδρες, είναι σαν λέσχη ανδρών που φέρει μόνο τη δική τους οπτική, και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή της, της matcho τοξικής αρρενωπότητας. Και ειδικά το τελευταίο, δεν χρειάζεται να βρίσκεις άθλια την trap για να το πεις. Το παραδέχονται και όσοι την ακούνε, ακόμα και εκείνοι που την παράγουν.

Στο εξωτερικό υπάρχει μια διαθεματικότητα, που δίνει στην trap έναν καλύτερο χαρακτήρα. Κατ’ αρχάς, την εκπροσωπούν και γυναίκες, όπως η Cardi B, η Nicki Minaj και η Rico Nasty, κι αυτό από μόνο του σπάει τον σεξιστικό προσανατολισμό. Πηγαίνει το είδος σε πιο φεμινιστικές κατευθύνσεις και βάζει τη γυναίκα μέσα στο παιχνίδι των στίχων, σε ισότιμη θέση. Και σίγουρα δίνει ένα πιο υγιές πρότυπο σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, τοποθετώντας στο πλάνο το συναίσθημα και την ευαισθησία. Τη συναίνεση.
Η Ghetto Queen είναι η πρώτη Ελληνίδα trapper, εκείνη που έσπασε το μονότονο ανδρικό μοτίβο του είδους στη χώρα. Μοιάζει σαν όαση μέσα στο «καψιμί» των Ελλήνων trappers και, φυσικά, το στίγμα που αφήνει με τη μουσική της είναι πολύ διαφορετικό. Και είναι και η απόδειξη ότι η trap μπορεί να περάσει και με άλλον τρόπο. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Κάποια κομμάτια του είδους όντως το καταφέρνουν, να περνούν στους στίχους τους πιο όμορφα μηνύματα. «Πίνω όσο θέλω, έχω άλλον στο τιμόνι», λέει, για παράδειγμα, ο Saske στο κομμάτι ‘’Cyan’’. Και λες, ναι, επιτέλους, κάποιος λέει το αυτονόητο.

Λίγα χρόνια πριν, το Μουσείο του Λούβρου δόθηκε στην Beyoncé και στον Jay Z για να γίνει το σκηνικό τους φόντο σ’ ένα κομμάτι που είχε δέσει την pop με την trap. Ανεξαρτήτως της συζήτησης που άνοιξε, για το αν έπρεπε ή όχι να δοθεί ένας τέτοιος χώρος για βίντεο κλιπ, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το οπτικό αποτέλεσμα ήταν προσεγμένο και έδεσε ωραία με το περιεχόμενο του κομματιού, το οποίο αφορούσε τους μαύρους ανθρώπους. Πέρασε, δηλαδή, ένα μήνυμα που άξιζε να περάσει στον κόσμο, και απείχε παρασάγγας από τα μηνύματα για όπλα, ναρκωτικά και γκάζια, στα τραγούδια που έχουν κατακλύσει τις μουσικές λίστες των εφήβων και μετρούν εκατομμύρια views στο YouTube.

Μπορεί και η ελληνική trap ν’ αποκτήσει διαθεματικότητα κι ένα πιο ουσιαστικό περιεχόμενο; Μπορεί, αν οι εκπρόσωποί της βγούνε από τη λογική του μονοθεματισμού που νομίζουν ότι πουλάει, και γίνουν πιο αυθεντικοί. Γιατί η περσόνα που χτίζουν με τα τραγούδια τους συνήθως δεν συνάδει με τον πραγματικό τους εαυτό. Οι περισσότεροι είναι πολύ καλύτεροι από τους matcho τύπους που υποδύονται και δεν έχουν για μάντρα τους τα λεφτά, τη βία και τις ουσίες, όπως η περσόνα που δημιούργησαν για το κοινό τους. Κι αν νομίζουν ότι μόνο αυτό θέλει το κοινό, τότε έχουν εγκλωβιστεί και οι ίδιοι σε παγίδα. Είναι trap μέσα στην trap τους.
Συγχωρέστε μου τα greeklish, αλλά μόνο έτσι θα μπορούσε να ειπωθεί…



Merc
Abbvie