Η εκδίκηση της φόρμας

Ποτέ δεν μου κάθισε καλά η λέξη «φόρμα». Από το σχολείο ακόμα, οι μέρες που έπρεπε να τη φορέσω ήταν οι χειρότερες. Θυμάμαι ακόμα να την κουβαλάω στην τσάντα για να τη βάλω την ώρα της γυμναστικής, και μετά να τη βγάζω για να ξαναφορέσω το τζιν μου. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να εκτιμήσω τη φόρμα, και ό,τι εκπροσωπεί ως ρούχο.

της Λίλας Σταμπούλογλου

Γενικότερα, η φόρμα είχε μείνει στο μυαλό μου ως συνώνυμο μιας άχαρης, χαλαρής αμφίεσης, με την οποία θα περνούσες τη μέρα σπίτι, ξαπλωμένος στον καναπέ ή κάνοντας αγγαρείες. Η αμέσως επόμενη, αποδεκτή, χρήση της ήταν για το γυμναστήριο.
Η αλλαγή της πλεύσης ήρθε όταν έκανα παιδιά, όπου η άνεση ήταν το ζητούμενο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Βοήθησαν, βέβαια, και οι τάσεις της τελευταίας δεκαετίας, οι οποίες έφεραν τη φόρμα στο προσκήνιο και την έραναν με λίγη αστερόσκονη. Της αφαίρεσαν το άχαρο περιτύλιγμα και μας την σέρβιραν σε μια πιο στιλάτη, θηλυκή εκδοχή.
Αλλά δεν ήταν μόνο η φόρμα, βεβαίως. Μαζί της ήρθε ένα ολόκληρο ρεύμα, υπό τον όρο athleisure, και κατέλαβε το σύμπαν. Όλες μυηθήκαμε σε μια γκαρνταρόμπα, όπου αμιγώς αθλητικά ρούχα, όπως κολάν, φούτερ, φόρμες και sneakers, συνδυάζονται με κλασικά κομμάτια, δημιουργώντας εμφανίσεις για όλες τις ώρες, οι οποίες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την άνεση.

Η άνεση είναι βασική στο παιχνίδι των τάσεων εδώ και καιρό. Η πανδημία, όμως, την έφερε ακόμα πιο μπροστά, ως καθοριστικό κομμάτι του παζλ που φτιάχνει τη μόδα. Και μας έκανε να καταλάβουμε λίγο περισσότερο πόσο έχουμε ανάγκη να υπάρχει στην ντουλάπα μας.
Επί της ουσίας, τη θέλουμε ως κοινό παρανομαστή σε μια εξίσωση που στο πάνω μέρος μπορεί να γράφει οτιδήποτε: σέξι εμφάνιση, βραδινή έξοδος, εργασία, δείπνο, βόλτα, ψώνια, καφές με φίλες. Θέλουμε να φοράμε ρούχα που μας κάνουν να νιώθουμε καλά και μας βολεύουν. Ρούχα πολυχρηστικά, κατά κάποιο τρόπο, με τα οποία μπορείς να πας (σχεδόν) οπουδήποτε. Τουλάχιστον από τη δουλειά για ποτό, ή από το σούπερ μάρκετ στο meeting, κι από το παιδικό πάρτι στο δείπνο. Ρούχα που θα βάλεις το πρωί και θα ξαναβγάλεις το βράδυ, ενώ στο μεταξύ θα έχεις πάει για ποδήλατο με τα παιδιά και για καφέ, θα έχεις μαγειρέψει και θα έχεις κάνει τηλεδιάσκεψη με το αφεντικό σου. Σας θυμίζει κάτι; Εμένα όλη μου τη ζωή – και όχι μόνο της καραντίνας.

Παλιότερα θα λέγαμε “αποκλείεται”. Δεν μπορείς να τη βγάλεις μ’ ένα σύνολο σε όλες τις περιστάσεις. Ούτε ενδείκνυται να φορέσεις sneakers και φούτερ στο γραφείο. Τώρα, όμως, είναι δεδομένο ότι μπορείς. Κι αυτή η απελευθέρωση από τα “πρέπει” και τα κουτάκια, έχει ανοίξει άλλους ορίζοντες στο τι επιλέγουμε να φορέσουμε, έχοντας ως πυξίδα την άνεση και την πρακτικότητα.

Οι ειδικοί στις προβλέψεις τάσεων, όπως η Francesca Muston της εταιρείας WGSN, μελετούν αυτό που συμβαίνει σ’ εμάς και στις ντουλάπες μας τελευταία, κι έχουν εφεύρει έναν όρο για να το περιγράψουν: «Συνειδητή άνεση» το αποκαλούν και το ορίζουν ως μια τάση που διαμορφώθηκε γύρω από το σπίτι, επειδή περνάμε περισσότερο χρόνο μέσα σ’ αυτό. Δεν το συγχέουν με το loungewear της πανδημίας, γιατί, όπως λένε, δεν είναι κάτι που συνέβη μόνο εξαιτίας της. Είναι κάτι που βλέπουν να συμβαίνει εδώ και χρόνια, εξαιτίας διάφορων παραγόντων που καθορίζουν τη σύγχρονη ζωή μας.

Φυσικά και η πανδημία μάς έκλεισε για τα καλά στο σπίτι, αλλά στην πραγματικότητα, είχαμε αρχίσει και πριν απ’ αυτήν να κλεινόμαστε. Θες λίγο η οικονομική κρίση που μας έκοψε τις εξόδους, αλλά και η τάση μας να περνάμε περισσότερο χρόνο σε social media και διαδίκτυο, ή πλατφόρμες, όπως το Netflix, θες η άνοδος των online αγορών που έκαναν το σπίτι μας τόπο αγοράς και παραλαβής κάθε υλικού αγαθού, θες η κατάθλιψη και το άγχος που “βασιλεύουν” και μας κάνουν πιο εσωστρεφείς και δυσκίνητους… όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μπούμε στο καβούκι μας.
Σ’ αυτή την πορεία προς το homing, είδαμε ότι η γκαρνταρόμπα μας δεν περιείχε τα κατάλληλα ρούχα και αξεσουάρ. Με δυο λόγια, τι να τις κάνεις τις γόβες στιλέτο και τα skinny παντελόνια ή τα φορέματα για τα μπουζούκια και τις μίνι φούστες, όταν η ζωή σου περιστρέφεται κυρίως γύρω από τον καναπέ και το δωμάτιο; Όχι ότι δεν τα θες κι αυτά, αλλά τα θες σε μικρότερη ποσότητα γιατί, πλέον, δεν σε εξυπηρετούν. Τόσο απλά.

Η τάση της «συνειδητής άνεσης» προέκυψε, όμως, κι από μια γενικότερη αλλαγή στον τρόπο ζωής και μια στροφή στην ευεξία, που ήρθε ως αντίδοτο στο στρες της πολυάσχολης καθημερινότητας της σύγχρονης γυναίκας. Οι αυστηρές preppy εμφανίσεις στον εργασιακό χώρο έδωσαν τη θέση τους σε πιο ευέλικτα κοστούμια εργασίας, που περιλαμβάνουν πιο βολικά κομμάτια. Και το casual chic κυριάρχησε σε όλη τη ντουλάπα μας, καθορίζοντας τις επιλογές όλης της ημέρας (και της νύχτας). Το μότο «άνεση παντού» άρχισε να αφορά και σε επιλογές που πριν ούτε κατά διάνοια τις αφορούσε. Γιατί η σύγχρονη γυναίκα συνειδητοποίησε ότι δεν την ενδιαφέρει πρωτίστως να φαίνεται όμορφη και θελκτική.
Όχι ότι δεν το θέλει κι αυτό. Αντιθέτως. Απλώς, τώρα, δεν το δέχεται χωρίς όρους. Και οι όροι που βάζει είναι να μπορεί να είναι ευέλικτη μέσα στα ρούχα της, να κινείται ελεύθερα, να αναπνέει. Να τις προσφέρουν χρήσεις που εξυπηρετούν το multitasking εικοσιτετράωρό της, από το οποίο βγαίνει τρελαμένη και αποκαμωμένη. Η ανάγκη για άνεση με στιλ έχει περάσει στη μαζική μόδα, αλλά περνάει και στους μεγάλους σχεδιαστές. Οι συλλογές τους χαλαρώνουν όλο και πιο πολύ τις γραμμές, τα υφάσματα μαλακώνουν, τα τακούνια χαμηλώνουν και πολλές φορές εξαφανίζονται, ενώ το oversized, το baggy και το boyfriend, κοινώς το φαρδύ, αποκτούν τον πρώτο λόγο, σε μια προσπάθεια να δώσουν λύσεις που συνδυάζουν άνεση και στιλ, πρακτικότητα και θηλυκότητα.

Είναι η «συνειδητή άνεση» μια μόδα που ήρθε και θα φύγει; Όπως όλα δείχνουν, θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Ακόμα και όταν βγούμε από το ασφυκτικό καλούπι της πανδημίας (και, όπως λένε οι κοινωνιολόγοι, θα γλεντήσουμε και θα βγούμε χωρίς αύριο), θα εξακολουθήσουμε να θέλουμε μια γκαρνταρόμπα που θα δίνει έμφαση στην άνεση.
Αν δεν είναι αυτό η απόλυτη εκδίκηση της φόρμας, που τόσο μισήσαμε κάποτε, τότε τι είναι;