Το κλειδί γυρίζει στην πόρτα, τα παπούτσια μένουν στην είσοδο και, ύστερα από μια ημέρα γεμάτη υποχρεώσεις, το σπίτι προσφέρει εκείνη την ησυχία που οι περισσότεροι αναζητούμε εναγωνίως. Στην κουζίνα ετοιμάζεται γεύμα για έναν, ένα ποτήρι τοποθετείται δίπλα στο κερί που ανάβει στο τραπεζάκι, και το βράδυ κυλά ανάμεσα σε λίγες σελίδες ενός βιβλίου, μια αγαπημένη σειρά ή/και τη συντροφιά ενός κατοικίδιου, χωρίς να χρειάζεται και καμία συνεννόηση για το πότε θα πάμε για ύπνο. Πόσο γνώριμη σας φαίνεται αυτή η εικόνα;
Αυτό το μοτίβο ίσως το έχετε συναντήσει στα “living-alone diaries”, στα βίντεο του instagram, του TikTok και του YouTube, μέσα από τα οποία άνδρες και γυναίκες μοιράζονται στιγμιότυπα της ζωής τους, σε ένα σπίτι όπου κατοικούν μόνοι. Με προσεγμένα πλάνα, απαλή μουσική και καθημερινές τελετουργίες φροντίδας, η μοναχική κατοίκηση παρουσιάζεται ως μια ευκαιρία να ακολουθήσεις τον δικό σου ρυθμό, να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, και να χαρείς όσα κάποτε πίστευες ότι χρειάζονται οπωσδήποτε παρέα.
Υπάρχει κάτι ανακουφιστικό σε αυτή την αφήγηση, ιδιαίτερα για όσους έχουν κουραστεί να εξηγούν γιατί ζουν μόνοι ή να αντιμετωπίζουν την προσωπική τους ζωή σαν μια εκκρεμότητα που περιμένει να τακτοποιηθεί. Ωστόσο, καθώς παρακολουθούμε το όμορφο διαμέρισμα και το προσεκτικά σερβιρισμένο δείπνο, αξίζει να αναρωτηθούμε πόση από την καθημερινότητα χωρά πραγματικά στο κάδρο, όταν έξω από αυτό μένουν οι λογαριασμοί, η κούραση και οι στιγμές που θα θέλαμε κάποιον δίπλα μας.
Τι ακριβώς βλέπουμε, λοιπόν, σε αυτά τα ψηφιακά ημερολόγια; Την ελευθερία μιας ζωής που ταιριάζει στον άνθρωπο που την προωθεί, ή μια επιμελημένη εικόνα που αφήνει τις δυσκολότερες πλευρές αυτής της ζωής στη σκιά;
Η ελευθερία να ακολουθείς τον δικό σου ρυθμό
Για να καταλάβουμε τη γοητεία αυτών των βίντεο, αρκεί να θυμηθούμε πόσες φορές έχουμε επιστρέψει στο σπίτι επιθυμώντας λίγη ησυχία, χωρίς ερωτήσεις, εκκρεμότητες και την ανάγκη να προσαρμόσουμε το υπόλοιπο της ημέρας μας στο πρόγραμμα κάποιου άλλου. Για όσους ζουν μόνοι, αυτή η δυνατότητα αποτελεί μέρος της καθημερινότητας, καθώς μπορούν να διαμορφώνουν ανάλογα το πρόγραμμά τους, το πώς θα οργανώσουν τον χώρο τους και αν το βράδυ τους θα περιλαμβάνει συναντήσεις με φίλους ή απλά «λιώσιμο» στον καναπέ.
Η αξία αυτής της ελευθερίας εκτιμάται περισσότερο, όταν έχει προηγηθεί μια δύσκολη συμβίωση ή μια περίοδος κατά την οποία οι ανάγκες των άλλων καταλάμβαναν κάθε διαθέσιμο χώρο και χρόνο. Το να ανακαλύπτεις ξανά τι σου αρέσει χωρίς να πρέπει να το διαπραγματευτείς, μπορεί να ξεκινά από το φαγητό και τη διακόσμηση, φτάνοντας σταδιακά σε ουσιαστικότερα ερωτήματα για τις επιθυμίες και τα όριά σου.
Εδώ τα “living-alone diaries” προσφέρουν μια χρήσιμη αλλαγή οπτικής, καθώς δείχνουν ότι η φροντίδα του εαυτού μας δεν χρειάζεται να είναι συνδεδεμένη απαραίτητα με την ύπαρξη ενός συντρόφου. Ένα καλό γεύμα, μια όμορφη Κυριακή ή ένα περιποιημένο σπίτι έχουν αξία ακόμη κι όταν τα απολαμβάνουμε μόνοι, έχοντας παράλληλα μια γεμάτη προσωπική ζωή που δεν χρειάζεται να ακολουθεί το χρονοδιάγραμμα που έχουν φανταστεί οι άλλοι για εμάς.
Όταν η καθημερινότητα αποκτά σκηνοθεσία
Η εικόνα, ωστόσο, αρχίζει να γίνεται πιο σύνθετη, όταν η απόλαυση αυτών των στιγμών συνδέεται με την ανάγκη να καταγραφούν και να παρουσιαστούν στο κοινό. Το πρωινό τοποθετείται κοντά στο παράθυρο με την ωραία θέα, ο καφές σερβίρεται στην κατάλληλη κούπα, και το πλάνο σταματά προτού εμφανιστούν ο γεμάτος νεροχύτης ή τα ρούχα που περιμένουν δίπλωμα, δημιουργώντας μια αφήγηση στην οποία ακόμη και η πιο συνηθισμένη ημέρα μοιάζει φανταστική σαν ρομαντική ταινία. Κι όμως, το όλο σκηνικό μας θυμίζει ότι βλέπουμε την εκδοχή της καθημερινότητας, την οποία το ίδιο το άτομο επέλεξε να μοιραστεί. Όπως ένα χαμογελαστό στιγμιότυπο ενός ζευγαριού δεν αποκαλύπτει την ποιότητα της σχέσης του, έτσι και ένα ήρεμο βράδυ στον καναπέ δεν περιγράφει ολόκληρο τον συναισθηματικό κόσμο εκείνου που κάθεται αναπαυτικά μπροστά στην κάμερα.
Μέσα σε αυτή την αισθητική μπορεί εύκολα να βρει θέση και η προτροπή προς κατανάλωση, ιδιαίτερα όταν η ατμόσφαιρα της ηρεμίας συνδέεται με προϊόντα, προτάσεις αγορών ή εμπορικές συνεργασίες. Το κερί, το φωτιστικό και τα όμορφα σκεύη παύουν τότε να είναι απλώς αντικείμενα ενός σπιτιού, και γίνονται μέρος μιας υπόσχεσης ευεξίας, αφήνοντας στον θεατή την εντύπωση ότι η δική του καθημερινότητα θα ήταν πιο ευχάριστη εάν μπορούσε να αποκτήσει την ίδια εικόνα. Κάπως έτσι, ακόμη και η ξεκούραση κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη συστατικό μιας ζωής που πρέπει να δείχνει διαρκώς περιποιημένη, ενώ όλα τα… αθώα βίντεο σε προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων και εταιρειών.
Οι λογαριασμοί και οι δύσκολες νύχτες εκτός λήψης
Πίσω από την ελευθερία των επιλογών βρίσκεται και η ευθύνη να καλύπτεις μόνος όσα χρειάζεται ένα νοικοκυριό, από το ενοίκιο και τους λογαριασμούς μέχρι τις αγορές, το καθάρισμα και την αντιμετώπιση μιας βλάβης. Όταν όλα στηρίζονται σε ένα εισόδημα και στον χρόνο ενός ανθρώπου, η ανεξαρτησία αποκτά ένα κόστος που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό τις ημέρες της οικονομικής πίεσης ή της εξάντλησης. Υπάρχουν, επίσης, στιγμές που η απουσία ενός άλλου ανθρώπου γίνεται πολύ συγκεκριμένη: όταν αρρωστήσεις και χρειάζεσαι κάποιον να περάσει από το φαρμακείο, όταν επιστρέψεις έπειτα από μια δύσκολη ημέρα και θα ήθελες δίπλα σου κάποιον να μιλήσεις, ή όταν ένα απρόοπτο σε αναγκάζει να τακτοποιήσεις τα πάντα ενώ ήδη σε πιέζουν πολλές –οικονομικές και μη– υποχρεώσεις. Τότε αποκτά σημασία το δίκτυο ανθρώπων γύρω σου και το πόσο εύκολα μπορείς να απευθυνθείς σε αυτό.
Παράλληλα, η μοναχική κατοίκηση δεν προκύπτει για όλους από την ίδια διαδρομή, αφού μπορεί να αποτελεί αποτέλεσμα μιας συνειδητής απόφασης, ενός χωρισμού, μιας απώλειας ή μιας μετακόμισης για εργασία. Το ίδιο ήσυχο σπίτι μπορεί, επομένως, να προσφέρει ανακούφιση σε κάποιον, αλλά να απαιτεί επώδυνη προσαρμογή από έναν άλλον, χωρίς αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες να γίνονται πάντοτε ορατές στην οθόνη.
Πόση σύνδεση υπάρχει πίσω από την εικόνα;
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τη συνθήκη κατοίκησης από το συναίσθημα, καθώς η μοναξιά αφορά την απόσταση ανάμεσα στις σχέσεις που επιθυμούμε, και σε εκείνες που αισθανόμαστε ότι έχουμε. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζει μόνος και να διαθέτει σταθερές φιλίες, ουσιαστική επικοινωνία και βοήθεια όταν τη χρειάζεται, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να αισθάνεται παραμελημένος μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο κόσμο.
Τα ψηφιακά ημερολόγια μπορούν να προσφέρουν παρηγοριά μέσα από την αναγνώριση μιας κοινής εμπειρίας, όμως τα σχόλια και οι ακόλουθοι δεν αρκούν για να γνωρίζουμε ποιος είναι διαθέσιμος όταν η κάμερα κλείσει. Και ίσως η πιο δύσκολη πλευρά της δημόσιας… αυτάρκειας να εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε ότι η ανάγκη για παρέα μια δύσκολη ημέρα θα διαψεύσει την εικόνα της ανεξαρτησίας που έχουμε τόσο προσεκτικά χτίσει.
Όταν η κάμερα κλείσει, το σπίτι παραμένει εκεί, με τα όμορφα αντικείμενά του, τις δουλειές που περιμένουν, και τη σιωπή του, την οποία κάθε βράδυ μπορεί να βιώνουμε διαφορετικά. Κάποιες φορές θα απολαμβάνουμε αυτή την ελευθερία να μη μιλήσουμε σε κανέναν, ενώ άλλες θα αναζητούμε έναν άνθρωπο για να μοιραστούμε κάτι που μας συνέβη, χωρίς αυτή η εναλλαγή να σημαίνει ότι κάναμε λάθος επιλέγοντας να ζούμε μόνοι.
Τα “living-alone diaries” ανοίγουν χώρο για μια καθημερινότητα που για χρόνια παρουσιαζόταν ως ημιτελής, υπενθυμίζοντάς μας ότι μπορούμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να χαιρόμαστε τη ζωή μας χωρίς να περιμένουμε έναν σύντροφο «να μας συμπληρώσει». Η αξία τους, όμως, περιορίζεται όταν η εικόνα της διαρκούς ηρεμίας δημιουργεί την προσδοκία απόλυτης «ευτυχίας» μέσα από τη μοναχικότητα, ακόμη κι όταν αυτό που χρειαζόμαστε είναι να ανοίξουμε την πόρτα σε κάποιον άλλον.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα που αξίζει να κρατήσουμε καθώς αφήνουμε το κινητό στην άκρη, να είναι αν η καθημερινότητα που έχουμε δημιουργήσει μάς επιτρέπει να ακούμε τις ανάγκες μας, χωρίς να τις προσαρμόζουμε σε όσα δείχνουν απλά όμορφα στην οθόνη. Διότι μπορούμε να αγαπάμε την ησυχία του σπιτιού μας και, ταυτόχρονα, να θέλουμε κάποιον να μας χτυπήσει το κουδούνι, χωρίς να οφείλουμε εξηγήσεις για κανένα από τα δύο.



Γιώτα Χουλιάρα