Βεντέτα: Από τη Βερόνα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, μέχρι την Κρήτη και τη Μάνη

«Γιατί τόσο σπαραχτική δεν γράφτηκε ποτέ καμία, σαν της Ιουλιέτας και του Ρωμαίου την ιστορία»
– Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»

της Γιώτας Χουλιάρα

Ήταν καλοκαίρι του 1969, όταν η Finos Film ξεκίνησε στην Κρήτη τα γυρίσματα της ελληνικής αισθηματικής ταινίας «Η Νεράιδα και το Παλικάρι», σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Λάκη Μιχαηλίδη, και πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Λίγους μήνες αργότερα και, συγκεκριμένα στις 22 Δεκεμβρίου του 1969, η ταινία βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες και έκοψε ρεκόρ εισιτηρίων, παραμένοντας μέχρι και σήμερα, 52 χρόνια μετά, μία από τις πιο αγαπημένες παλιές ελληνικές ταινίες.
Αν και η κεντρική ιδέα του σεναρίου προερχόταν από το αριστούργημα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», το σενάριο είχε προσαρμοστεί στα ελληνικά δεδομένα, με κεντρικό θέμα την παλαιά έχθρα δύο σπουδαίων οικογενειών της Κρήτης, των Φουρτουνάκηδων και των Βροντάκηδων, έχοντας βέβαια, προς τέρψιν των θεατών, αίσιο τέλος.
Τα υπέροχα πλάνα από την Κρήτη (καθώς η ταινία γυρίστηκε στο Λασίθι και τα Χανιά), η ακριβή και προσεγμένη παραγωγή της Finos Film και το «Νανούρισμα» με τους υπέροχους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, το οποίο η Αλίκη Βουγιουκλάκη ερμήνευσε με ιδιαίτερο συναισθηματισμό, καθώς ήταν έγκυος στον Γιάννη Παπαμιχαήλ, αγαπήθηκαν από το κοινό. Παράλληλα, όμως, έφεραν για πρώτη φορά στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες την ιστορία μιας κρητικής βεντέτας, των διενέξεων δηλαδή που είχαν αναπτυχθεί από τον 19ο αιώνα κι έπειτα, στην ορεινή Κρήτη. Οι θεατές, μέσα από την ερωτική ιστορία των δυο πρωταγωνιστών, δεν παρακολουθούσαν απλά ένα ακόμη κινηματογραφικό “love story”, αλλά έβλεπαν και στοιχεία από την ιδιαίτερη παράδοση των Κρητικών.
Μέσα από τους έξυπνους διαλόγους και την αισθηματική ένταση, «Η Νεράιδα και το Παλικάρι» παρουσίασε στο ελληνικό κοινό το έθιμο του σασμού, όπως αυτό μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ δύο κρητικών οικογενειών που εμπλέκονται σε μακροχρόνια βεντέτα. Ενώ με ιδιαίτερη μαεστρία, ο πατήρ Νικόλας, τον οποίο ενσάρκωνε ο Νότης Περγιάλης, θυμίζοντας τον ιερέα Λαυρέντιο στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», λειτουργεί ως ειρηνοποιός – το άτομο, δηλαδή, που μεσολαβεί για να διαλυθεί η βεντέτα.

Η επιτυχία της Finos Film, λοιπόν, ήταν εκείνη που άνοιξε ουσιαστικά τον «χορό» προβολής των σημερινών τηλεοπτικών σειρών, με θέμα τη βεντέτα. Η αρχή έγινε το 1986 στην ΕΡΤ1, όπου προβαλλόταν «Η Βεντέτα a.k.a. Εκδίκηση» με τον Θάνο Λειβαδίτη. Ακολούθησε το 1999 στο Mega Channel η τηλεοπτική σειρά «Βεντέτα, ο γδικιωμός», με την Κοραλία Καράντη, και το 2009 στον ΑΝΤ1 η σειρά «Της Αγάπης Μαχαιριά» του Στράτου Μακρίδη.
Σήμερα, πλέον, τη σκυτάλη έχουν πάρει δυο νέες και άκρως φιλόδοξες τηλεοπτικές παραγωγές, οι οποίες έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη των θεατών. Ο «Σασμός», η τηλεοπτική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Σπύρου Πετρουλάκη που προβάλλεται στον Alpha, και «Η Γη της Ελιάς», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Γεωργίου, που προβάλλεται στο Mega.

Βεντέτα
Το 1595, στην αρχή ακόμη της σταδιοδρομίας του, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ έγραψε την τραγική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, η οποία έμελλε να είναι ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του, αλλά και εκείνο που χαρακτήρισε το πρωταγωνιστικό ζευγάρι ως αρχέτυπο των νέων εραστών. Για να δομήσει το έργο του, ο Σαίξπηρ βασίστηκε στην πολύχρονη βεντέτα των Καπουλέτων και των Μοντέγων. Η έχθρα των δυο οικογενειών των νεαρών εραστών, η οποία ξεκινά από μια παλιά βεντέτα, είναι ουσιαστικά εκείνη που κινεί τα νήματα της υπόθεσης και κάνει τον έρωτα των δυο νέων μια τραγική ιστορία αγάπης, καταδικασμένη να μείνει στην αιωνιότητα ως μια ανεκπλήρωτη πράξη.

Ο όρος «βεντέτα» προέρχεται από την ιταλική λέξη vendetta, η οποία, με τη σειρά της, έχει τη ρίζα της στο ιταλικό ρήμα vindico που σημαίνει διεκδικώ, τιμωρώ, εκδικούμαι. Με τον όρο «βεντέτα» χαρακτηρίζεται η αίσθηση της υποχρέωσης και της (αντ)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε είτε στον ίδιο, είτε στην οικογένειά του. «Βεντέτα», επίσης, ονομάζουμε και τις ενέργειες (για παράδειγμα τους φόνους) που γίνονται στο πλαίσιο αυτής της έχθρας.
Ουσιαστικά, πρόκειται για τον νόμο της ανταπόδοσης, ο οποίος χάνεται πίσω στον χρόνο και, ενδεχομένως, στις πρώτες οργανωμένες ανθρώπινες κοινωνίες. Από τον Κώδικα του Χαμουραμπί στη Βαβυλώνα, ο οποίος αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα κείμενα νόμων και χρονολογείται γύρω στο 1754 π.Χ., μέχρι τη βιβλική φράση «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», η αρχή της ανταπόδοσης ήταν ένα φαινόμενο που αναπτύχθηκε στις μεσογειακές, αλλά και στις αραβικές χώρες, προκειμένου να διευθετούνται οι διαφορές και να τιμωρούνται όσοι διαπράττουν εγκλήματα.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο μυθικός Ραδάμανθυς, γιος του Δία από την ένωσή του με την Ευρώπη, ο οποίος μεγάλωσε στην Κρήτη και ανατράφηκε από τον Αστερίωνα, ήταν εκείνος που εισήγαγε στην κρητική παράδοση τον νόμο της ανταπόδοσης. Πιο συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια», αναφέρει πως ο Ραδάμανθυς ήταν εκείνος που συνέταξε τον Κρητικό Κώδικα, ορίζοντας την ίση τιμωρία («μόνο σαν πάθει ό,τι έκανε, δίκη σωστή θα γίνει»). Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα πως η κρητική βεντέτα αποτελεί μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση, που έλκει την καταγωγή της από τη Μινωϊκή Εποχή, έχει επιβιώσει στο πέρασμα των χρόνων και αναζωπυρώνεται από την Τουρκοκρατία κι έπειτα, προκειμένου να διευθετούνται οι νομικές και οικονομικές διαφορές μεταξύ οικογενειών στα ορεινά της Κρήτης.

Ο κυριότερος λόγος για την έναρξη μιας βεντέτας στην Κρήτη ήταν η ζωοκλοπή, ένα φαινόμενο ιδιαίτερα συχνό κατά την εποχή της τουρκικής κατοχής. Μάλιστα, αν κάποιος έκλεβε δυο πρόβατα από την ιδιοκτησία κάποιου γείτονα, ο αδικημένος έπρεπε να αντιδράσει κλέβοντας τα διπλάσια, με το γαϊτανάκι κλοπών να συνεχίζεται και, πολλές φορές, να οδηγεί σε αντιπαραθέσεις, αλλά και φονικά μεταξύ των εμπλεκόμενων. Στην περίπτωση φονικών, οι άνδρες της οικογένειας του δολοφονημένου έπρεπε να εκδικηθούν τον θάνατό του, «χαλώντας» είτε τον φονιά του νεκρού, είτε κάποιο από τα αρσενικά μέλη της αντίπαλης οικογένειας.
Οι γυναίκες δεν αποτελούσαν ποτέ στόχο μιας βεντέτας, και ήταν πράξη ατιμίας (και δειλίας) για κάποιον να εκδικηθεί μια μακροχρόνια έχθρα, σκοτώνοντας γυναίκες από την αντίπαλη οικογένεια. Έπαιζαν, όμως, ιδιαίτερο ρόλο στους συμβιβασμούς που συχνά γίνονταν μεταξύ των δύο πλευρών. Συνήθως τον ρόλο του ειρηνοποιού αναλάμβαναν οι γηραιότεροι της εκάστοτε κοινωνίας ή ο ιερέας του χωριού.
Το έθιμο όριζε οι οικογένειες να φιλιώσουν, να επέλθει δηλαδή ο σασμός, είτε με ένα γάμο, όπου κάποια από τις γυναίκες της οικογένειας του δολοφονημένου, σπανιότερα η χήρα του, παντρευόταν κάποιον από την οικογένεια του φονιά, είτε με βάφτιση ή «συντεκτία», όπως λένε οι Κρητικοί. Στην περίπτωση της βάφτισης, οι δυο πλευρές ακολουθούσαν το έθιμο του κουτσανυχίσματος, σύμφωνα με το οποίο οι νονοί περνούν το κατώφλι των σπιτιών όπου ζουν τα παιδιά που θα βαπτιστούν και κόβουν ένα νύχι από τα δακτυλάκια τους. Με αυτό τον τρόπο, δένει πλέον ο δεσμός μεταξύ της οικογένειας του νονού και των γονέων του παιδιού που θα βαπτιστεί, και η βεντέτα τελειώνει.

Γδικιωμός
Αντίστοιχη της κρητικής ήταν και η μανιάτικη βεντέτα, η οποία κρατούσε πολλά χρόνια. Από εδώ προέρχεται και η φράση «το κράτησε μανιάτικο», περνώντας από γενιά σε γενιά.
Σε αντίθεση με την Κρήτη, στη Μάνη η βεντέτα είχε τη δική της ιδιαίτερη ορολογία. Η εθιμική πράξη αντεκδίκησης ονομαζόταν «γδικιωμός», και η δικαιοσύνη απονεμόταν μέσα από το δίκαιο του ισχυρότερου. Τον «κάλλιο», δηλαδή τον αξιότερο και σπουδαιότερο, μιας μανιάτικης πατριάς επέλεγαν οι αντίπαλοι για να πάρουν εκδίκηση. Αντίθετα, ο μη εκδικούμενος θεωρούνταν δειλός, ανάξιος και περιφρονητέος από όλη την οικογένεια.
Την τιμωρία αποφάσιζε ένα οικογενειακό συμβούλιο, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να τιμωρηθεί προσωπικά ο ένοχος της πράξης. Η βεντέτα μπορούσε να στραφεί και εναντίον άλλου μέλους της αντίπαλης οικογένειας. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκε ο λεγόμενος «γδικιωμός» ή «δικιωμός», ο οποίος αφορούσε αρχικά το σόι ή την οικογένεια, και όχι το άτομο, και είχε ως αποτέλεσμα να έρχονται σε αντιπαράθεση ολόκληρες οικογένειες. Συχνά στόχος ήταν η ολοκληρωτική εκμηδένιση της αντίπαλης οικογένειας.
Το πρώτο κτύπημα δεν γινόταν ποτέ απροειδοποίητα, καθώς η πλευρά που προκαλούσε κήρυσσε επίσημα τον πόλεμο. Χτυπούσαν οι καμπάνες, τα δυο αντίπαλα μέρη πήγαιναν στους πύργους τους και, από εκεί και πέρα, κάθε μέσο καταστροφής ήταν επιτρεπτό. Βέβαια, υπάρχουν και οι περιπτώσεις της «χωσίας», της ξαφνικής/στημένης ενέδρας, όπου οι φόνοι γίνονταν απροειδοποίητα. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως, για τους Μανιάτες, ο αιφνιδιασμός δεν ήταν πράξη ατιμωτική. Μάλιστα, αν η «χωσία» πετύχαινε, ο εμπνευστής της θεωρούνταν από την υπόλοιπη τοπική κοινωνία άξιο παλικάρι.
Ανάμεσα στα αιματηρά επεισόδια του γδικιωμού υπήρχαν και περίοδοι ανακωχής, τις οποίες ονόμαζαν «τρέβα». Τέτοιες ήταν η εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος και του μαζέματος της ελιάς. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε σε γειτονικά χωράφια με νεκρική σιγή και τη νύχτα εφοδίαζαν τους πύργους με τρόφιμα και πυρομαχικά. Ο αγώνας ξανάρχιζε μόλις τέλειωνε η συγκομιδή. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν η γενική «τρέβα» που ζήτησε ο Μαυρομιχάλης την παραμονή του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Όταν, όμως, οι αντίπαλες οικογένειες ήθελαν να φιλιώσουν, τότε ακολουθούσε το «συνέβγαλμα».
Οι έχοντες έχθρα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την παρουσία τρίτου προσώπου, προερχόμενου από μια ισχυρή, αλλά ουδέτερη οικογένεια της Μάνης, το οποίο αναλάμβανε τη συνοδεία μέλους από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις σε δημόσιο χώρο. Αυτό σήμαινε ότι το να βλάψει κάποιος τον συνοδευμένο ήταν πράξη κήρυξης πολέμου και προς την οικογένεια του συνοδού. Αν οι δύο πλευρές, μετά από συζήτηση, μπορούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση αφήνοντας πίσω την έχθρα τους, τότε συνέβαινε το λεγόμενο «ψυχικό», δηλαδή η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς), κι έτσι έληγε η μανιάτικη βεντέτα.

Οι οικογενειακές αυτές αντιπαραθέσεις, οι οποίες περνούσαν στις επόμενες γενιές ως «ευχή και κατάρα», σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να ξεκληριστούν ολόκληρες οικογένειες, με την αρχική αιτία της έχθρας να έχει ξεχαστεί στην πορεία. Γι’ αυτό, πολλές από τις οικογένειες που συμμετείχαν σ΄ αυτούς τους μακροχρόνιους οικογενειακούς πολέμους στη Μάνη, είτε μετακόμιζαν, είτε έστελναν τα παιδιά τους στο εξωτερικό.

Αντί επιλόγου

Στις μέρες μας, καθώς όλα αυτά αποτελούν αναμνήσεις μιας άλλης εποχής, η δύναμη της συγχώρεσης και η λύτρωση που μπορεί να φέρει ο «σασμός» και το «συνέβγαλμα», μοιάζουν με το αίσιο τέλος ενός παραμυθιού ή, για να είμαστε πιο σύγχρονοι, με το τέλος μιας τηλεοπτικής σειράς που έχει σκοπό να προβληματίσει, αλλά και να ψυχαγωγήσει, κι όχι να ξεσηκώσει πάθη του παρελθόντος.
Εξάλλου, όπως έλεγε και ο Ιρλανδός συγγραφέας Λώρενς Στερν: «Μόνο οι γενναίοι ξέρουν να συγχωρούν. Ένας δειλός δεν συγχωρεί ποτέ. Δεν είναι στη φύση του».



Abbvie