Ωδή στον (λίγο) χειρότερο εαυτό μας | Trend - planbemag.gr
Plan Be Mag
Trend

Ωδή στον (λίγο) χειρότερο εαυτό μας
Έχω αφεθεί, έχω βαρεθεί κι έχω βαρύνει, κύριοι…

Μάρτιος 2021, κι αν μου πεις να βάλω έναν τίτλο, θα έρθω σε δίλημμα: «Δώδεκα Μήνες Κλεισούρα» ή «Προσεχώς Ελεύθεροι»; Επειδή είμαι αισιόδοξο άτομο, θα προτιμήσω το δεύτερο. Άλλωστε, τα εμβόλια ήρθαν, το τρίτο και φαρμακερό κύμα της πανδημίας ήρθε κι αυτό, αλλά, πού θα πάει, θα φύγει, και ελπίζουμε ότι δεν θα μας μιλήσει κανείς για τέταρτο. «Προσεχώς ελεύθεροι», λοιπόν. Η άνοιξη μπήκε, το καλοκαίρι φτάνει, ας σκεφτούμε ότι όλα θα είναι καλύτερα, κι εμείς το ίδιο. Γιατί, κακά τα ψέματα, καλά δεν είμαστε.

της Λίλας Σταμπούλογλου

Αν υπήρχε τρόπος να μετρήσουμε τα νεύρα, την ενέργεια, την όρεξή μας, όπως μετράμε τη θερμοκρασία, μάλλον θα διαπιστώναμε ότι είμαστε συνεχόμενα ασθενείς. Ασθενείς και οδοιπόροι των ίδιων δρόμων, πάρκων και σημείων, όπου επιτρέπεται να βαδίσουμε όλους αυτούς τους μήνες, στέλνοντας ένα μήνυμα στο κινητό. Ζούμε τη μέρα της Μαρμότας, μια λούπα όπου μας δίνουν λίγη ελευθερία και μας την παίρνουν πίσω, όταν το σύστημα υγείας αρχίζει να ζορίζεται. Το υπομένουμε στωικά, γιατί έτσι πρέπει. Όταν πέφτεις μέσα στο μάτι του κυκλώνα, ακολουθείς τις οδηγίες διάσωσης. Και μέσα απ’ αυτό που σου επιτρέπεται, προσπαθείς να κάνεις προσομοιώσεις μιας καθημερινότητας που μοιάζει πολύ μακρινή πια. Είναι όλο και πιο δύσκολο να το κάνεις, ας το παραδεχτούμε.

«Ποια βόλτα; Σκέφτομαι ότι θα δω για χιλιοστή φορά το τετράγωνο και προτιμώ να μείνω σπίτι, ας σκουριάσω, καρφί δεν μου καίγεται!», μου έλεγε τις προάλλες φίλη, ενώ μου περιέγραφε και τι παθαίνει, όλο και πιο συχνά, τελευταία: «Αράζω στον καναπέ για ώρες, χωρίς να μπορώ να σηκωθώ. Σαν να έχω βουλιάξει σε κινούμενη άμμο». Μια άλλη μου εξιστορούσε τον δικό της κατήφορο, στον οποίο κατρακυλά χωρίς πια να φέρνει αντιστάσεις: «Πρώτα ξεκίνησα με τα ελαφριά, με σούσι. Μετά το σούσι έγινε κινέζικο, μετά μπέργκερ, μετά σουβλάκια, και η νέα μου εξάρτηση είναι να παραγγέλνω, μέρα παρά μέρα, πίτσες με βάση πατάτας. Την απεξάρτηση δεν τη σκέφτομαι προς το παρόν», ήταν η τελευταία της κουβέντα. Ένα ζευγάρι φίλων έχει κάνει το κρεβάτι, μπαρ. «Βάζουμε Netflix και ανοίγουμε κρασί. Και το ξηροκάρπι πάει σύννεφο, δίπλα στο κομοδίνο. Πέφτει και στα παπλώματα. Κατάντια, αλλά περνάει ευχάριστα το βράδυ. Και ρίχνουμε κι ένα τσακωμό ενδιάμεσα, απαραιτήτως, γιατί τα νεύρα είναι τσατάλια».

Το είπαν και οι στατιστικές: Περνάμε τις καραντίνες παρέα με λίγο παραπάνω έτοιμο φαγητό, πίνουμε λίγο περισσότερο, αποχαυνωνόμαστε μπροστά στις οθόνες, είμαστε κυκλοθυμικοί, ξαναρχίζουμε κακές συνήθειες που είχαμε κόψει, αλλάζει το ωράριό μας. Το τελευταίο, μάλιστα, μεταφράζεται για πολλούς σ’ ένα καθημερινό ξενύχτι. Άλλοι βλέπουν σειρές μέχρι το ξημέρωμα, άλλοι χαζολογούν στα social media, μια γνωστή μου έλεγε ότι την πιάνει μεταμεσονύκτια η όρεξη να κάνει δουλειές σπιτιού! Γενικώς, και ειδικά αν δεν έχεις συγκεκριμένο ωράριο τηλεργασίας, το να κάνεις τη νύχτα – μέρα είναι σύνηθες, σε μια νέου τύπου καθημερινότητα, όπου η αίσθηση του χρόνου έχει αλλάξει τη ροή των δραστηριοτήτων – όσων έχουν απομείνει, τέλος πάντων.

Μεταξύ μας, παρόμοια πράγματα μου συμβαίνουν κι εμένα. Κι αν στην αρχή φοβόμουν να το παραδεχτώ, τώρα το λέω και το φωνάζω, χωρίς ντροπή και φόβο. Έχω αφεθεί, έχω βαρεθεί κι έχω βαρύνει, κύριοι. Έχω νεύρα και κακή διάθεση, πιο συχνά απ’ ό,τι παλαιότερα. Αναβάλλω, τεμπελιάζω, αφήνω στη μέση δουλειές και δεν μπορώ να αντισταθώ σε κακές συνήθειες, που καλμάρουν για λίγο το ανικανοποίητό μου, όπως το να πάρω μια τεράστια σοκολάτα και να τη φάω όλη ή να παραγγείλω τρεις φορές τη βδομάδα απ’ έξω.

Έχετε πρόβλημα; Γιατί εγώ δεν έχω! Είναι ό,τι πιο φυσιολογικό μου έχει συμβεί ποτέ, σ’ αυτούς τους δώδεκα μήνες περιορισμού των συνηθειών και ελευθεριών μου. Των δεδομένων μου. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η κακή εκδοχή του εαυτού μου είναι η αιτία που ακόμα διατηρώ την ψυχραιμία μου.

Ο χειρότερος εαυτός μου είναι το δεκανίκι για να έχω μια κάποια ισορροπία μέσα σε μια πλήρη ανισορροπία καταστάσεων, που δεν ξέρω πότε ακριβώς θα τελειώσει. Ίσως γιατί οι αδυναμίες μου μού προσφέρουν μια αίσθηση απόλαυσης που τόσο πολύ μου λείπει.

Τώρα, πια, διαβάζω κάποια άρθρα και γελάω: «Η πανδημία είναι η τέλεια ευκαιρία για να περιποιηθείτε τον εαυτό σας, να τον κακομάθετε, να κάνετε, επιτέλους, εκείνο το βαθύ συμμάζεμα στο σπίτι που δεν είχατε ποτέ τον χρόνο να ξεκινήσετε, να επιμορφωθείτε παρακολουθώντας ένα σεμινάριο, να γίνετε κορμάρες, να ξεσκαρτάρετε τις ντουλάπες, να βάλετε στη ζωή σας ένα χόμπι, να διαβάσετε, να περάσετε δημιουργικό χρόνο με τους δικούς σας» κ.λπ. Πόσο μελάνι πληκτρολογίου χύθηκε τον τελευταίο χρόνο, για να μας κινητοποιήσει να μη βουλιάξουμε στον βούρκο του εγκλεισμού. Τα έκανα κι αυτά, ψέματα δεν θα πω. Και τα κάνω ακόμα, αλλά σταδιακά μου στερεύει η όρεξη.

Όσο περνάει ο καιρός, όλο και πιο πολύ νιώθω ότι θέλω απλώς να βουλιάξω στην κινούμενη άμμο του καναπέ μου και να περιμένω να τελειώσει αυτό το μακρύ ταξίδι της ημέρας μέσα στη νύχτα. Το ευ ζην μπορεί να περιμένει. Και το ξεσκαρτάρισμα της γκαρνταρόμπας, επίσης. Έτσι κι αλλιώς, γιατί να την ξεσκαρτάρω; Για να βρίσκω πιο εύκολα ποια φόρμα και πιτζάμα να φορέσω; Ας γελάσω και πάλι!

Οι απανταχού γκουρού της βελτίωσης, εκείνοι που γράφουν λίστες για το τι μπορείς να κάνεις στις καραντίνες και πώς η κρίση είναι ευκαιρία, δεν μου λένε τίποτα. Αντιθέτως, τώρα βρίσκω παρηγοριά σε όσους καταλαβαίνουν ότι το ν’ αφήνομαι λιγάκι και να μην πιέζω τον εαυτό μου να είναι τέλειος, ούτε καν ο καλύτερος που θα μπορούσε να είναι, είναι φυσιολογικό στις μη-φυσιολογικές συνθήκες που ζούμε. Ίσως είναι και σωτήριο, ως ένα βαθμό, γιατί με κάνει να νιώθω ζωντανή. Το λένε και οι ειδικοί: Η πανδημία μάς έχει αλλάξει, μας έχει κουράσει, μας έχει αποδυναμώσει, και δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας. Ούτε να το κουνάμε επικριτικά, όταν βλέπουμε την αλλαγή στον καθρέφτη.

Υ.Γ. «Θα καταφέρω να το κόψω;», με ρώτησε έντρομη η φίλη που παραγγέλνει αβέρτα junk food. «Η απάντηση είναι απλή», της λέω. «Μόλις σταματήσεις να φοράς μόνο κολάν και φόρμες, θα το κόψεις μαχαίρι. Γιατί θα θες να μπεις σ’ εκείνη τη φούστα που σ’ αρέσει να φοράς, όταν βγαίνουμε για ποτό». Κοιταχτήκαμε συνωμοτικά και ανοίξαμε το φυλλάδιο με το μενού της πιτσαρίας.