Αν το πέσιμο από τα σύννεφα ήταν ολυμπιακό άθλημα, θα είχαμε σαρώσει τα μετάλλια. Χρόνια τώρα πέφτουμε από τα σύννεφα με πράγματα και καταστάσεις που αφορούν τη χώρα μας, την κοινωνία μας, τη γειτονιά μας, το σπίτι μας. Κι όμως, ανεβαίνουμε ξανά. Μία απότομη προσγείωση δεν είναι ποτέ αρκετή για να μας συνεφέρει, να μας κάνει να ανοίξουμε τα μάτια, να δούμε αλλιώς τα πράγματα, να αντιδράσουμε αλλιώς.
Έλα μωρέ, παιδιά είμαστε. Θα πέσουμε από τα σύννεφα, θα χτυπήσουμε, θα λερωθούμε… Και μετά θα ανέβουμε ξανά γιατί, κακά τα ψέματα, το συννεφάκι μας είναι η ασφάλειά μας, είναι η αποστασιοποίησή μας από πράγματα και καταστάσεις που θεωρούμε ότι δεν μας αφορούν. Κακώς. Μας αφορούν περισσότερο απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε.
Η ιστορία του μικρού Άγγελου μας έχει συγκλονίσει. Κλάψαμε, έγινε το στομάχι μας κόμπος, θέλαμε να ουρλιάξουμε, αλλά αντ’ αυτού καταλήγαμε σε ένα ξεψυχισμένο “γιατί, Θεέ μου;”. Ένα γιατί που δεν θα απαντηθεί ποτέ από τον Θεό, τον όποιον Θεό πιστεύει ο καθένας, αλλά επιβάλλεται να απαντηθεί από εμάς. Μήπως δεν μιλάμε όσο πρέπει; Μήπως δεν αντιδρούμε όσο πρέπει; Μήπως κλείνουμε τα μάτια και τα αυτιά στον πόνο που υπάρχει γύρω μας, είτε γιατί φοβόμαστε να τον αντιμετωπίσουμε, είτε γιατί θεωρούμε ότι είναι μακριά μας και δεν μας πέφτει λόγος;
Μας πέφτει και μας παραπέφτει. Κι ό,τι μοιάζει μακριά μας, μπορεί κάποια στιγμή να χτυπήσει τη δική μας πόρτα. Να μπει στο σπίτι μας, να γίνουμε εμείς αυτό που φοβούνται οι άλλοι να αντιμετωπίσουν ή αυτό που θα βλέπουν ως απαθείς θεατές.
Η εμμονή της ανάπαυσης στο σύννεφο από το οποίο πέφτουμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μας έκανε επιλεκτικά διακριτικούς, επικριτικούς και ομιλητικούς. Πολύ εύκολα κρίνουμε και σχολιάζουμε με φίλους και γνωστούς ντυσίματα, κιλά, σεξουαλικές προτιμήσεις κι ό,τι άλλο κλωτσάει στη δική μας αισθητική χάριν της κουβέντας και του χαβαλέ. Πολύ εύκολα, επίσης, για τους ίδιους λόγους θα νιώσουμε οίκτο για κάποια που δεν έχει παντρευτεί ή δεν έχει παιδιά, θα νιώσουμε αηδία για επιλογές που εμείς οι καθήμενοι επί του συννέφου δεν θα κάναμε ποτέ γιατί έχουμε και κάποιο επίπεδο, και πάει λέγοντας. Και όλα αυτά θα τα πούμε, θα τα μοιραστούμε, δεν θα τα κρατήσουμε μέσα μας παίζοντάς το διακριτικοί.
Όταν, όμως, ακούμε ύποπτες φωνές στο δίπλα διαμέρισμα, όταν βλέπουμε κάποια σημάδια κακοποίησης σε γυναίκες, άντρες ή παιδιά –η κακοποίηση είναι κακοποίηση ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας–, όταν κάτι ξενίζει και ενοχλεί ουσιαστικά, τότε και μόνο τότε θα αποφασίσουμε να είμαστε διακριτικοί και θα πούμε “έλα μωρέ, τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει ο καθένας στο σπίτι του;”.
Κι αμέσως μετά, θα πέσουμε από τα σύννεφα όταν χαθεί κάποια ζωή, όταν χαροπαλεύει κάποιος σε ένα νοσοκομείο, όταν πλέον μία τραγωδία δεν έχει κανένα περιθώριο κάθαρσης. Δεν ήξερα, δεν άκουσα, δεν είδα, δεν έδωσαν δικαιώματα στη γειτονιά… Δεν… Δεν πάει έτσι. Δεν πάει άλλο…
Πρέπει να βλέπουμε, να ακούμε, να μιλάμε. Σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να προλάβουμε καταστάσεις, να αποτρέψουμε καταστροφές, να ξαναγράψουμε ιστορίες που γέμισαν με λάθος λόγια και εικόνες.
Η απάθεια για τα όσα συμβαίνουν στην κοινωνία, στην πολιτική, στη χώρα μας, στη χώρα του γείτονα μας, στον κόσμο μας, είναι επικίνδυνη. Οι αποστάσεις δεν είναι τόσο μεγάλες όσο νομίζουμε. Και το πρόβλημα του άλλου είναι πιο δίπλα μας απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε.
Να ξυπνήσουμε και να βάλουμε στόχο να λιγοστεύουν μέρα με τη μέρα οι Άγγελοι που φεύγουν άδικα, και όλα αυτά τα “γιατί, Θεέ μου;” που βγαίνουν “πνιχτά” από μέσα μας μετά από κάθε τραγωδία…



Θεόδουλος Παπαβασιλείου