Η λέξη «Υγεία» συνοδεύεται συνήθως από μια συγκεκριμένη εικόνα: ένας άνθρωπος στο ιατρείο, μια σειρά εξετάσεων, μια διάγνωση, μια θεραπεία. Σαν η συζήτηση να ξεκινά μόνο όταν κάτι πάψει να λειτουργεί. Σαν η Υγεία να είναι συνυφασμένη αποκλειστικά με την ασθένεια. Κι όμως, έχουμε αντιληφθεί πλέον (κάλλιο αργά, παρά ποτέ…) ότι, στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πολυσύνθετος. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, η υγεία του να διαφέρει;
Η κινητοποίηση σχετικά με την υγεία μας δεν αφορά μόνο τη στιγμή που θα περάσουμε την πόρτα ενός νοσοκομείου. Αφορά την ίδια την καθημερινότητά μας.
Είναι η πρόληψη που μπορεί να μας γλιτώσει από μια μεγάλη περιπέτεια. Είναι η γνώση που μας βοηθά να αναγνωρίζουμε τα «σημάδια» ότι κάτι δεν πάει καλά – τόσο στον εαυτό μας, όσο και σε ένα δικό μας άνθρωπο. Είναι η διατήρηση της ψυχικής μας ισορροπίας, η διαμόρφωση μιας υγιούς κοινωνικής ζωής, η δυνατότητα να εργαζόμαστε, να είμαστε ενεργοί σωματικά και πνευματικά, να σχεδιάζουμε το αύριο. Να ονειρευόμαστε.
Αλλά και εάν/όταν μια ασθένεια εμφανιστεί, το σύστημα υγείας να μη μας αντιμετωπίζει ως έναν απρόσωπο ιατρικό φάκελο, αλλά ως ανθρώπους. Πρωτίστως ως ανθρώπους, ανεξαρτήτως κοινωνικο-οικονομικών χαρακτηριστικών, με αισθήματα, ανασφάλειες και αγωνίες, και κυρίως με την ανάγκη να νιώθουμε ορατοί και υπολογίσιμοι από το σύστημα υγείας σε μια δύσκολη στιγμή.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση γύρω από την Υγεία αρχίζει να αλλάζει. Είναι πλέον ηλίου φαεινότερο ότι, όσο θεμελιώδους σημασίας κι αν είναι, δεν αρκεί να μιλάμε μόνο για νέες θεραπείες και τεχνολογικά επιτεύγματα της Ιατρικής. Διότι αυτά αποτελούν μόνο τη μισή εικόνα. Η άλλη μισή αφορά στους λήπτες –αλλά και δυνάμει λήπτες– των υπηρεσιών υγείας. Μόνο έτσι συμπληρώνεται το κάδρο· μόνο έτσι μπορούν να ληφθούν, τελικά, ουσιαστικές αποφάσεις.
Παράλληλα με τη φαρμακευτική καινοτομία και τις πολλά υποσχόμενες ανακοινώσεις στα μεγάλα ιατρικά συνέδρια, οφείλουμε να μιλάμε και για ισότιμη πρόσβαση σ’ αυτές τις προηγμένες θεραπευτικές λύσεις (με γνώμονα τον ίδιο τον ασθενή, όχι μόνο λογιστικούς όρους), για διεπιστημονική προσέγγιση των ασθενειών, για υψηλή ποιότητα ζωής, για αξιοπρέπεια, για αποστιγματοποίηση, για την ψυχολογική υποστήριξη ως ενός εκ των ων ουκ άνευ στοιχείου της θεραπευτικής διαδικασίας, για εγγραμματοσύνη υγείας του ευρέος κοινού – ασθενών και μη.
Και κάτι εξαιρετικά σημαντικό: η Υγεία δεν είναι αποκλειστική ευθύνη του γιατρού, ούτε του ίδιου του ασθενή. Η Υγεία θα πρέπει να ξεκινά και να βασίζεται σε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας και πολίτη. Η Πολιτεία έχει εξίσου μεγάλη ευθύνη να επενδύσει σε ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και ουσιαστικά ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας, ενισχύοντας την πρόληψη, μειώνοντας τις ανισότητες και προάγοντας την εγγραμματοσύνη υγείας, ώστε η ενημέρωση να γίνεται δύναμη, και όχι πηγή σύγχυσης.
Ας μην ξεχνάμε, όμως, και τη δική μας, ατομική ευθύνη. Η φράση «υγεία δεν είναι μόνο η απουσία ασθένειας», όσο κλισέ κι αν ακούγεται, δεν παύει να είναι απόλυτα καίρια. Η καλή υγεία ξεκινά από έναν προσεγμένο τρόπο ζωής – με ισορροπημένη διατροφή, συχνή φυσική δραστηριότητα, καλή διαχείριση του άγχους, συνέπεια στις προληπτικές εξετάσεις και ενημέρωση από αξιόπιστες πηγές. Γιατί, καμιά φορά, πέρα από τις ενδεχόμενες μη ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες, πιο τοξικοί για την υγεία μας αποδεικνυόμαστε εμείς οι ίδιοι.



Μαρία Λυσάνδρου