Η Κατερίνα Μπιλάλη και ο Κωνσταντίνος Κυριακού δεν ήταν ποτέ για τα εύκολα. Τα έργα με τα οποία καταπιάνεται η ομάδα τους, THEARTES, καταδύονται πάντα σε ένα βαθύτερο επίπεδο των θεμάτων που πραγματεύονται, «ξεκλειδώνοντας» νέες οπτικές και προβληματισμούς για το κοινό. Το φετινό τους εγχείρημα προχωρά ένα βήμα παραπέρα: συνδυάζει το «Νόρα ή Το κουκλόσπιτο» του Ίμπσεν με τον «Φάουστ» του Γκαίτε παντρεύοντας τη φιλοσοφία με τον ρεαλισμό, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί η πατριαρχική εξουσία και οι τιμωρητικές πρακτικές της. Από τις 5 Μαρτίου, με το “Nora: The Hell’s House”, η Κατερίνα και ο Κωνσταντίνος θα βρίσκονται στο Θέατρο Bios. Και αυτή η κουβέντα μαζί τους οδηγεί σε ένα μόνο συμπέρασμα: αυτή την παράσταση πρέπει να τη δεις.
Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να φέρετε τη «Νόρα» του Ίμπσεν σε δημιουργικό διάλογο με τον «Φάουστ» του Γκαίτε και ποιο ερώτημα θέλατε να παραμείνει ανοιχτό στο τέλος της παράστασης;
Κατερίνα: Ο Κωνσταντίνος είχε αυτήν την πρωτότυπη ιδέα, την οποία βρήκα εξαιρετικά ευφυή, γιατί τα φιλοσοφικά ερωτήματα του Γκαίτε έρχονται να δώσουν νέους δρόμους στους ρεαλιστικούς προβληματισμούς τού Ίμπσεν. Η φιλοσοφία και ο ρεαλισμός ασχολούνται με τα ίδια καίρια ζητήματα, τα οποία αφορούν στον τρόπο σκέψης και τη στάση ζωής των δύο φύλων, έτσι όπως υιοθετήθηκαν και αφομοιώθηκαν από το πατριαρχικό σύστημα εδώ και αιώνες.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτό το “πάντρεμα” έχουν σχέση με τον καθορισμό των επιλογών μας, με την αμφισβήτηση του υπάρχοντος φαλλοκρατισμού, με το τίμημα της επιθυμίας, με την τόλμη, τις κοινωνικές συμφωνίες, τις έμφυλες σχέσεις και, φυσικά, με το γυναικείο ζήτημα.
Κωνσταντίνος: Η δραματουργία μας από μία διπλή ανάγκη: αφ’ ενός, να επιστρέψουμε στο θεατρικό Νόρα ή Το κουκλόσπιτο του Χένρικ Ίμπσεν ως έργο βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό, και αφ’ ετέρου να το θέσουμε σε γόνιμο διάλογο με τον Φάουστ του Γκαίτε, ένα από τα κορυφαία κείμενα της δυτικής σκέψης γύρω από την επιθυμία, τη γνώση και το τίμημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων δεν επιδιώκει μια φιλολογική συγκόλληση, αλλά μια δραματουργική σύγκρουση γεμάτη ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το κοινό της παράστασής μας.
Στο Nora: The Hell’s House μετατοπίζετε το βάρος από τη φυγή στο τίμημά της. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η κοινή σας απόφαση και τι σημαίνει σήμερα, κοινωνικά και πολιτικά, για εσάς αυτή η μετατόπιση;
Κατερίνα: Θελήσαμε να δώσουμε μια οπτική απο-ρομαντικοποίησης και να στραφούμε σε μια πιο πολιτική τοποθέτηση καταδεικνύοντας την πατριαρχική εξουσία και τις τιμωρητικές πρακτικές της. Η Νόρα πλήρωσε τη φυγή της με ένα ακριβό τίμημα, τιμωρήθηκε από τους κρατούντες για την απόκλισή της από την κανονικότητα. Σήμερα, η μετατόπιση, η έμφαση στο τίμημα είναι άκρως επίκαιρη, όταν για κάθε γυναίκα που τολμάει να μιλήσει κατά των πατριαρχικών πρακτικών, που τολμάει να φύγει από τον προκαθορισμένο ρόλο της, υπάρχει ακόμα ο χλευασμός και η τιμωρία της, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο.
Κωνσταντίνος: Το ιμπσενικό θεατρικό είναι ένα έργο που, παρά τη ριζοσπαστικότητά του, έχει συχνά εγκλωβιστεί σε μια αναγνωρίσιμη, σχεδόν καθησυχαστική ανάγνωση: η Νόρα ως σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης, ο Τόρβαλντ ως πατριαρχικό στερεότυπο, το τέλος ως ηθική δικαίωση. Με το θεατρικό μας έργο Nora: The Hell’s House θελήσαμε να απομακρυνθούμε από αυτήν τη βεβαιότητα. Όχι για να την αναιρέσουμε, αλλά για να την επαναπροσδιορίσουμε, καθώς τα δεδομένα της εποχής του Ίμπσεν έχουν αφήσει ένα πολύ αδρό ίχνος στο DNA της πατερναλιστικής κοινωνίας μας, με πολλά κληρονομημένα θέσφατα να επηρεάζουν και να καθορίζουν τόσο την κοινωνική μας αντίληψη όσο και την αφομοιωμένη μας α-συναίσθηση για την ανισότητα των φύλων.
Η σχέση σας ως συν-δημιουργών φαίνεται να βασίζεται στον διάλογο και το “παιχνίδισμα”. Πώς λειτουργεί πρακτικά αυτή η συνεργασία και πού συναντιούνται –ή συγκρούονται– οι καλλιτεχνικές σας οπτικές;
Κατερίνα: Με το παιχνίδισμα η σκέψη δοκιμάζεται στο σώμα και τον χώρο, με μια διάθεση ανακάλυψης και αναδιατύπωσης. Ο τρόπος αυτός είναι και για τους δύο πολύ δημιουργικός και μας ανοίγει ένα μεγάλο πεδίο εξερεύνησης. Η σύγκρουση είναι στο επίπεδο μιας αλληλοσυμπλήρωσης και το αποτέλεσμα είναι συνθετικό, γιατί αν συνέβαινε διαφορετικά δεν θα ήταν βιώσιμο.
Κωνσταντίνος: Το Θέατρο είναι συνύπαρξη! Το Θέατρο είναι διάλογος! Το Θέατρο είναι παιχνίδι! Αυτό που έχουμε καταφέρει με την Κατερίνα, ως συν-δημιουργοί, είναι να μετατρέψουμε το Θέατρο σε ένα σημείο τομής μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας, μια μεταθεατρική περιοχή όπου η μυθοπλασία γίνεται πραγματικότητα, όπου όλα είναι δυνατά να συμβούν, επειδή όλα μπορούν να συμβούν σε ένα θέατρο, ακριβώς επειδή είναι Θέατρο. Οπότε μέσα σε αυτό το θεατρικό χωροχρονικό σύμπαν μας, λειτουργούν δημιουργικά οι καλλιτεχνικές μας οπτικές.
Αν η Νόρα δεν είναι πια σύμβολο αλλά άνθρωπος που πράττει, ποια ευθύνη μεταφέρεται, τελικά, στο κοινό φεύγοντας από την αίθουσα;
Κατερίνα: Η Νόρα είναι άνθρωπος που είχε συναινέσει στον στερεοτυπικό της ρόλο ως μητέρα και ως σύζυγος, μέχρι που θέλησε να αποσύρει αυτή τη συναίνεση. Και σε αυτό το σημείο επανέρχεται από το βάθος του προηγούμενου αιώνα το ερώτημα που θέτει ο αφομοιωμένος πατριαρχισμός: “Γιατί τώρα;”. Είναι ένα ερώτημα που έχει ακουστεί πολύ στην εποχή του metoo. Αναρωτιούνται, γιατί επέλεξε μια γυναίκα να μιλήσει, να πράξει, τη χρονική στιγμή που ήταν έτοιμη ή που τα γεγονότα την ώθησαν προς αυτό. Φαίνεται ανεξήγητο για κάποιους γιατί μια γυναίκα συνειδητοποίησε τη θέση της στον χρόνο που της χρειαζόταν. Ξέρετε τι απαντώ εγώ σε αυτό; Γιατί έτσι!!! Το κοινό ας αναρωτηθεί πόσα “Γιατί τώρα;” έχει πει, και αν μετά από την παράσταση παραμένει το ερώτημα ή αν έχουν φωτιστεί ενδεχόμενα, ας αναρωτηθεί κατά πόσο η απόσυρση από τον δοσμένο ρόλο μας είναι απαραίτητη ή αν είναι εύκολη. Η ευθύνη, ίσως, έγκειται στην επεξεργασία των ερωτημάτων.
Η παράσταση λειτουργεί ως ένδειξη ότι το κίνημα του metoo όσο και αν ησύχασε, όσο και αν πολεμήθηκε με το πρόσχημα της εναντίωσης στον δικαιωματισμό, θα είναι πάντα παρόν ως άκρατη ανάγκη αντίστασης και επίθεσης σε ένα σάπιο και διεφθαρμένο πατριαρχικό σύστημα, για να μη νιώθουμε όπως η Νόρα όταν λέει: «Κάθε φορά που σωπαίνω κάτι μέσα μου πεθαίνει».
Κωνσταντίνος: Το έργο μας δεν επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα εάν η Νόρα είχε δίκιο. Επιμένει σε κάτι πιο ανησυχητικό: στο ότι η κοινωνία χρειάστηκε να τη χαρακτηρίσει άρρωστη, για να συνεχίσει να λειτουργεί. Το έργο ολοκληρώνεται όχι με λύση, αλλά με την ευθύνη τού κοινού να αναμετρηθεί με πάμπολλα ερωτήματα που μαστίζουν την κοινωνική, φυλετική, έμφυλη ανισότητα, όπως: το τίμημα της ελευθερίας, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, την ενδοοικογενειακή βία σε όλες της τις μορφές, τον σωματικό, λεκτικό και ψυχολογικό βιασμό, τη ρήξη με την κοινωνική κανονικότητα, τη σύγκρουση με την αδικία, και πολλά άλλα.
Περισσότερα για την παράσταση εδώ



Planbe team

