Ο υποθυρεοειδισμός και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto αποτελούν δύο παθήσεις, τις οποίες εμφανίζει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων παγκοσμίως. Έρευνες έχουν δείξει ότι ο υποθυρεοειδισμός παρατηρείται στο 5-12% του παγκόσμιου πληθυσμού, με ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά να παρατηρούνται για τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Τι είναι, όμως, αυτές οι παθήσεις, ποια τα συμπτώματά τους και ποια η θεραπευτική τους αντιμετώπιση;
Όπως σημειώνει ο δρ. Κωνσταντίνος Σέγκος, Ενδοκρινολόγος – Διευθυντής Ενδοκρινολογικής Κλινικής στο Metropolitan General, ο θυρεοειδής είναι ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται χαμηλά και μπροστά στον λαιμό, και παράγει τις θυρεοειδικές ορμόνες (με σημαντικότερες τις Τ4 και Τ3), οι οποίες μεταφέρονται μέσω του αίματος σε όλο το σώμα. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν όλα τα κύτταρα του σώματος και ρυθμίζουν τον μεταβολισμό, δηλαδή το πόσο «γρήγορα» λειτουργούν τα όργανα του οργανισμού. Κάποιες παθήσεις κάνουν τον θυρεοειδή να υπολειτουργεί, ενώ άλλες να υπερλειτουργεί. Όταν ο θυρεοειδής υπολειτουργεί, η πάθηση ονομάζεται «υποθυρεοειδισμός».
Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα του θυρεοειδούς. Σε κάποιους ανθρώπους το ανοσοποιητικό σύστημα μπερδεύεται, αντιλαμβανόμενο κάποιους ιστούς του ίδιου του οργανισμού ως ιούς, με αποτέλεσμα να προσπαθεί να τους καταστρέψει. Σε μια τέτοια περίπτωση έχουμε αυτοάνοσο νόσημα. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι το πιο συχνό αυτοάνοσο νόσημα του ανθρώπινου σώματος, έχοντας και ισχυρή κληρονομική προδιάθεση. Λόγω της ζημιάς αυτής που προκαλεί στον θυρεοειδή, προκαλεί υπολειτουργία του θυρεοειδούς, δηλαδή υποθυρεοειδισμό.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετοί μπορεί να έχουν θυρεοειδίτιδα Hashimoto, αλλά να μην εμφανίζουν υποθυρεοειδισμό, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να πάρει αρκετούς μήνες, χρόνια, ή και δεκαετίες. Επίσης, σε όσους δεν έχουν αφαιρέσει τον θυρεοειδή, η θυρεοειδίτιδα Hashimoto αποτελεί μακράν την πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού, με πάνω από το 95% των ασθενών με υποθυρεοειδισμό να έχουν υποκείμενη θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
Υποθυρεοειδισμός: τα συμπτώματα
Ο υποθυρεοειδισμός προκαλεί μια πλειάδα συμπτωμάτων, επηρεάζοντας όλο το σώμα. Κάνει όλους τους ιστούς να λειτουργούν πιο «αργά», με αποτέλεσμα να προκαλεί κόπωση, έλλειψη ενέργειας, θολή σκέψη, υπνηλία, αύξηση βάρους ή δυσκολία στην απώλεια βάρους, δυσανεξία στο κρύο, ξηροδερμία, τριχόπτωση και λέπτυνση των τριχών, δυσκοιλιότητα, βραδύτερο καρδιακό ρυθμό, πρήξιμο, ενώ ειδικά στις γυναίκες μπορεί να προκαλέσει διαταραχή κύκλου, υπογονιμότητα και επιπλοκές στην εγκυμοσύνη.
Στις εξετάσεις, επίσης, μπορεί να φανούν αλλαγές στην αρτηριακή πίεση, στα λιπίδια του αίματος και μειωμένος βασικός μεταβολισμός. Μακροπρόθεσμες επιπλοκές του αρρύθμιστου θυρεοειδούς μπορεί να είναι η αύξηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και άλλων παθήσεων. Τέλος, πολύ σοβαρός υποθυρεοειδισμός χωρίς υποκατάσταση μπορεί σε ειδικές περιπτώσεις να οδηγήσει σε μία σοβαρή οξεία κατάσταση με σημαντική θνητότητα, που λέγεται μυξοιδηματικό κώμα.
Σημειωτέον ότι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto προκαλεί συμπτώματα μέσω του υποθυρεοειδισμού. Έτσι, αν δεν υπάρχει υποθυρεοειδισμός, η θυρεοειδίτιδα Hashimoto συνήθως δεν προκαλεί άλλα συμπτώματα, εκτός από διαταραχές κύκλου και γονιμότητας.
Διάγνωση
Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto διαγιγνώσκεται βάσει εξετάσεων αίματος (anti-TPO και Anti-TG), ή/και μέσω υπερήχου θυρεοειδούς (αν πραγματοποιηθεί υπέρηχος από έμπειρο ιατρό, μπορεί να ανιχνευθούν αλλοιώσεις στον θυρεοειδή συμβατές με θυρεοειδίτιδα Hashimoto).
Ο υποθυρεοειδισμός διαγιγνώσκεται βάσει εξετάσεων αίματος, με τη μέτρηση των εξετάσεων θυρεοειδικής λειτουργίας (TSH, free T4, και σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις free T3 ή total T3). Οι εξετάσεις αυτές είναι χρήσιμες και για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Η θεραπεία
Η πρωταρχική θεραπεία του υποθυρεοειδισμού είναι η υποκατάσταση με λεβοθυροξίνη (μια ουσία που στην Ελλάδα κυκλοφορεί με διάφορες εμπορικές ονομασίες). Η λεβοθυροξίνη είναι συνθετική ορμόνη με χημική σύσταση πανομοιότυπη με την ανθρώπινη θυρεοειδική ορμόνη Τ4. Έτσι, σε ανθρώπους με υποθυρεοειδισμό, δίνοντας Τ4 υποκαθιστούμε τη θυρορμόνη που βρίσκεται σε έλλειψη.
Το 90-95% των ασθενών παρατηρεί πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων με τη λεβοθυροξίνη. Ένα μικρό ποσοστό ασθενών, της τάξης του 5-10%, εξακολουθεί να έχει υποθυρεοειδικά συμπτώματα, παρά τη θεραπεία, με αποτέλεσμα να χρειάζεται μία ειδικότερη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Είναι σημαντικό, όποτε αρχίζει ή τροποποιείται η δόση της λεβοθυροξίνης, να γίνεται επαναμέτρηση της TSH/free T4 μετά από 6 εβδομάδες, για να επιβεβαιώσουμε ότι η νέα δοσολογία είναι σωστή, ή να δούμε αν χρειάζεται επαναπροσαρμογή. Όταν επιβεβαιωθεί η σωστή δοσολογία, η παρακολούθηση γίνεται συνήθως ανά 6-12 μήνες, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, ή στην εγκυμοσύνη, όπου η παρακολούθηση είναι πολύ πιο συχνή.
Όσον αφορά τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto, στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία.
Για ποιους λόγους δεν αισθάνομαι καλά, παρόλο που λαμβάνω θυρορμόνη;
Όπως εξηγεί ο δρ. Σέγκος, ορισμένοι από τους λόγους που δεν αισθάνονται καλά οι ασθενείς ή και νιώθουν χειρότερα με την υποκατάσταση θυρεοειδικών ορμονών, μπορεί να είναι οι ακόλουθοι:
- Η δόση της θυροξίνης μπορεί να μην είναι σωστή. Αυτό σίγουρα ισχύει όταν οι εξετάσεις της θυρεοειδικής λειτουργίας είναι εκτός των φυσιολογικών ορίων. Ωστόσο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ακόμα και αν οι εξετάσεις φαίνονται φυσιολογικές, υπάρχει περίπτωση η δόση να χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή. Παραδείγματος χάριν, τα προτεινόμενα φυσιολογικά όρια για την TSH είναι διαφορετικά στις εγκύους, στις γυναίκες με υπογονιμότητα, στους υπερήλικες, στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, στους ασθενείς με καρκίνο θυρεοειδούς, στους ασθενείς με κεντρικό υποθυρεοειδισμό κ.ο.κ..
- Η ίδια η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού ίσως είναι λανθασμένη. Έρευνες έχουν δείξει ότι έως και 1 στους 3 ασθενείς που λαμβάνει θεραπεία με θυρορμόνη δεν έχει αληθή υποθυρεοειδισμό, και η θεραπεία τους με θυρορμόνη μπορεί να διακοπεί επιτυχώς.
- Μπορεί να υπάρχει μία ταυτόχρονη αδιάγνωστη ασθένεια, η οποία έχει συμπτώματα που αλληλεπικαλύπτονται με τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού.
Ειδικοί πληθυσμοί
«Η προσέγγιση στη θυρεοειδίτιδα Hashimoto και στον υποθυρεοειδισμό είναι διαφορετική στις γυναίκες που κυοφορούν, και στις γυναίκες με υπογονιμότητα. Ανάλογα με την κλινική περίπτωση, διαφορετικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούνται για την έναρξη της θυροξίνης, και την προσαρμογή της δοσολογίας της θυροξίνης.
Είναι πολύ σημαντικό ότι οι εγκυμονούσες με υποθυρεοειδισμό συνήθως χρειάζονται άμεση προσαρμογή της δόσης της θυροξίνης με το που ανακαλύψουν ότι είναι έγκυες, καθώς έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις θυρεοειδικών ορμονών σε σύγκριση με τις βασικές τους απαιτήσεις πριν την εγκυμοσύνη.
Οι έγκυες γυναίκες χρειάζονται, επίσης, πολύ συχνή εργαστηριακή παρακολούθηση με αυστηρό έλεγχο των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών, ξεκινώντας αμέσως με το που μαθαίνουν για την εγκυμοσύνη τους, ώστε να αποφύγουν επιπλοκές της κύησης που σχετίζονται με τον υποθυρεοειδισμό, όπως η προεκλαμψία, ο πρόωρος τοκετός, η αποβολή, το χαμηλό βάρος γέννησης, η δυσμενής επίδραση στην εμβρυϊκή νευρογνωστική ανάπτυξη κ.λπ. Έτσι, η στενή παρακολούθηση και θεραπεία από ενδοκρινολόγο είναι υψίστης σημασίας», καταλήγει ο δρ. Σέγκος.



