Καλλιόπη Χάσκα | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Καλλιόπη Χάσκα
Συνεντεύξεις

Καλλιόπη Χάσκα: «Ας γιορτάζουμε τις γυναίκες που δεν συμβιβάζονται!»

Η Καλλιόπη Χάσκα μπορεί να παρομοιαστεί με έντονο καιρικό φαινόμενο: «σίφουνας», «τυφώνας», «ανεμοστρόβιλος». Είναι σαρωτική· σαρωτική ως ενέργεια, σαρωτική και ως συνομιλήτρια. Μιλάει με πάθος για τη δουλειά της, εξηγεί γιατί δεν πιστεύει πολύ στην τύχη και δηλώνει αποφασισμένη, μετά τα δύσκολα χρόνια στην Αμερική, να «ξεζουμίσει» τώρα τη ζωή σε όλα τα επίπεδα. Φέτος θα πρωταγωνιστεί στο «Grand Hotel» του ΑΝΤ1, υποδυόμενη την Αλίκη – ένα χαρακτήρα με τον οποίο, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει κοινά. Αυτό, όμως, είναι που την ιντριγκάρει και περισσότερο: δεν θέλει να επαναπαυτεί παρουσιάζοντας τα αναμενόμενα, αλλά να βρει τρόπους να κάνει την «Αλίκη» της ενδιαφέρουσα. Τα λέει πολύ ωραία, της το αναγνωρίζεις. Προφανώς και δεν τη λένε τυχαία «Καλλιόπη».

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Η Καλλιόπη Χάσκα μπορεί να παρομοιαστεί με έντονο καιρικό φαινόμενο: «σίφουνας», «τυφώνας», «ανεμοστρόβιλος». Είναι σαρωτική· σαρωτική ως ενέργεια, σαρωτική και ως συνομιλήτρια. Μιλάει με πάθος για τη δουλειά της, εξηγεί γιατί δεν πιστεύει πολύ στην τύχη και δηλώνει αποφασισμένη, μετά τα δύσκολα χρόνια στην Αμερική, να «ξεζουμίσει» τώρα τη ζωή σε όλα τα επίπεδα. Φέτος θα πρωταγωνιστεί στο «Grand Hotel» του ΑΝΤ1, υποδυόμενη την Αλίκη – ένα χαρακτήρα με τον οποίο, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει κοινά. Αυτό, όμως, είναι που την ιντριγκάρει και περισσότερο: δεν θέλει να επαναπαυτεί παρουσιάζοντας τα αναμενόμενα, αλλά να βρει τρόπους να κάνει την «Αλίκη» της ενδιαφέρουσα. Τα λέει πολύ ωραία, της το αναγνωρίζεις. Προφανώς και δεν τη λένε τυχαία «Καλλιόπη».

Ξεκίνησες πέρυσι με έναν πολύ αβανταδόρικο ρόλο στη «Μάγισσα» και συνεχίζεις φέτος ως πρωταγωνίστρια στο “Grand Hotel”. Πού αποδίδεις εσύ αυτό το τόσο δυναμικό ξεκίνημα; Είναι θέμα καλού timing; Καλού βιογραφικού; Πολλής δουλειάς; Τύχης…;

Σίγουρα είναι ένας συνδυασμός διαφόρων παραμέτρων. Έχω πολλή ευγνωμοσύνη για το πώς μου έχουν έρθει τα πράγματα και καταλαβαίνω πως για τον κόσμο που με γνωρίζει τώρα φαίνεται ότι όλα ήρθαν γρήγορα και στρωτά, αλλά η αλήθεια είναι πως ό,τι μου έχει έρθει είναι κατά ένα μεγάλο βαθμό απόρροια χρόνων δουλειάς και μελέτης.

Δεν πιστεύω πολύ στην τύχη. Αναγνωρίζω την αξία της καλής συγκυρίας. Πολλά πράγματα δεν περνάνε από τα χέρια μας, ειδικά στη δουλεία του ηθοποιού, αλλά πιστεύω πολύ στη σκληρή δουλειά. Χωρίς αυτή, όποια τύχη και να συναντήσεις, το πιο πιθανόν είναι πως θα σε προσπεράσει.

Επίσης, όταν η επιτυχία είναι αποτέλεσμα μόχθου, τότε είναι και πολύ πιο γλυκιά. Για παράδειγμα, τα χρόνια που σπούδασα στην Αμερική ήταν σίγουρα τα πιο δύσκολα στη ζωή μου, αλλά δε θα άλλαζα τίποτα, γιατί εκτός από τα προφανή, την παιδεία που έλαβα και τις προσλαμβάνουσες, τώρα για το κάθε επαγγελματικό βήμα έχω τεράστια ευγνωμοσύνη.

Πώς μελετάς ένα ρόλο; Ποια είναι για σένα η διαδικασία;

Το χτίσιμο ενός ρόλου είναι για εμένα ένα από τα πιο διασκεδαστικά και πνευματικώς διεγερτικά κομμάτια της δουλειάς. Σου δίνεται ένα πλαίσιο, το σενάριο της σειράς και το όραμα του σκηνοθέτη δηλαδή, μέσα στο οποίο εσύ έχεις άπειρες δυνατότητες να δημιουργήσεις μια προσωπικότητα, έναν ολόκληρο άνθρωπο. Τον ψυχικό του κόσμο, τον τρόπο που εκφέρει τον λόγο, την ποιότητα της φωνής του, το πώς κινείται και στέκεται και υπάρχει μέσα στο σώμα του, το συνειδητό και το ασυνείδητό του, το γιατί συναναστρέφεται με τον κάθε άνθρωπο στη ζωή του διαφορετικά, τις διάφορές του ποιότητες, όλα τα ελαττώματά του που τον κάνουν τέλειο.

Δεν θα μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες ως προς τη διαδικασία που ακολουθώ, αλλά θα πω ότι όταν δουλεύω ένα ρόλο, μου αρέσει να υπάρχω μέσα σ’ αυτόν συνέχεια. Μου αρέσει τα βιβλία που διαβάζω, οι ταινίες και οι σειρές που βλέπω να είναι της εποχής και του γεωγραφικού χώρου του χαρακτήρα.

Ευχαριστιέμαι πολύ να φτιάχνω μουσικά playlists για τους χαρακτήρες μου και να τα έχω να παίζουν μέσα στη μέρα. Πώς είναι όταν βάζεις μια φρυγανιά μέσα σε τσάι και τη βλέπεις να τραβάει το υγρό; Αυτό μου αρέσει να κάνω, να μουλιάζω μέσα την ύπαρξή του.

Είναι, λοιπόν, και θέμα χαρακτήρα…

Όπως πολλές δουλειές, και αυτή θέλει σίγουρα υπομονή και επιμονή, αλλά το κυριότερο που θέλει είναι όρεξη. Όπως τα πάντα στη ζωή, δηλαδή. Αν το ευχαριστιέσαι, δεν το αισθάνεσαι σαν δουλειά. Είναι τρομερά χρονοβόρο και εξαντλητικό πολλές φορές, αλλά εγώ όταν το κάνω, δεν υπάρχει τίποτα άλλο που θα ήθελα να κάνω στη θέση του και πουθενά αλλού που θα ήθελα να βρίσκομαι. Οπότε, αυτό βοηθάει στο να επιδείξεις χαρακτήρα και να εμμείνεις στη διαδικασία.

Όταν προετοιμαζόμουν για το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», το πρόγραμμα που είχα φτιάξει για να βγει η δουλειά που ήθελα ήταν σίγουρα όχι μετριοπαθές, αλλά η καλλιτεχνική επιστροφή που έπαιρνα ήταν τόσο πολύ μεγαλύτερη, που έφτανε και περίσσευε ως καύσιμο.

Καλλιόπη Χάσκα

Η Μεταξία, ας πούμε, ήταν ένας πολύ έντονος ρόλος, που ιντρίγκαρε το κοινό. Ανησύχησες καθόλου ότι μπορεί να σε «στοιχειώσει»; Και δεν εννοώ μόνο στη συνείδηση του κόσμου, αλλά και των cast directors, με αποτέλεσμα να σου προτείνουν παρόμοια πράγματα…

Στην επιφάνειά μας, εγώ και η Μεταξία είμαστε πολύ διαφορετικές. Είναι συνήθως το πρώτο πράγμα που μου σχολιάζουν οι άνθρωποί που με γνωρίζουν και έχουν δει τη «Μάγισσα». Ήξερα ότι δύσκολα θα μπω σε αυτό το κουτάκι.

Αυτό που με φόβισε λίγο πριν βγει η σειρά ήταν άνθρωποι που μου έλεγαν ότι θα με μισήσει ο κόσμος, τόσο μισητή που την κάνω. (γέλια) Το  σενάριο σού δίνει μια γραμμή και μετά ο ηθοποιός καλείται να κάνει πολλές επιλογές δικές του για το πώς θα το αποδώσει. Εγώ αγαπώ τις τολμηρές υποκριτικές επιλογές. Και για τον ρόλο της Μεταξίας, όσο πιο ακραίες ήταν, τόσο το καλύτερο. Οπότε, έπρεπε να πάρω την απόφαση αρκετά νωρίς πως δεν θα συμβιβάσω το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στον βωμό της ανάγκης που έχουμε όλοι να μας αγαπάνε.

Ήταν η πρώτη μου δουλειά και σίγουρα φοβόμουν όταν άκουγα ότι μπορεί να με μισήσει το κοινό, αλλά αποφάσισα πώς το τίμιο για τη δουλειά μου είναι να υπηρετήσω αυτήν και όχι εμένα. Και, τελικά, το κοινό αγάπησε τη Μεταξία επειδή είχε όλες αυτές τις πολύ αιχμηρές γωνίες. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή, που τη λάτρεψα και εγώ.

Νιώθεις να σε επηρεάζουν αυτά που γράφονται γενικώς για σένα;

Ναι, αλλά αυτό που με νοιάζει πολύ περισσότερο είναι η δουλειά μου – έχω πραγματικό έρωτα για αυτή και αυτό, νομίζω, υπερκαλύπτει την ανάγκη μου για επιβεβαίωση! Όταν είδα κιόλας ότι αυτό που έκανα είχε θετική αποδοχή, για μένα δεν είχε σημασία τίποτε άλλο.

Πάντα θα υπάρχει κάποιος που δε θα του αρέσουμε, αλλά νομίζω πως επειδή είμαι περήφανη γι’ αυτό που είχα φτιάξει και με τη Μεταξία, και μετά με την Ιουλιέτα, είμαι ήρεμη μέσα μου.

Η Μεταξία την είχε, πάντως, τη διαταραχούλα της… Γυάλιζε πολύ το ματάκι, το ‘βλεπες! (γέλια)

Εγώ τη λάτρευα! Μια 18χρονη κοπέλα, το 1817, που ενώ η κοινωνία της καθόρισε τι μπορεί να έχει, εκείνη είπε «Όχι! Εγώ θέλω κι άλλα!». Γιατί μας ενοχλεί τόσο αυτό; Μεγάλωσε μέσα σε αγριάδα, δόθηκε ως νύφη σε έναν άντρα που δεν την ήθελε, σε μια οικογένεια που μισούσε τη δική της, της σκότωσαν το παιδί. Ήταν σκληρή, αλλά πώς γίνεται να μην;

Εγώ θα λυπόμουν γι’ αυτήν αν αποδεχόταν τη μοίρα της. Ας τις γιορτάζουμε τις γυναίκες που δεν συμβιβάζονται.

Με την «Αλίκη» θα µπορούσα κάλλιστα να παίξω τον εαυτό µου – στην επιφάνεια, οι δυο µας έχουµε πολλά κοινά και θα ήταν µια χαρά. Αλλά εγώ δεν έχω πολύ καλή σχέση µε το «µια χαρά».

Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που να αισθάνεσαι ότι είχε κομβικό ρόλο στη διαδρομή σου;

Μεγαλώνοντας, εγώ έκανα κατά βάση μουσική και χορό, και εκεί ήταν η συγκέντρωσή μου όταν τελείωνα το Λύκειο. Στο πανεπιστήμιο ήταν που έκανα πρώτη φορά μάθημα υποκριτικής.

Στο πρώτο εξάμηνο, λοιπόν, όταν πήγα να γραφτώ στο μάθημα της υποκριτικής, από κάποιο λάθος στο σύστημα, ενώ ήμουν πρωτοετής, γράφτηκα σε ένα μάθημα που ήταν για τελειόφοιτους. Αυτό αποδείχτηκε φοβερό για μένα, γιατί έτυχα σε μια τάξη τρομερά υψηλού επιπέδου. Επειδή ήμουν πρωτοετής, προερχόμουν και από τις σπουδές μουσικής και δεν είχα ξανακάνει θέατρο, κανείς σε αυτό το μάθημα δεν είχε ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις από μένα. Ούτε και εγώ για τον εαυτό μου! (γέλια) Αυτό με έκανε να αποβάλω το άγχος και να είμαι τρομερά ελεύθερη. Ήταν η καλύτερη δυνατή εισαγωγή μου στον κόσμο της υποκριτικής.

Στην αρχή του δεύτερου εξαμήνου, όταν πια πήγα στο σωστό τμήμα, ήρθε η δασκάλα, η Rebecca Perricone, η οποία ήταν και επικεφαλής του όλου προγράμματος, και με πολύ ωραίο τρόπο μού είπε «Ξέρω ότι σ’ αρέσει η μουσική, αλλά νομίζω ότι πρέπει να την αφήσεις. Θέλω να βρεις έναν ατζέντη και ν’ ασχοληθείς μόνο με την υποκριτική». Η δασκάλα αυτή έγινε μετά και η μέντοράς μου.

Αυτό για μένα ήταν πολύ σπουδαίο. Μπορεί να ένιωθα ότι είχα μια κλίση προς την υποκριτική, αλλά αυτό ζούσε μόνο στην ιδιωτικότητα του δικού μου μυαλού. Όταν έρχεται κάποιος και σου λέει «Ξέρεις, δεν είσαι τρελή, μπορείς πραγματικά να το κάνεις», και σε στηρίζει, το αντιμετωπίζεις διαφορετικά. Από εκεί και πέρα, η δασκάλα αυτή ήταν πάντα μαζί μου, σε όλα! Ακόμα κι όταν πήγα στο Λος Άντζελες, συνέχισε να μου κάνει μαθήματα μέσω zoom και να με προετοιμάζει για ακροάσεις, χωρίς να μου πάρει ποτέ χρήματα.

Την άνοιξη, όταν είχαμε την πρεμιέρα για το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στην Άγκυρα, μισή ώρα πριν ανέβω στη σκηνή ένιωσα ότι ήθελα να την πάρω τηλέφωνο. Είχαμε λίγο καιρό να μιλήσουμε. «Είμαι στην Άγκυρα», της λέω, «και έχουμε πρεμιέρα για το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”». Και βάζουμε και οι δυο τα κλάματα.

Αυτή η γυναίκα αφιέρωσε σοβαρό χρόνο απ’ τη ζωή της για να με στηρίξει στην καριέρα μου. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να έχεις κάποιον να σου λέει «Αυτό μπορείς να το κάνεις. Προχώρα!».

Σου δίνει τρομερή δύναμη κάτι τέτοιο. Και πόσο όμορφο να πιστεύει κάποιος τόσο πολύ σε σένα…

Γι’ αυτό δεν έχει μόνο σημασία αν έχεις σπουδάσει σε μια Σχολή ή πόσο καλό όνομα μπορεί να έχει η Σχολή που έχεις τελειώσει. Σε ένα τεράστιο βαθμό έχει σημασία ο δάσκαλος (που, φυσικά, αν πας σε μια καλή Σχολή, έχεις και περισσότερες πιθανότητες να πετύχεις αυτόν τον καλό δάσκαλο).

Υπάρχουν δύο άκρα δασκάλων στις Τέχνες: Εκείνοι που θα σου πουν «Πόσο χάλια είναι αυτό που έκανες» και θα σε κάνουν να νιώσεις ανεπαρκής, για να σε κινητοποιήσουν (σε κάποιους δουλεύει αυτό…). Και εκείνοι που θα σου πουν «Ναι, ok… Πάμε να δοκιμάσουμε κι αυτό!». Και, φυσικά, πολλές εκφάνσεις στη μέση αυτών των άκρων.

Έχω υπάρξει με δασκάλους, ας πούμε, που κριτίκαραν τόσο σκληρά, που με έκαναν να «κλείσω»  γιατί φοβόμουν μην κάνω λάθος. Δεν υπάρχει χειρότερο μέρος να βρίσκεσαι υποκριτικά. Μπορεί, όμως, να βρεις έναν δάσκαλο, ο οποίος θα σου δημιουργεί την ασφάλεια να δοκιμάζεις τα πάντα, γιατί μαζί τους δε φοβάσαι να αποτύχεις.

Στη διάρκεια των σπουδών, πιστεύω, τα πάντα είναι ο δάσκαλος, όχι τόσο οι Σχολές. Υπάρχουν φοβεροί ηθοποιοί, οι οποίοι δεν έχουν πάει ποτέ σε Σχολή.

Θεωρείς ότι, στην Ελλάδα, υπάρχει λίγο αυτό το στερεότυπο με τις Σχολές;

Υπάρχει πολύ, ναι.

Στην Αμερική, λοιπόν, σπούδασες στο Berklee, ένα από καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο, αν όχι το καλύτερο, στον τομέα των καλλιτεχνικών σπουδών. Υπάρχει κάποια συμβουλή που να σου έδωσε κάποιος καθηγητής ή κάτι που να έχεις ακούσει σε κάποιο μάθημα, το οποίο νιώθεις ότι κάπως «έγραψε» μέσα σου;

Δε νομίζω πως ήταν μια κουβέντα, παρά η συνθήκη. Το καλό με ένα τέτοιο πανεπιστήμιο είναι ότι μαζεύει παιδιά από όλο τον κόσμο με μεγάλη όρεξη και προσήλωση σε αυτό που κάνουν, γιατί και για να μπεις και για να αντέξεις εκεί, πρέπει να το θέλεις πολύ και να δουλεύεις ακόμα περισσότερο.

Από παιδί, εγώ είχα την τάση να δίνομαι πλήρως όταν αποφάσιζα να κάνω κάτι, οπότε εκεί βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με παιδιά παρόμοιας ιδιοσυγκρασίας και σε ένα σύστημα που επιβράβευε αυτή την τάση μου. Εγώ έθετα υψηλά standards για τον εαυτό μου, αλλά το έκαναν και όλοι οι άλλοι. Έμαθα να πηγαίνω πάντα για την καλύτερη βερσιόν του εαυτού μου. Πάντα υπήρχε περισσότερο και καλύτερο.

Φέτος θα είσαι στο «Grand Hotel» στον ΑΝΤ1, έχοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίπλα στον Γιάννη Κουκουράκη και τον Γιώργο Γεροντιδάκη. Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτό…

Έχω πολλή αγάπη γι’ αυτή τη δουλειά και γι’ αυτό τον ρόλο. Μου ήρθε αρκετά απρόσμενα. Από πολύ νωρίς πέρυσι, ο παραγωγός μας, Γιάννης Καραγιάννης, που έκανε και τη «Μάγισσα», με είχε κλείσει για μια άλλη σειρά. Όταν πήγα να κάνω την πρώτη συνάντηση στα γραφεία της παραγωγής, συναντήθηκα τυχαία με τον Γιάννη Βασιλειάδη, τον σκηνοθέτη μας στο «Grand Hotel», συστηθήκαμε και μου είπε ότι ετοιμάζει μια δουλειά, στην οποία πιστεύει πως θα ταίριαζα πολύ. Τον ευχαρίστησα για την τιμητική του πρόταση, άλλα είχα ήδη συμφωνήσει για μία άλλη δουλειά.

Μετά από μήνες, έγινε μια αναδιάρθρωση στα προγράμματα των σταθμών, και η σειρά που είχα κλείσει θα μεταφερόταν για αργότερα. Ο κύριος Καραγιάννης και ο ΑΝΤ1, τότε, με ζήτησαν για το «Grand Hotel». Όταν βρεθήκαμε πρώτη φορά με τον Γιάννη Βασιλειάδη, βάλαμε και οι δυο τα γέλια. Το σύμπαν μας ήθελε μαζί στο «Grand Hotel».

Νιώθω μεγάλη ευθύνη γι’ αυτή τη δουλειά. Υπάρχει πολύς κόσμος που αγαπάει την ισπανική βερσιόν και καταλαβαίνω τον λόγο. Είναι ένα υπέροχο σενάριο και ένας φοβερός ρόλος. Επίσης, είναι πολύ τιμητικό όταν ένα κανάλι και μια εταιρεία παραγωγής σού εμπιστεύονται κάτι τέτοιο. Του έχω δώσει με μεγάλη ευχαρίστηση όλη μου την ενέργεια.

Την ισπανική βερσιόν την έχεις δει καθόλου;

Για πολύ καιρό όχι, γιατί δεν ήθελα καθόλου να επηρεαστώ. Αφού είχα κάνει όλη μου τη μελέτη και όλη την προετοιμασία, είδα μόνο το πρώτο επεισόδιο. Όπως είπα, η σειρά έχει φανατικό κοινό και στην Ελλάδα, αλλά εγώ δεν προσπαθώ να κοπιάρω αυτό που κάνει η Ισπανίδα πρωταγωνίστρια, θέλω να φέρω τη δική μου ανάγνωση του ρόλου. Ξέρω ότι θα το εκτιμήσει αυτό το κοινό.

Αν θέλουν να δουν το ίδιο, θα προτιμήσουν να δουν το ισπανικό. Αν, όμως, δεις ένα υλικό που αγαπάς με μια τελείως φρέσκια ματιά, αυτό έχει αξία.

Πώς είναι, λοιπόν, το να υποδύεσαι την Αλίκη;

Το βρήκα αρκετά μεγάλη πρόκληση, διότι φαινομενικά θα μπορούσε να είναι απλό. Υπάρχουν κάποια standards στην τηλεόραση, ο αναμενόμενος τρόπος να παίξεις έναν τέτοιο ρόλο. Θα μπορούσα κάλλιστα να παίξω τον εαυτό μου – στην επιφάνεια, οι δυο μας έχουμε πολλά κοινά και θα ήταν μια χαρά. Αλλά εγώ δεν έχω πολύ καλή σχέση με το «μια χαρά».

Για εμένα ο στόχος ήταν να πάρω αυτό που μπορεί να γίνει πολύ βαρετό και να μπορέσω να το κάνω ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον και για εμένα την ίδια να υπάρχω στην παρέα της, και για το κοινό να το παρακολουθεί.

Και τι είναι για σένα η Αλίκη, πέρα από τα προφανή;

Η Αλίκη είναι η ζωή η ίδια, το φως, είναι μια ηλιαχτίδα! Βέβαια, αν πας πολύ κοντά στην ηλιαχτίδα, μπορεί και να σε κάψει…

Το «Grand Hotel» χαίρεσαι να το βλέπεις. Είναι ένα τροµερά ευχάριστο σενάριο µε αίσθηση παλιού νουάρ

 

Για πες, λοιπόν, μερικά χαρακτηριστικά της Αλίκης…

Η Αλίκη είναι μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει σε ένα χρυσό κλουβί. Τα έχει όλα, δεν της λείπει τίποτα, αλλά δεν της συμβαίνει και τίποτα. Ξέρεις, πολλές φορές, οι άνθρωποι που τα έχουν όλα, κάνουν πράγματα ακραία μόνο και μόνο επειδή έχουν ανάγκη να νιώσουν την αδρεναλίνη.

Αυτό συμβαίνει και με την Αλίκη. Επειδή δεν της έχει λείψει ποτέ τίποτα, έχει μεγάλη ανάγκη για ζωή, για περιπέτεια. Έχει γεννηθεί στον πλούτο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, είναι το τρίτο παιδί, το οποίο δεν νιώθει το «βάρος» ευθυνών της οικογένειας που νιώθουν οι πρώτοι. Ζει στο Παρίσι, καπνίζει κρυφά, και γυρνάει πίσω στα 21 της, για να διεκδικήσει, το 1925, το ξενοδοχείο της οικογένειας και να το αναλάβει ως διευθύντρια. Αυτό, από μόνο του, είναι τρέλα! Η μητέρα της θέλει να την παντρέψει, ουσιαστικά για να αναλάβει ο άνδρας της το ξενοδοχείο.

Έρχεται, λοιπόν, ο Πέτρος, ο χαρακτήρας του Γιάννη Κουκουράκη, και την καλεί να εξιχνιάσουν μαζί μια εξαφάνιση. Πόσο φοβερά συναρπαστικό; Προφανώς και αρπάζει τη ζωή απ’ τα μαλλιά!

Είναι και κάτι άλλο… Ο Γιάννης Κουκουράκης και ο Γιώργος Γεροντιδάκης, οι οποίοι έρχονται να συμπληρώσουν αυτό το τρίγωνο στο «Grand Hotel», στη συνείδηση του κοινού είναι ένα δίδυμο φίλων. Πώς έρχεσαι εσύ τώρα και μπαίνεις μες στη μέση; (γέλια)

Εύκολα! (γέλια)

Στο ισπανικό δεν υπάρχει αυτό το ερωτικό τρίγωνο. Κι εδώ υποτίθεται ότι το ξεκάθαρο ερωτικό κομμάτι είναι με την Αλίκη και τον Πέτρο. Αλλά με τον Γιώργο Γεροντιδάκη, που θα παίζει τον Ρήγα, κάναμε ένα δοκιμαστικό, το οποίο μας έκανε να καταλάβουμε πόσος χώρος υπάρχει για τη σχέση αυτή.

Εντωμεταξύ, το δοκιμαστικό μας με τον Γιώργο δεν ήταν προγραμματισμένο. Εμείς κάναμε δοκιμαστικά με άλλους ηθοποιούς, και ο Γιώργος ήταν στο στούντιο για γύρισμα του «Σασμού». Πέρασε μια βόλτα και διαβάσαμε μια φορά τη σκήνη. Δεν την είχε ξαναδεί, οπότε είπαμε θα την κάνουμε αυτοσχεδιαστικά.

Δεν μπορώ να σου εξηγήσω… Ήταν λες κι είχε παγώσει ο αέρας στο δωμάτιο. Είχε τόσο κόσμο στο πλατό και δεν ακουγόταν ούτε ανάσα!

Όταν μια χημεία στα πλαίσια των ρόλων είναι τόσο οργανική, θεωρώ ότι δεν την αφήνουμε. Μου έχουν πει στο γύρισμα: «Μη νιώθουμε, όμως, ότι τον θέλεις και τον άλλον… Δεν τον θέλεις!». Και λέω «Ποιος το είπε αυτό;». Αφού στην ακρόαση με τον Γεροντιδάκη βγήκε οργανικά μια ερωτική ένταση μεταξύ των ρόλων, τη βάζω και αυτή μέσα στην εξίσωση!

«Μη φαίνεται, όμως, ότι τον σκέφτεσαι…». «Μα τον σκέφτομαι κι αυτόν!». Οι άνθρωποι δεν είναι ένα πράγμα, ούτε θέλουν ένα πράγμα. Συνήθως δεν ξέρουν καν τι θέλουν. Για την Αλίκη εγώ θέλω και την πίτα ολόκληρη, και τον σκύλο χορτάτο! (γέλια)

Κι έτσι, για να κλείσουμε: Το «Grand Hotel» κάνει πρεμιέρα τώρα, στις 23 Σεπτεμβρίου. Γιατί να το παρακολουθήσει κάποιος; Πες μου τα ατού της σειράς…

Το «Grand Hotel» χαίρεσαι να το βλέπεις. Είναι ένα τρομερά ευχάριστο σενάριο με αίσθηση παλιού νουάρ, που εκεί που περνάμε όλοι καλά και νιώθεις ανάλαφρα, ξαφνικά κάποιος πεθαίνει, εξαφανίζεται, σκοτώνεται. Έχει όλο το στοιχείο του αστυνομικού, λοιπόν, που είναι πάντα ενδιαφέρον. Έχει έρωτες πολλούς και πολύ διαφορετικούς. Έχει την ιστορία των προσφύγων που είναι και πολύ σύγχρονη.

Εγώ αγαπώ να το διαβάζω και ανυπομονώ μετά να το βλέπω. Καταλαβαίνω γιατί το ισπανικό ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Και χαίρομαι για το ελληνικό κοινό που θα πάρει τη δική του εκδοχή.

Η Καλλιόπη Χάσκα στο Instagram

 

Καλλιόπη Χάσκα