Με ποιο κριτήριο επιλέγετε συνήθως τις δουλειές στις οποίες θα συμμετάσχετε;
Eίναι πολύ συγκεκριμένα τα κριτήριά μου: Είναι το ίδιο το έργο και ο ρόλος που μου προτείνουν, είναι ο άνθρωπος που μου το προτείνει, είναι το όλο σχήμα της παράστασης – ο σκηνοθέτης, οι υπόλοιποι ηθοποιοί… Όλα αυτά τα «ζυγίζω» κάθε φορά.
Ωστόσο, νομίζω ότι δεν παίρνω αμιγώς «εγκεφαλικές» αποφάσεις. Παρόλο που πρέπει να αξιολογήσω κάποια πράγματα με το μυαλό μου, την ίδια στιγμή ενεργοποιείται και το ένστικτό μου, το οποίο τελικά με οδηγεί σε κάθε καινούργιο «ταξίδι». Γιατί κάθε παράσταση είναι ένα «ταξίδι»…
Και σας δικαιώνει αυτό το ένστικτο;
Μέχρι στιγμής, ναι. Είναι σαν να βρίσκω, κάθε φορά, τον δρόμο – να δοκιμάσω πράγματα, να συνεργαστώ με καινούργιους ανθρώπους…
Με τον Γρηγόρη Βαλτινό, με τον οποίο φέτος είμαστε μαζί στο «Da», έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι δεύτερη φορά. Είχαμε ξαναδουλέψει μαζί στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», το 2003, το οποίο είχε σκηνοθετήσει τότε ο Γρηγόρης. Ήταν μια πολύ όμορφη συνεργασία, είχαμε κέφι, χιούμορ…
Να υποθέσω ότι αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος για να πείτε το «ναι» και στο «Da»…
Ναι, αυτό μέτρησε πολύ θετικά. Ο Γρηγόρης είναι ένας πραγματικός θεατράνθρωπος, πολύ εμπνευστικός…
Επιπλέον, μέτρησε πολύ και το έργο. Ήξερα μεν ότι ήταν μια παλιά επιτυχία του Κατράκη, το έχει παίξει και ο Μιχαλακόπουλος… ωστόσο δεν το είχα διαβάσει, ούτε το είχα δει. Όταν το διάβασα, είδα ότι είναι ένα υπέροχο έργο.
Ο γιος, σε μεγάλη ηλικία πια, επιστρέφει στην Ιρλανδία για την κηδεία του πατέρα του και, λίγο πριν φύγει, κοιτώντας να δει τι εκκρεμότητες υπάρχουν, «γλιστράει», χωρίς να το καταλάβει και ο ίδιος, στις αναμνήσεις του.
Το έργο έχει τη δομή μιας ταινίας, με πολλά flash back. Δεν είναι καθόλου ηθογραφικό, έχοντας ολοκληρωμένους χαρακτήρες – από τον μεγαλύτερο, μέχρι τον μικρότερο. Τα πρόσωπα είναι «τρισδιάστατα», κι αυτό είναι που εμένα μου αρέσει στους ρόλους.
Επίσης, ο συγγραφέας έχει ένα πολύ μεγάλο προσόν: τίποτα δεν είναι γλυκανάλατο. Έχει χιούμορ και συγκίνηση την ίδια στιγμή. Και όλα βγαίνουν μέσα από τη ζωή· το έργο είναι αυτοβιογραφικό, ο συγγραφέας γράφει για τους δικούς του γονείς…
Μου λέτε ότι οι χαρακτήρες είναι «τρισδιάστατοι». Άρα, υπάρχουν και περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούμε με κάποιον από αυτούς;
Φυσικά! Μπορείς να ταυτιστείς με πολλά πρόσωπα! Κι αυτό, διότι στο κέντρο αυτού του έργου (όπως και στο κέντρο της ζωής, της ψυχανάλυσης, της ίδιας της ύπαρξης…) βρίσκεται η οικογένεια. Αυτός είναι ο πυρήνας: οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς, και των γονιών με τα παιδιά. Μια σχέση που μπορεί να είναι υπέροχη, αλλά παράλληλα να είναι και καταπιεστική, μια σχέση απέραντης αγάπης, αλλά παράλληλα και δυσβάσταχτης εξάρτησης… Μια σχέση που, κάποιες φορές, μπορεί να σε πάει σε άλλα μονοπάτια, σε σχέση με εκείνα που εσύ θα ήθελες να πάρεις στη ζωή σου…
Θα ταυτιστούν πολλοί, το βλέπω… (γέλια)
Θα ταυτιστούν πολλοί και με τους γονείς, και με τα παιδιά, αλλά και με τον κοινωνικό περίγυρο αυτής της οικογένειας.
Εγώ υποδύομαι τη μητέρα, τη Μάγκι Τάιναν, γυναίκα του Ντα, τον οποίο υποδύεται ο Γρηγόρης Βαλτινός. Επιπλέον, είναι ο πρωταγωνιστής, ο Τσάρλι Τάιναν, σε μεγάλη ηλικία πια, μετά τα 40, αλλά και σε νεότερη ηλικία· είναι ο εργοδότης του, ο κ. Ντραμ (γιατί εμείς θέλουμε εναγωνίως το παιδί να βρει μια δουλειά και να σταθεί στα πόδια του, γιατί είμαστε πολύ φτωχοί)· είναι μια κοπέλα, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα του Τσάρλι, η οποία ουσιαστικά είναι μια πόρνη. Πρόκειται για έναν υπέροχο χαρακτήρα – κι εδώ, λοιπόν, βλέπεις πώς ο συγγραφέας, Χιου Λέοναρντ, κατανοεί όλους τους χαρακτήρες και, σε καμία περίπτωση, δεν ηθικολογεί. Βλέπουμε, επίσης, τον παλιό του φίλο, τον Όλιβερ, αλλά και την κυρία Πράιν, κόρη του εργοδότη του άνδρα μου…
Πρέπει να πω ότι οι συνάδελφοι σε αυτό τον θίασο είναι όλοι πολύ ωραίοι άνθρωποι. Και, φυσικά, είναι και ο σκηνοθέτης μας, ο Πέτρος Ζούλιας… Ο Πέτρος, λοιπόν, πέρα από το ότι είναι ένας πολύ καίριος και σπουδαίος σκηνοθέτης, είναι παράλληλα και ένας άνθρωπος ακομπλεξάριστος. Καμιά φορά, στη δουλειά μας, είναι λίγο κουραστικό αυτό το «παιχνίδι εξουσίας» σκηνοθέτη-ηθοποιών. Εδώ αυτό δεν υπάρχει. Ο Πέτρος είναι μια μεγάλη αγκαλιά – και θα καθοδηγήσει, αλλά και θα υποστηρίξει τους ηθοποιούς.
Μιλήστε μου λίγο για τον ρόλο σας…
Υποδύομαι, λοιπόν, τη μητέρα του Τσάρλι, τη Μάγκι Τάιναν.
Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το όνομα: ΜΑΓΚΙ ΤΑΪΝΑΝ…
Σας βλέπω τόσο ενθουσιώδη, που δεν μπορώ να μη ρωτήσω: Το όνομα του εκάστοτε χαρακτήρα που καλείστε να υποδυθείτε, παίζει κάποιον ρόλο για σας;
Συνειδητά όχι, αλλά ασυνείδητα… μπορεί! (γέλια)
H Μάγκι, λοιπόν, είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Το λέει και ο Ντα, κάποια στιγμή: «Πλάκα έχει αυτή η γυναίκα…». Μπορεί το έργο να λέγεται «Da», γιατί στο κέντρο βρίσκεται αυτή η συνάντηση του γιου με τον πατέρα, του Τσάρλι με τον Ντα, αλλά η γυναίκα αυτή αποτελεί έναν εξίσου δυνατό πόλο μέσα σε αυτή τη σχέση.
Η ίδια έχει ανατραφεί πολύ αυστηρά, είναι εκείνη που κρατάει τα ηνία του σπιτιού – εκείνη που φροντίζει να «αβγατέψουν» τα πάντα μέσα στο σπίτι, γιατί είναι και μια φτωχή οικογένεια…
Με τον άνδρα της έχουν την αγωνία να δώσουν στο παιδί τους ό,τι καλύτερο μπορούν, για να έχει ένα καλύτερο μέλλον. Είναι αυτοί οι παλιοί γονείς, που ζουν μέσα από τα παιδιά τους. Σήμερα, βέβαια, τα πράγματα έχουν αλλάξει, οι γονείς μπορεί να έχουν και την καριέρα τους, να έχουν τα δικά τους ενδιαφέροντα… Κι όμως, ο Ντα και η Μάγκι δεν νιώθουν ότι θυσιάζονται – το παιδί τους είναι ο σκοπός της ζωής τους.
Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, προκειμένου να τα βγάλει πέρα με τον άνδρα της (ο οποίος είναι υπέροχος, αλλά παράλληλα είναι αιθεροβάμων), είναι πιο διεκδικητική, προσπαθεί να τα βάλει όλα σε μια τάξη. Επιπλέον, είναι αυθόρμητη, δεν διστάζει να βάλει και τις φωνές (ίσως και να αποφορτίζεται όταν τσακώνεται…).
Άλλα πράγματα ήθελε, μικρή, κι αλλού την πήγε η ζωή, αλλά έχει αποδεχτεί τη μοίρα της. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους, τους πολύ θρησκευάμενους, οι οποίοι πιστεύουν ότι θα ανταμειφθούν στην άλλη ζωή για τις θυσίες που έχουν κάνει σ’ αυτήν. Κι ενώ είναι σκληρή, έχει παράλληλα και ένα καταπιεσμένο κοριτσίστικο κομμάτι, μια πλευρά ευφρόσυνη και πιο ονειροπόλα…
Στην περιγραφή του έργου αναφέρεται το εξής: «Η καλοσύνη και η αγάπη είναι ο σταθερός αναμμένος φάρος που φωτίζει τα πολλαπλά σκοτάδια της καρδιάς και του μυαλού μας». Πόσο πολύ έχουμε ανάγκη σήμερα αυτή την καλοσύνη και την αγάπη…;
Αυτή η καλοσύνη και η αγάπη είναι από τα βασικά μηνύματα του έργου, που εκφράζονται κυρίως μέσα από τον Ντα. Εκφράζονται, βέβαια, και μέσα από τη Μάγκι, αλλά με άλλο τρόπο…
Την έχουμε ανάγκη αυτή την αγάπη, ισχύει απόλυτα αυτό. Ίσως ήταν και μια βαθιά ανάγκη του συγγραφέα να γράψει αυτό το έργο και να εστιάσει σ’ αυτή την ανιδιοτελή αγάπη των γονιών του.
Λέμε ότι η εποχή μας σήμερα είναι δύσκολη, σκληρή. Το ίδιο λέγαμε και στην οικονομική κρίση, και στον κορονοϊό – τώρα έρχεται και η ενεργειακή κρίση… Ανασφάλεια, φόβος, πόλεμος…
Σε περιόδους κρίσης, οι άνθρωποι γίνονται απάνθρωποι, γίνονται αρπαχτικά, ο ένας προσπαθεί να παραγκωνίσει τον άλλον για να επιβιώσει. Έρχεται, λοιπόν, αυτό το έργο για να μιλήσει για αξίες που έχουμε ανάγκη: με λίγη αγάπη, καλοσύνη και ανθρωπιά, όλα αλλάζουν διά μαγείας. Εκεί που είσαι θυμωμένος και αγχωμένος, έρχεται ένα χάδι, ένας καλός λόγος, και τα διώχνει όλα! Είναι αυτό, ρε παιδί μου… ξεχνάμε ότι είμαστε εφήμεροι και δίνουμε μεγάλη σημασία σε πράγματα που δεν θα ‘πρεπε.
Διαβάζοντας το πραγματικά πλούσιο βιογραφικό σας, παρατηρώ ότι έχετε κάνει πάρα πολύ θέατρο, αρκετό κινηματογράφο και πολύ λιγότερη τηλεόραση. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό;
Ήταν συνδυασμός: εν μέρει ήταν επιλογή και, εν μέρει, έτυχε.
Παρόλα αυτά, πέρυσι, οι «Άγριες Μέλισσες» ήταν για μένα μια εξαιρετική εμπειρία – ήταν πολύ ωραίοι συνάδελφοι μαζεμένοι, ήταν φοβερή η δουλειά που έκανε ο Λευτέρης Χαρίτος και όλοι οι υπόλοιποι συνεργάτες, οπότε βρισκόμουν σε ένα πολύ «ασφαλές» περιβάλλον. Στην αρχή φοβόμουν λίγο, ομολογώ, γιατί είχαμε να γυρίσουμε πολλές σκηνές σε μια μέρα. Φοβόμουν ότι δεν θα «βγει». Ε, λοιπόν, αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν τρομερή άσκηση! Και είναι γεγονός ότι, ιδιαίτερα την περίοδο της πανδημίας, πολλοί ηθοποιοί του θεάτρου στράφηκαν στην τηλεόραση.
Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που είδαμε και τηλεοπτικά ωραίες δουλειές…
Ακριβώς… Και μακάρι να γίνεται όλο και περισσότερο αυτό, και να καλυτερεύουν οι συνθήκες. Αν και τώρα πήγαμε στο άλλο άκρο με τις τόσες σειρές, υπάρχει ένας πλεονασμός. Πολλοί λένε ότι όλο αυτό είναι μια «φούσκα» που, αργά ή γρήγορα, θα σκάσει…
Θεωρείτε ότι η τηλεόραση, μετά την έλευση τόσων ανθρώπων του θεάτρου, μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας κόσμο και στο θέατρο;
Αυτό γίνεται έτσι κι αλλιώς. Υπάρχει το φαινόμενο να γίνονται παραστάσεις, στις οποίες συγκεντρώνονται πάρα πολλοί άνθρωποι που είναι γνωστοί μέσω τηλεόρασης – και καλώς. Από εκεί και πέρα, όμως, το στοίχημα κάθε φορά είναι αυτή η πρωτοβουλία να συνοδεύεται και από την απαιτούμενη δουλειά. Γιατί το κάθε μέσο απαιτεί και διαφορετική χρήση των εκφραστικών σου μέσων, δουλεύεις διαφορετικά.
Εγώ θεωρώ ότι είναι καλό ο ηθοποιός να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα, γιατί αυτό τον βοηθά να εξελιχθεί, να λειάνει τα εκφραστικά του μέσα. Ερχόμενη από τις «Μέλισσες», παρατηρώ ότι μπορώ, μέσα από αυτή μου την εμπειρία, να μεταφέρω πράγματα και στο θέατρο – χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι θα παίξω «τηλεοπτικά».
Κι έτσι, για να κλείσουμε, θέλω να μου πείτε ένα στοιχείο του «Da» που σας «αγγίζει» περισσότερο, που θα σας έκανε να πείτε σε κάποιον «Έλα στο “Ιλίσια” να δεις την παράσταση, πραγματικά αξίζει»…
Δεν μπορώ εύκολα να διαλέξω, γιατί είναι πραγματικά πολλά τα στοιχεία αυτά, είναι πολλές οι σκηνές που μπορεί να σε «ακουμπήσουν».
Υπάρχει, ας πούμε, μια σκηνή, στην οποία ο Τσάρλι γυρνάει στην πολύ παιδική του ηλικία, όταν ήταν 7 χρονών. Είναι, λοιπόν, με τον πατέρα του και ατενίζουν τη θάλασσα και τον φάρο. Ο τρόπος με τον οποίο ο πατέρας φροντίζει τον μικρό Τσάρλι είναι μοναδικός – σαν να είναι ανοιχτές οι «φτερούγες» του και τον προστατεύουν… Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που του έρχεται αυτό στο μυαλό την ημέρα του θανάτου του, όσο κι αν, την ίδια στιγμή, αγανακτεί και θέλει να τον βγάλει από μέσα του. Αυτή τη σκηνή θα έλεγα εγώ…
Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ



Μαρία Λυσάνδρου
