Η Μαρίνα Ασλάνογλου σε κερδίζει αμέσως. Με την ευγένειά της, το χαμόγελό της, την οικειότητα που σου εμπνέει από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Εάν, δε, παρακολουθείς «Ψυχοκόρες» στον ΑΝΤ1, μπορείς να διακρίνεις εύκολα και εκείνον τον «ήρεμο» δυναμισμό που η ίδια έχει εμφυσήσει στην «Ευανθία Νάτση», προϊδεάζοντάς σε για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Στις ερωτήσεις απαντάει αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μόνο στην προσπάθεια να βρει τραγούδι που να χαρακτηρίζει τη σειρά παίρνει τον χρόνο της – για να καταλήξει, τελικά, σε ροκιά. Διότι η Νάτσαινα είναι πολύ ροκ. Ξεκάθαρα.
Πέρα από τις σπουδές στο Θέατρο Τέχνης, διάβασα ότι έκανες και Ψυχολογία στο La Verne…
Μέχρι το τέταρτο έτος έφτασα, δεν την τελείωσα, επειδή είχα περάσει στο Θέατρο Τέχνης.
Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα έκανα λόγω των γονιών μου – λόγω αυτού τού «Πάρε ένα χαρτί, να το έχεις… Τι θα κάνεις ως ηθοποιός;».
Άρα, το έλεγες ότι θες να γίνεις ηθοποιός.
Από μικρή! Οπότε ήμουν λίγο «τουρίστρια» σε όλα τα υπόλοιπα.
Όχι ότι δεν μου αρέσει η Ψυχολογία… Βασικά με την Εγκληματολογία ήθελα ν’ ασχοληθώ, αλλά πέρα από το ότι ήταν δύσκολο, εδώ δεν έχεις και καμιά προοπτική… Όταν, λοιπόν, το πήρανε χαμπάρι ότι θα δώσω εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης και το αποδέχτηκαν, μετά ήταν όλα εντάξει!
Αυτές οι γνώσεις που απέκτησες στην Ψυχολογία σε έχουν βοηθήσει καθόλου στην κατανόηση των χαρακτήρων που καλείσαι να υποδυθείς;
Όχι, καθόλου. Περισσότερο σε θέματα δικά μου έχουν βοηθήσει, κυρίως στο stress management. Με βοηθούν να σκέφτομαι και να αξιολογώ κάποια πράγματα, και να μη μένω τόσο στα προβλήματα, να είμαι λίγο πιο χαλαρή.
Τα καταφέρνεις;
Τα καταφέρνω. Ξέρεις τι; Αν δεν κάνουμε κι εμείς λίγη προσωπική δουλίτσα, δεν γίνεται. Ό,τι και να κάνεις – και σε ψυχολόγο να πας, και βοήθεια να έχεις, αν δεν φροντίσεις να είσαι καλά εσύ, μέσα σου, αν δεν βρεις αυτό που πραγματικά σε στεναχωρεί…
Πάντα υπάρχει ένας πυρήνας. Πρέπει να τον βρεις, να τον αποδεχτείς και να το δουλέψεις.
Βέβαια, μια και μου είπες για Εγκληματολογία, δεν μπορώ να μη ρωτήσω: Αν είχες, ως εγκληματολόγος, να βγάλεις ένα πόρισμα για την Ευανθία Νάτση, στις «Ψυχοκόρες», τι θα έλεγε αυτό; (γέλια)
Ε, δεν έχω την εμπειρία τώρα! (γέλια)
Αυτό που σίγουρα μπορώ να πω για την Ευανθία, είναι ότι ο πυρήνας της δεν είναι κακός. Δεν θα την έλεγες, από φυσικού της, «εγκληματικό νου». Απλά αναγκάζεται να συγκαλύψει κάποια πράγματα, φτάνοντας να κάνει η ίδια κάτι πάρα πολύ κακό. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ένα πράγμα… (γέλια)
Κι όμως, η Ευανθία έχει πολύ ισχυρή αντίληψη και «διαβάζει» καλά τη Φρόσω, τουλάχιστον στην αρχή. Άσε που έχει και πολύ καλά αντανακλαστικά: βρίσκει λύσεις στις «κακοτοπιές» με συνοπτικές διαδικασίες! (γέλια)
Η Ευανθία έχει δύο όψεις: είναι μεν υποταγμένη στον άνδρα της, αλλά είναι και δυναμική. Αυτό που θέλει θα το κατακτήσει, με τον δικό της, υπόγειο, τρόπο – κι ας πιστεύει ο Ηλίας ο Νάτσης ότι εκείνος κάνει κουμάντο, ότι εκείνος είναι «ο άνδρας». Μπορεί η Ευανθία να πηγαίνει στην εκκλησία, να εξομολογείται και να κάνει πρόσφορα, αλλά πρώτα κάνει τις σκέψεις του διαβόλου και μετά του Χριστού. Κάνει πρώτα την κακή την πράξη και μετά κάνει προσευχές!
Εσύ, ως Μαρίνα, τη δικαιολογείς σ’ αυτά που κάνει; Γιατί γίνονται σκληρά πράγματα, και για την ίδια. Δεν είναι κι εύκολο να φέρεις μια γυναίκα να κάνει παιδί με τον άνδρα σου, μέσα στο ίδιο σου το σπίτι…
Βέβαια αυτό υπήρχε τότε ως πρακτική στην περιοχή, απλά η Φρόσω δεν το ήξερε. Την ήθελαν ως παρένθετη μητέρα, όχι όμως εν γνώσει της – η κοπέλα βιάζεται κανονικά…
Ουσιαστικά, στην ιστορία της Φρόσως βασίστηκε αρχικά όλη η σειρά. Η ιστορία της είναι πραγματική.
Και των άλλων κοριτσιών είναι πραγματικές οι ιστορίες ή…;
Και των άλλων βασίζονται σε πραγματικές ιστορίες, αλλά από τη Φρόσω ξεκίνησε. Είναι ίσως η πιο σκληρή από όλες τις ιστορίες. Και τα άλλα κορίτσια κακοποιούνται, βέβαια…
Ναι, αλλά στα υπόλοιπα κορίτσια η κακοποίηση είναι κυρίως ψυχολογική – τουλάχιστον μέχρι ένα σημείο…
Κατ’ αρχάς, βλέπεις ότι τις κοπέλες αυτές τις αντιμετώπιζαν σαν να ήταν δούλες, σαν να ήταν ζώα. Τις χτυπάνε, τις καίνε, τις αφήνουν κλειδωμένες, τις αφήνουν χωρίς φαΐ και νερό, τους κόβουν τα μαλλιά… Τι άλλο να τους κάνουν, δηλαδή; Τότε οι γυναίκες δεν ψήφιζαν καν! Η Νάτσαινα δεν ψήφιζε, δεν είχε γνώμη σε τίποτα.
Με ρώτησε ένας φίλος «Τι επάγγελμα θα έκανες εκείνη την εποχή;». Μα δεν είχε επαγγέλματα εκείνη την εποχή! Η γυναίκα ήταν στο σπίτι, στα χωράφια, άντε να ήταν ράφτρα… Ως επί πλείστον, η κατάσταση της χώρας και των ανθρώπων εκείνη την περίοδο είναι αυτό που βλέπουμε στους Νάτσηδες, όχι τόσο στις άλλες οικογένειες που έχουν μια υψηλή κοινωνική θέση. Ήταν μια κλειστή κοινωνία, με αυτό το «τι θα πει ο κόσμος». Όλα γίνονταν πιο υπόγεια.
Τι θεωρείς ότι κάνει αυτή τη σειρά τόσο επιτυχημένη;
Αυτή η σειρά έχει ενδιαφέρον, επειδή βλέπεις τρεις διαφορετικές ιστορίες που ενώνονται μέσα από τις τέσσερις αδερφές, δεν σε αφήνει να βαρεθείς. Βλέπεις την πολιτική κατάσταση της χώρας, την οικονομική κατάσταση της χώρας, την κατάσταση που επικρατούσε στην επαρχία… Πιάνει όλες τις πλευρές.
Διαβάζοντας το σενάριο, τι ήταν εκείνο που σου άρεσε;
Μου άρεσε το ότι η ελληνική μυθοπλασία δεν είχε ξανα-ασχοληθεί με τον θεσμό της ψυχοκόρης. Μου άρεσε που είναι εποχής μεν, αλλά με ένα τρόπο που δεν είχαμε ξαναδεί – συνήθως τις ψυχοκόρες τις βλέπαμε στις ελληνικές ταινίες ως υπηρέτριες πιο κωμικές, πιο ευχάριστες, πιο γλωσσούδες…
Μου άρεσε, επίσης, που θα έκανα μια γυναίκα πολύ διαφορετική από μένα. Μια γυναίκα της επαρχίας, που μιλάει αλλιώς, κινείται αλλιώς, περπατάει αλλιώς… Κι εγώ είχα εικόνες και ακούσματα παρόμοια, έχοντας περάσει μικρή τα καλοκαίρια στο χωριό, στην Κρήτη, βλέποντας π.χ. να ζυμώνουν, αλλά ήταν όλο τρομερά δημιουργικό για μένα. Ειδικά όταν έβλεπα και την εξέλιξη του ρόλου στην πορεία, που γίνεται αρκετά δύσκολος και απαιτητικός. Με αυτόν τον ρόλο έκανα μερικά από τα πιο δύσκολα μου γυρίσματα, είχα τρομερό άγχος.
Είχες επιλέξει για ένα μεγάλο διάστημα να αφοσιωθείς στο θέατρο, απέχοντας από την τηλεόραση 14 χρόνια. Yπήρξε, παρόλα αυτά, κάποια τηλεοπτική δουλειά που να ζήλεψες;
Το «Νησί»! Σειράρα… Εγώ είμαι κι απ’ την Κρήτη, οπότε τα ήξερα όλα, είχα πάει σ’ εκείνα τα μέρη. Ήταν μια σειρά πολύ υψηλού επιπέδου – και υποκριτικά, και σκηνοθετικά, και σεναριακά.
Η αποχή από την τηλεόραση ήταν ενσυνείδητη. Είναι πολύ εξαντλητικό να είσαι από το πρωί σε γύρισμα και το βράδυ να πρέπει να παίξεις στο θέατρο. Να το κάνεις μια φορά, το καταλαβαίνω. Αλλά να γίνεται συνέχεια… εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να το κάνω. Με βαραίνει πολύ ψυχολογικά.
Επιπλέον, είμαι κι ένας άνθρωπος που μ’ αρέσει η κοινωνική μου ζωή, αλλά και να έχω χρόνο για τον εαυτό μου – να διαβάζω, να ηρεμώ, να ψάχνω στοιχεία για κάποιο project που μπορεί να έχω στο μυαλό μου… Μου έλειψε αυτό το τελευταίο διάστημα, το αποζητούσα. Συν τού ότι έχω και το παιδί, που είναι full time.
Είναι θέμα επιλογής, σε πολλά πράγματα. Και τού τι σε κάνει εσένα ευτυχισμένο και χαρούμενο. Έχω αποφασίσει, λοιπόν, ότι στη ζωή μου δεν θα κάνω εκπτώσεις, θα κάνω πράγματα που με κάνουν χαρούμενη και με διευκολύνουν. Προφανώς, κάποιες φορές, χρειάζεται να κάνουμε και πράγματα που δεν θέλουμε, αλλά έχω αποφασίσει ότι, και στα επαγγελματικά μου, θα κάνω επιλογές που μου αρέσουν και τις αγαπώ.
O πυρήνας της Ευανθίας δεν είναι κακός. Δεν θα την έλεγες, από φυσικού της, «εγκληµατικό νου»
Είσαι μια ηθοποιός που έχει πάρει πολλά θεατρικά βραβεία – και το «Μελίνα Μερκούρη», και δύο βραβεία κοινού από το «Αθηνόραμα», και βραβείο «Κάρολος Κουν»… Αυτό σε έβαλε καθόλου σε διαδικασία να είσαι και πιο επιλεκτική στις δουλειές σου;
Πάντα όταν μου γίνεται μία πρόταση για δουλειά, κοιτάω τους συντελεστές, τη συνεργασία, αλλά κυρίως το έργο και τι έχει να μου πει, αν έχει μία ωραία ιστορία να διηγηθώ, που θα αγγίξει εκείνον που θα τη δει. Και, φυσικά, τον ρόλο. Δεν θα ήθελα ποτέ να κάνω κάτι διεκπεραιωτικό. Γι’ αυτό και φέτος τόλμησα να κάνω στο θέατρο το «Σκηνές από ένα γάμο».
Κερδίζοντας το βραβείο, ουσιαστικά έρχονται κάποιοι άνθρωποι και σου λένε «Μπράβο, συνέχισε! Άνοιξε τα φτερά σου και πέτα!». Αυτό είναι το βραβείο!
Αυτό που κάνω εγώ πάνω στη σκηνή, δεν μπορώ να το δω. Έχω μεν αίσθηση της παράστασης, αλλά δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου. Οπότε έχει σημασία η αντίδραση του κοινού. Αυτό λέμε και με τον Νίκο (Ψαρρά) φέτος: ειδικά σε 2-3 σημεία της παράστασης, αν ακούσουμε τη μύτη κάποιου ή ένα σχολιασμό, ξέρουμε ότι το μήνυμα «πέρασε» κάτω. Το θέατρο είναι ζωντανός οργανισμός και σου επιτρέπει να έχεις αυτή την αλληλεπίδραση με το κοινό. Μπορεί να μην τους απευθύνεις τον λόγο, αλλά ό,τι κάνεις πάει κάτω από τη σκηνή.
Είχα μια δασκάλα στο Θέατρο Τέχνης που, όταν κάναμε πρόβες για τις εξετάσεις, μου έλεγε «Μαρίνα, φτάνει μέχρι 3η – 4η σειρά. Στείλ’ το πιο πίσω!». Ήμουν 20 χρονών τότε, δεν καταλάβαινα τότε τι εννοούσε. Τώρα πια ξέρω…
Αν και η σύγκριση είναι μάλλον αυθαίρετη, θέλω να μου πεις τι έχει, τελικά, μεγαλύτερη σημασία για σένα: Ένα βραβείο που προέρχεται από ειδικούς ή ένα βραβείο που προέρχεται από το ίδιο το κοινό;
Και τα δύο! Στην περίπτωση του «Αθηνοράματος», κάποιοι άνθρωποι έχουν μπει στον κόπο να σε ψηφίσουν, να σε βαθμολογήσουν… Και μόνο αυτό, το ότι ο άλλος μπαίνει στη διαδικασία για σένα, είναι πολύ σημαντικό!
Αλλά και το ότι τόσα άτομα έρχονται στο θέατρο και πληρώνουν για να μας δουν με τον Νίκο… μόνο ευγνωμοσύνη με κάνει να νιώθω! Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το ότι ο άλλος σηκώνεται, ετοιμάζεται κι έρχεται, από όπου κι αν μένει, για να σε δει. Έχει επιλέξει να σε δει!
…και επιλέγει εσένα, σε μια πόλη όπου υπάρχουν αμέτρητα θέατρα και παραστάσεις…
Ακριβώς! Αλλά πάντα είναι και το έργο. Το «Σκηνές από ένα γάμο» έχει να πει πράγματα σε όλες τις ηλικίες, σε όλες τις καταστάσεις, σε όλα τα φύλα. Οι σχέσεις δεν αλλάζουν μέσα στον χρόνο, παραμένουν ίδιες.
Επειδή την παράσταση την έχω δει, πρέπει να πω ότι είναι έντονη και για τον θεατή, αλλά και πολύ απαιτητική για εσάς! Κατ’ αρχάς, οι δυο σας είστε συνεχώς πάνω στη σκηνή, από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ψυχολογικές εναλλαγές είναι πολλές… Πώς αποφορτίζεσαι μετά από κάτι τέτοιο;
Το έχω δουλέψει και, τελειώνοντας η παράσταση, θα πιω ένα κρασί, μπορεί να πάω κάπου με φίλους και να περάσω καλά. Αυτό που δεν έχω καταφέρει ακόμα είναι να αντιμετωπίσω αυτό το «κράτημα» που έχω από την ώρα που θα ξυπνήσω, μέχρι την ώρα που θα πάω στην παράσταση – να μην κουραστώ, να έχω κοιμηθεί, να μη φάω κάτι που θα με πειράξει, να μη γελάσω δυνατά και μου χαλάσει η φωνή… Επειδή ο ρόλος είναι πολύ απαιτητικός, είμαι σε μία «καταστολή» όλη τη μέρα, κι αυτό λίγο με ενοχλεί.
Εμείς το 100% μας το δίνουμε στις 21:30 το βράδυ! Σκέψου πώς μπορεί να είσαι, αν έχεις ξυπνήσει από το πρωί, έχεις να κάνεις τόσα πράγματα μέσα στη μέρα και πρέπει να πας και το βράδυ να παίξεις στην παράσταση, με τόσα μάτια από κάτω να σε παρακολουθούν. Αυτό είναι μια καθημερινή ανοιχτή οντισιόν για σένα…
Επιπλέον, αυτά τα τρία τελευταία δευτερόλεπτα πριν βγεις στη σκηνή, όπου πλέον δεν είσαι η Μαρίνα, είσαι κάποια άλλη… αυτή η μετάβαση είναι πολύ δύσκολη. Βέβαια για μένα, παράλληλα, είναι και αποφορτιστικό, γιατί αφήνω πίσω όλη μου την καθημερινότητα και όλα τα προβλήματα.
Όταν είμαι πάνω στη σκηνή, δεν μου αφήνω περιθώριο να σκεφτώ οτιδήποτε. Είχα τον γιο μου στο νοσοκομείο και είπα «Τελείωσε, δύο ώρες θα είσαι συγκεντρωμένη στην παράσταση». Με το που τελειώσαμε και υποκλιθήκαμε, πήγα κατευθείαν στο καμαρίνι και αμέσως πήρα τηλέφωνο να μάθω πώς είναι το παιδί.
Αυτό, όμως, όπως και εκείνη η πειθαρχημένη «καταστολή» τις μέρες της παράστασης, μου φαίνονται δύσκολα. Και δεν ξέρω κι αν λειτουργούν όλοι έτσι…
Όχι, δεν λειτουργούν όλοι έτσι, ο καθένας έχει τη δική του συνθήκη.
Γενικά είμαι πολύ πειθαρχημένη. Δεν μπορώ να βγω να ξενυχτήσω τη μια μέρα, και την επομένη να έχω παράσταση. Και σου λένε «Έλα μωρέ, αφού αύριο βράδυ παίζεις…». Δεν είναι έτσι, παιδιά… Διότι αν εγώ βγω, ξενυχτήσω, πιω και φωνάξω, πώς θα ξυπνήσω την επομένη; Τι φωνή θα έχω;
Ε, αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν οι φίλοι μου εκτός χώρου. Αλλά με έχουν μάθει πια και μ’ αφήνουν να πάω για ύπνο… (γέλια)
Το βράδυ που είδα το «Σκηνές από ένα γάμο», δεν έπεφτε καρφίτσα στο θέατρο. Ποιο είναι, για σένα, το βασικότερο συστατικό επιτυχίας αυτής της παράστασης;
Νομίζω η χημεία που έχουμε με τον Νίκο, αλλά και η σκηνοθεσία της Έλενας Καρακούλη, η οποία μας ξέρει πολύ καλά και τους δύο. Με τον Νίκο έχουμε και ένα κοινό υποκριτικό κώδικα.
Κι επειδή η Έλενα είναι γυναίκα, ήξερα ότι κι εμένα θα με καλύψει σε πράγματα λίγο πιο αμήχανα – διότι έχει και κάποιες σκηνές στο έργο που είναι πιο απαιτητικές.
Αλλά νομίζω ότι το να γνωρίζεσαι και ν’ αγαπιέσαι με τον άλλον είναι το πιο σημαντικό· σε «λύνει» σκηνικά.
Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που σας έχουν πει οι άνθρωποι που είδαν την παράσταση;
Ένας κύριος είπε «Με κάνατε να μη βλέπω την ώρα να γυρίσω σπίτι, να πάρω αγκαλιά τη γυναίκα μου»… Τι ωραιότερο;
Ακόμα κι αν δεν ταυτίζεσαι άμεσα με αυτό που βλέπεις, αποκλείεται να μη βρεις κάτι που να «μιλήσει» μέσα σου. Μια κυρία μας είχε πει «Το έχω ζήσει όλο! Ακόμα και το ξύλο…». Και μιλάμε για ωραίες γυναίκες, με προσωπικότητα, τις βλέπεις! Κι όμως…
Και τώρα σε τι φάση βρίσκεστε με το έργο;
Τώρα έχουμε ξεκινήσει περιοδεία – Σέρρες, Βόλο, Κοζάνη, Χανιά, Ηράκλειο και μετά τρεις εβδομάδες Θεσσαλονίκη. Θα πάει μέχρι λίγο μετά το Πάσχα.
Θα το συνεχίσετε και του χρόνου;
Μπορεί, το συζητάμε…
Αν σου ζητούσα να μου πεις ποια είναι για σένα η σημαντικότερη στιγμή σου επαγγελματικά, τι θα μου έλεγες;
Το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη», γιατί ήταν το πρώτο βραβείο που πήρα, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, του θεατρικού μου πατέρα. Ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος που είχα στο θέατρο, σε ένα πάρα πολύ δύσκολο και απαιτητικό έργο, το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι».
Και το “Jordan” ήταν μια σημαντική μου στιγμή, αλλά νομίζω ότι το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» είναι το σημαντικότερο. Έχω και το κοστούμι της παράστασης, έχω και ένα κομμάτι από το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα στο σπίτι…
Τα κοστούμια τα κρατάτε;
Όχι! (γέλια) Αλλά εγώ, επειδή συλλέγω πράγματα (από προγράμματα, από σκηνικά, από αφίσες κ.λπ.), το ζήτησα και το πήρα.
Κάνεις συλλογή μόνο από τις δικές σου παραστάσεις ή και από άλλες που θα πας να δεις;
Έχω κι από άλλες, φυσικά…
Για πες μία παράσταση από την οποία κράτησες ενθύμιο.
Έχω ένα άγαλμα από τις «Φοίνισσες» που είχε κάνει ο Ευαγγελάτος στην Επίδαυρο, πάλι με σκηνικά του Πάτσα. Και έχω και δύο σκαμπό από το «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
Η σηµαντικότερη στιγµή µου επαγγελµατικά ήταν το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Ουσιαστικά, έρχονται κάποιοι άνθρωποι και σου λένε «Μπράβο, συνέχισε! Άνοιξε τα φτερά σου και πέτα!»
Κι έτσι, για το κλείσιμο, θα ξαναγυρίσω στις «Ψυχοκόρες». Αυτή η σειρά έχει καταφέρει κάτι πολύ σημαντικό: ενώ για πολύ καιρό έπαιζε στην πλατφόρμα του ΑΝΤ1+, και ήταν προσβάσιμη σε συγκεκριμένο κοινό, συζητήθηκε τόσο πολύ, που έκανε το ευρύτερο κοινό να την περιμένει εναγωνίως. Αυτό πού το αποδίδεις;
Αυτό λειτούργησε από στόμα σε στόμα. Και είναι και μια σειρά που, από όπου και να το πιάσεις, από το σενάριο της Πένυς Φυλακτάκη και του Βαγγέλη Νάση, από την εταιρεία παραγωγής τη Feelgood, τη σκηνοθεσία του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, μέχρι τους ηθοποιούς που είναι όλοι ένας κι ένας… Έχει γίνει ένας συντονισμός πραγμάτων κι έχουν κουμπώσει όλα τα γρανάζια τόσο ωραία, που λες «και να ‘θελα να το πετύχω, δεν θα μου έβγαινε ποτέ τόσο καλά»!
Δεν μπορώ να σκεφτώ, δηλαδή, τη Νέλλα να την έκανε άλλη, πέρα από τη Δήμητρα Ματσούκα, ή τη Μάγια να την έκανε άλλη, πέρα από τη Γιούλικα Σκαφιδά – δεν σου λέω για μένα… Ακόμα και τα κορίτσια, ρε παιδί μου… δεν θα μπορούσαν να ήταν άλλα. Ακόμα και τα ονόματα τούς πάνε! Και όλοι οι άνδρες κάνουν ερμηνείες! Έχω τρελαθεί!
Κι είναι πολύ ενδιαφέρον που, ενώ είναι μια σειρά εποχής, το soundtrack είναι τόσο σύγχρονο…
Μα αυτό είναι το ωραίο! Εμένα με έχει ενθουσιάσει η μουσική. Φαντάσου ότι βάζω το soundtrack στο Spotify και παίζει, το ακούω συνέχεια!
Τώρα πια, που η σειρά προβάλλεται κανονικά στον ΑΝΤ1, έχεις καθόλου feedback για το πώς τη βλέπει ο κόσμος;
Εννοείται ότι έχω! Στο θέατρο πάρα πολύ! Ειδικά στο πρώτο κομμάτι της παράστασης που υποδεχόμαστε τον κόσμο, μου μιλάνε πολύ. Κατ’ αρχάς, μου φωνάζουν «Πού ‘σαι Νάτσαινα!» (γέλια) Μου αρέσει πολύ αυτό!
Αν οι «Ψυχοκόρες» ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν;
Πω πω… Πρέπει να με αφήσεις να το σκεφτώ λίγο αυτό…
Μέχρι να το σκεφτείς, θα πάω για την ίντριγκα: Αν έπρεπε κανείς ν’ αποφασίσει για την «οικογένεια της καρδιάς του», γιατί να συνταχθεί με #teamNatsi, και όχι με #teamKotrotsi ή #teamArditi; Ποια είναι τα ατού των Νάτσηδων;
Τα ατού των Νάτσηδων, ε; Είναι πιο καθημερινοί άνθρωποι οι Νάτσηδες. Σίγουρα έχεις πάει μια φορά σε ένα χωριό και έχεις δει τις γυναίκες να ανοίγουν φύλλο, τους ανθρώπους να πηγαίνουν στην εκκλησία, να μαζεύονται όλοι με κρασιά και τσίπουρα…
Ε, τώρα, οι Αρδίτες είναι πιο αστοί, με τους μπάτλερ, με τις μαγείρισσες… Κι απ’ την άλλη, είναι οι Κοτρώτσηδες, οι βιομήχανοι.
Οπότε, πιο κοντά στον απλό κόσμο είναι οι Νάτσηδες! Είναι κι οι κουνιάδοι, τα χωράφια, οι καβγάδες για τις κληρονομιές… Απλά καθημερινά πράγματα! (γέλια)
Πάντως, ρε παιδί μου, αν το καλοσκεφτείς, δεν υπάρχει ούτε ένας χαρακτήρας σ’ αυτή τη σειρά, που να μην τον βασανίζει κάτι· ούτε ένας! Η Ευανθία, τα κορίτσια, η Νέλλα, ο Παύλος… Πολλή ταλαιπώρια η ανθρώπινη φύση… (γέλια)
Μα γι’ αυτό και έχουν ενδιαφέρον οι ρόλοι! Πάσχει ο ήρωας! (γέλια)
Και ειδικά στην περίπτωση της Ευανθίας, να πούμε ότι εκείνη έχει τα λεφτά, όχι ο Νάτσης. Οπότε, όταν αυτός της λέει «Αν αυτή δεν έχει γκαστρωθεί μέχρι το τέλος του μήνα, σας πετάω και τις δύο στον δρόμο», φτάνει σε αδιέξοδο! Ο άλλος έχει πάρει την περιουσία και δεν του κοστίζει τίποτα να τη διώξει, δεν υπολογίζει τίποτα!
Τα κορίτσια, σε κοινή τους συνέντευξη, είχαν πει ότι το τέλος της σειράς τις άφησε με το στόμα ανοιχτό. Είναι τόσο ανατρεπτικό όντως;
Θα σου πω μόνο ότι δεν είναι για όλες και για όλους happy end. Όλοι έχουν μια εξέλιξη με ένα τρόπο, αλλά δεν καταλήγουν όλοι καλά.
Για το μέλλον υπάρχει κάτι στα σκαριά;
Συζητάω κάποια πράγματα, αλλά δεν έχω επιλέξει ακόμα αυτό που νιώθω ότι με καλύπτει καλλιτεχνικά.
Ε, έχει βάλει κι η σειρά ψηλά τον πήχυ…
Αυτό, κατάλαβες; Οπότε πρέπει να αξιολογήσω λίγο διαφορετικά το τι θα είναι το επόμενο, τουλάχιστον τηλεοπτικά.
Με το τραγούδι για τις «Ψυχοκόρες» καταλήξαμε;
Νομίζω ότι θα πω το “Separate Ways” από Journey. Μου αρέσει ο τίτλος, ταιριάζει στα κορίτσια.
Έκπληξη ήταν αυτό για τη Νάτσαινα… (γέλια)
Ε, ναι! Η Νάτσαινα είναι πολύ ροκ τύπος! (γέλια)
H Μαρίνα Ασλάνογλου στο Instagram
«Σκηνές από ένα γάμο» | Σταθμοί περιοδείας
- Τετάρτη 10 Απριλίου 20:00 & Πέμπτη 11 Απριλίου 21:15, Μίκης Θεοδωράκης στα Χανιά
- Παρασκευή 12 & Σάββατο 13 Απριλίου 21:15, Κυριακή 14 Απριλίου 20:00, Θέατρο Αστόρια στο Ηράκλειο
- Τετάρτη 17, Πέμπτη 18, Παρασκευή 19 & Σάββατο 20 Απριλίου 21:15, Κυριακή 21 Απριλίου 20:00, Θέατρο Αυλαία στην Θεσσαλονίκη



Μαρία Λυσάνδρου
