Ο Νίκος Πουρσανίδης δεν είναι (πάντα) αυτό που φαίνεται. Είναι μια ήρεμη δύναμη, η οποία μπορεί να μετατραπεί αυτόματα σε «τυφώνα», αν το απαιτήσουν η δουλειά και οι περιστάσεις. Κι αυτό δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ταιριαστό με έναν αστυνομικό ρεπόρτερ, όπως ο «Στάθης Μακρής» που ο Νίκος υποδύεται στον «Δικαστή» του ΑΝΤ1, αλλά και με έναν ηθοποιό υποψήφιο για το Βραβείο Διεθνούς Θεατρικού Ρεπερτορίου από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για τον ρόλο του «Κατούριαν», στην παράσταση «Πουπουλένιος». Και, σίγουρα, απόλυτα συμβατό με κάποιον που έχει επιλεγεί για να παίξει σε σειρά του Martin Scorsese. Ναι, ο Νίκος είναι (και) όλα αυτά. Κυρίως, όμως, είναι φοβερός συμπαίκτης στο συνεντευξιακό παιχνίδι. Μπορεί να μην έγινε ποδοσφαιριστής, που ήθελε μικρός, αλλά σίγουρα δεν πήγαν χαμένα τα γονίδια της οικογένειας: ο Νίκος Πουρσανίδης ξέρει πώς να «παίζει μπάλα» σε όλα τα επίπεδα.
Έχοντας μιλήσει και με τα δύο αδέλφια σου παλαιότερα, καταλαβαίνω ότι είστε μια δεμένη οικογένεια, με πολύ μεγάλη αλληλοϋποστήριξη. Αναρωτιέμαι, λοιπόν: πόσο εύκολο είναι για κάποιον σαν εσένα, που έχει μεγαλώσει σε ένα τόσο «υγιές» περιβάλλον, να πορευτεί αλώβητος σε έναν τόσο ανταγωνιστικό χώρο;
Οι γονείς μας είχαν μια φοβερή εμπιστοσύνη σ’ εμάς. Αλλά, την ίδια στιγμή, μας ενέπνεαν και την επανάσταση. Όσο π.χ. και να έλεγε ο πατέρας μου στον αδελφό μου «Δε θέλω να γίνεις ποδοσφαιριστής», όταν πλέον έγινε και έδειξε πόσο δούλευε γι’ αυτό, δεν έχασαν κανένα αγώνα του – ούτε ο πατέρας μου, ούτε η μάνα μου. Έτσι ήταν και ο Δημήτρης, έτσι ήμουν κι εγώ μετά.
Η στάση των γονιών μας ήταν «Δείξε μου ότι το αγαπάς πολύ, ότι το πιστεύεις και εργάζεσαι γι’ αυτό, κι εγώ θα είμαι εκεί». Έβλεπα λοιπόν ότι, έχοντας τις ίδιες ακριβώς προσλαμβάνουσες με μένα, ο ένας αδελφός μου έπαιζε στον Ολυμπιακό και στην Εθνική· ο άλλος αδελφός μου έπαιζε στο «Λόγω Τιμής».
Άρα, εγώ μεγάλωσα με έναν ανταγωνισμό στο σπίτι μου, έτσι κι αλλιώς. Ήμουν αρκετά μικρότερος από τα αδέλφια μου, 12 και 10 χρόνια αντίστοιχα, κι έβλεπα τον ένα να παίρνει βραβεία, και τον άλλον να παίρνει το ένα πρωτάθλημα μετά το άλλο. Είχα τέτοια παραδείγματα, με τα οποία έπρεπε να συμβαδίσω. Οπότε μετά, στη δουλειά, έχοντας κάποιους άλλους που ήταν ανταγωνιστικοί μαζί μου, έλεγα «άντε, ν’ ανταγωνιστώ κι εσένα…». (γέλια)
Και ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας σου; Πόσο ταιριάζει σε ένα χώρο τόσο «έντονο»;
Το να είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι είσαι και αδύναμος. Είναι αυτό που έλεγε ο πατέρας μου: «Να είσαι εσύ εργατικός και άψογος στη δουλειά σου, και δεν θα μπορεί κανείς να σου πει το παραμικρό».
Ξεκινώντας κι εγώ τη δουλειά, και έχοντας ήδη κάνει μια ταινία με τον Αγγελόπουλο σε πολύ νεαρή ηλικία, μπήκα με ένα φοβερό αβαντάζ. Παρόλα αυτά, το πρώτο ταλέντο που μου είχε αναγνωριστεί στο σχολείο ήταν το να γράφω – το οποίο μου βγήκε αργότερα. Αλλά ήμουν και πάρα πολύ τυχερός, γιατί όλα έγιναν πολύ νωρίς και η μία δουλειά έφερνε την άλλη.
Μπήκα και στο Εθνικό χωρίς να ετοιμαστώ πάρα πολύ, είχα φοβερή άγνοια κινδύνου. Αν δεν πέρναγα στο Εθνικό, δεν ξέρω τι θα έκανα.
Ε, φαντάζομαι, θα έβρισκες έναν άλλο τρόπο…
Έχω περάσει και στο Ιστορικό. Θα μπορούσα να είμαι ιστορικός ή να έγραφα από πιο νωρίς. Αλλά είναι σαν να αφέθηκα σε μια ροή, η οποία με πήγαινε.
Ξέροντας τον χαρακτήρα που έχω, έλεγα «Εγώ δεν θέλω να είμαι αυλή κανενός. Οπότε, πρέπει να δουλέψω πάρα πολύ για να ισοφαρίσω αυτό που μου λείπει, δηλαδή μια ψυχολογία καριερίστα» – όχι ότι είναι κακό να κυνηγάει κανείς την καριέρα του.
Πιστεύεις ότι έχει δαιμονοποιηθεί λίγο αυτό; Υπάρχει πάντα αυτή η αυτολογοκρισία, λες και αν πεις «κυνηγάω την καριέρα μου», θα θεωρηθεί ότι έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου…
Καταλαβαίνω ακριβώς αυτό που λες…
Εγώ νιώθω ότι είμαι σε μια πορεία ζωής, στην οποία ωριμάζω μέσα από συνεργασίες – κάποιες καλές, κάποιες όχι, και κάποιες σπουδαίες, είτε στο εξωτερικό, είτε εδώ. Δεν θέλω να κρύβω πια αυτά που κάνω· ίσως παλαιότερα να «υποτιμούσα» τις δουλειές μου, γιατί φοβόμουν ότι θα με πούνε ψώνιο, ότι είμαι καριερίστας…
Παρόλα αυτά, άσχετα με το πόσο μπορεί να προέβαλλα ή να μην προέβαλλα κάτι, δεν υποτιμούσα καθόλου τον εαυτό μου στη δουλειά. Δεν νιώθω κατώτερος π.χ. όταν δουλεύω με τον Frears ή όταν πάω στον Scorsese· νιώθω ότι μπορώ να κάνω και αυτό.
Παντού υπάρχουν ταλαντούχοι άνθρωποι, και στη χώρα μας και έξω, με τους οποίους μπορώ να επικοινωνήσω. Ο Χάρης Ζαμπαρλούκος, ένας εξαιρετικός διευθυντής φωτογραφίας, μου έλεγε μια ιστορία για τον Janusz Kamiński, τον διευθυντή φωτογραφίας του Spielberg, ο οποίος έλεγε «Κάθε φορά που έπαιρνα Όσκαρ, πήγαινα κι έβλεπα τις ταινίες που έκαναν οι Ρώσοι στις αρχές του 20ού αιώνα, για να καταλάβω ότι δεν έχω κάνει τίποτα ακόμα».
Αυτό νιώθω κι εγώ: πιστεύω ότι είμαι ικανός για τα πάντα και, ταυτόχρονα, υπάρχει και κάτι άλλο ακόμα που πρέπει να φτάσω. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει να μιλάω με όρους καριέρας, αλλά περισσότερο με όρους πορείας και ωρίμανσης.
Τελικά, πού καταλήγεις: είναι καλύτερο να δουλεύεις πολύ και «αθόρυβα», ή να δουλεύεις πολύ και «θορυβωδώς»;
Πιστεύω ότι τίποτα δεν είναι πανάκεια. Στη δική μου πορεία, με απασχολεί περισσότερο η δουλειά η ίδια, και όχι πώς να την προβάλω. Τώρα, πλέον, νιώθω ότι έχω τη σιγουριά και τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να μπορώ να επικοινωνήσω αυτά που κάνω. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν ήθελε ποτέ να έχει ταμπέλες, π.χ. «κάνω μόνο κωμωδία ή κάνω μόνο τηλεόραση» – αυτό θέλει χρόνο, ώστε να μπορέσεις να πείσεις και το σινάφι, και τους παραγωγούς, και το κοινό.
Πιστεύω ότι έχω φτάσει πια σε ένα σημείο στην καριέρα μου, που όλα κουμπώνουν: κουμπώνει το θέατρο, όπου κάνω τον Πουπουλένιο· κουμπώνει το ότι δουλεύω στο εξωτερικό με τον Scorsese· κουμπώνει το ότι κάνω τον «Δικαστή» στον ΑΝΤ1· κουμπώνει το ότι γράφω μια σειρά, η οποία θα γυριστεί σύντομα· κουμπώνει το ότι έχω γράψει ένα βιβλίο που έχει πάρει το κρατικό βραβείο.
Ερχόμενη εδώ, άκουγα στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι του Πάνου Μουζουράκη, το οποίο λέει «Τι να λέμε, όλα είναι τυχερά…». Θέλω, λοιπόν, να μου πεις βάσει και της εμπειρίας σου: μεταξύ τύχης, ταλέντου, σπουδών, πολλής δουλειάς και ρίσκου, ποιο θεωρείς εσύ κρισιμότερο για το χτίσιμο μιας επιτυχημένης καριέρας;
Νομίζω το ρίσκο, το να μην επαναπαύεσαι ποτέ!
Πολλές φορές, μου λένε «φαίνεσαι ήρεμος άνθρωπος, δεν βγαίνεις…». Μπορεί να μη βγαίνω κάθε βράδυ να πίνω το ποτό μου, αλλά θα φύγω στην Αγγλία και θα μείνω 4 χρόνια από το πουθενά. Θα πω στη γυναίκα μου «Βρήκαμε εισιτήρια; Φύγαμε!». Θα πάω στο Ιράν. Θα πάω στην Κύπρο με τον γιο μου και τη γυναίκα μου, για να παίξω θέατρο. Όλα αυτά είναι πιο ακραία από ό,τι ακούγονται.
Αποφάσισα ξαφνικά να πάω στο Ιράν, ενώ όλοι μου λέγανε «Πού πας; Εκεί πέρα είναι μακριά και γίνεται πόλεμος!». Κι όμως, έζησα μια απίστευτη εμπειρία εκεί, που δεν υπήρχε περίπτωση να τη ζήσω αλλιώς.
Άρα, για μένα, πρώτο είναι το ρίσκο και μετά η πολλή δουλειά.
Το timing;
Το timing σίγουρα παίζει ρόλο, αλλά πολλές φορές το διαμορφώνεις εσύ.
Έχεις δουλέψει πολύ και στην Ελλάδα, και στο εξωτερικό. Ποιες είναι οι βασικές διαφορές που εντοπίζεις μεταξύ των δύο στον δικό σου χώρο;
Κατ’ αρχάς, το μέγεθος παραγωγής. Εμείς, ό,τι και να κάνουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε αυτές τις τεράστιες παραγωγές, γιατί δεν έχουμε τόσο κόσμο να μιλήσουμε, δεν έχουμε τόσο τέτοια αγορά.
Μια μεγάλη διαφορά, κι αυτό το έχω ζήσει και εδώ με τον Αγγελόπουλο, και με άλλες δουλειές, κυρίως στο θέατρο, είναι αυτό που κάνεις να είναι ένα καλλιτέχνημα, ένα έργο Τέχνης που θα μείνει. Αυτό «σε μετακινεί», σε ωριμάζει.
Βλέπω ότι, πολλές φορές, στην τηλεόραση δεν υπάρχει κανένα όραμα.
Υπάρχουν κάποιες δουλειές, όπως είναι και ο «Δικαστής», οι οποίες σημαίνουν κάτι παραπάνω, πέρα από την επιτυχία: μαζεύονται κάποιοι δημιουργοί, με κύριο τον σκηνοθέτη, αλλά και ηθοποιοί… Και τότε κάτι συμβαίνει ενεργειακά, κι αυτό γίνεται πιο σπουδαίο.
Όταν γύρισα από την Αγγλία, στην κρίση, συνειδητοποίησα ότι στην Ελλάδα έχει γίνει επιστήμη το ευτελές. Δηλαδή να τα κάνουμε όλα όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να βγουν όσο περισσότερα επεισόδια γίνεται… Παρόλα αυτά, μέσα σε όλη αυτή τη γρηγοράδα, έχουν βγει και φοβερά «διαμάντια», φοβερές δουλειές.
Ο Βαφέας μου λέει «μ’ αρέσεις, γιατί αντιμετωπίζεις το οτιδήποτε σαν να είναι αριστούργημα». Νομίζω ότι έτσι πρέπει να λειτουργούμε.
Επιπλέον, πρέπει να κάνουμε και την αυτοκριτική μας. Δεν έχω ακούσει πολλές φορές ηθοποιούς να λένε «γαμώτο, σήμερα δεν ήμουν και τόσο καλός…». Συνήθως φταίνε όλα τα υπόλοιπα. Δεν παίρνουμε την ευθύνη – κι αυτό μας λείπει σε όλους τους τομείς, και στην πολιτική. Για μένα, αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη έχει και την εξουσία.
Πάντα νιώθω ότι είµαι ο outsider. Όχι underdog. Outsider. Παρά την ευγένεια µου και τη φαινοµενική κοινωνικότητά µου, είµαι πολύ µοναχικός
Ας πάμε και στον «Δικαστή», στον ΑΝΤ1, όπου υποδύεσαι έναν αστυνομικό ρεπόρτερ, τον Στάθη Μακρή. Γι’ αρχή, λοιπόν, θα κάνω την έκπληξη και θα σε ρωτήσω: τι έχεις καταλάβει για τους δημοσιογράφους, μέσα από αυτό τον ρόλο;
Έχω καταλάβει πόσο πολύ ο κόσμος τους βλέπει με περίεργο μάτι. Αυτό είναι λάθος. Είναι σαν αυτά που λέγανε παλιά για τους ηθοποιούς: «Ηθοποιός; Εξώλης και προώλης!». Ή «Δικηγόρος; Ψεύτης!». Για μια στιγμή…
Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι ο δημοσιογράφος είναι ίσως ένα από τα πιο καίρια επαγγέλματα στις μέρες μας. Στην εποχή της πληροφόρησης, στην οποία παίρνεις γνώμες από οπουδήποτε, είναι πολύ σημαντικό το ποιος σου δίνει αυτή την πληροφορία και ποιον εσύ εμπιστεύεσαι για να σου πει την αλήθεια.
Μου έχει μείνει αυτή η ατάκα που έλεγε η Kellyanne Conway, μια σύμβουλος του Trump: “Well, there are some alternative facts…” («Υπάρχουν και κάποια εναλλακτικά γεγονότα…»). Όχι, δεν μπορεί η γνώμη σου να είναι πιο δυνατή από την αλήθεια μου, από το ίδιο το γεγονός!
Οπότε η δημοσιογραφία, για μένα, είναι πολύ σημαντικό λειτούργημα – σε όλες της τις πλευρές.
Ειδικότερα το αστυνομικό ρεπορτάζ είναι αρκετά σκληρός τομέας. Έκανες καθόλου έρευνα για τον ρόλο;
Έχω κάνει έρευνα, βέβαια… Είχα μιλήσει με μια αστυνομική ρεπόρτερ, η οποία μου έλεγε ότι, κάθε τόσο, βρίσκει χαρτάκια με απειλές στο αυτοκίνητό της. Την είχα ρωτήσει, λοιπόν, πώς μπορεί ένας δημοσιογράφος να κοιμάται μετά από αυτό. Κι εκείνη μου είπε «Μα όταν είσαι αυτός ο δημοσιογράφος, θες να βρεις την είδηση. Σε ιντριγκάρει όλο αυτό!». Όταν υπάρχει ησυχία, κάτι δεν πάει καλά. Είναι σαν έναν ηθοποιό, που του στερείς το θέατρο, του στερείς να είναι μπροστά.
Τι ήταν εκείνο που σε έκανε να πεις «ναι» στην πρόταση για τον «Δικαστή»;
Ήταν ένας συνδυασμός της ιστορίας, του ρόλου, του σεναριογράφου, του Νίκου Απειρανθίτη, των σκηνοθετών, του Κώστα Αναγνωστόπουλου και του Παναγιώτη Φαφούτη, αλλά και των ηθοποιών, με τους οποίους είχα χρόνια να δουλέψω: η Μαριάννα Πολυχρονίδη, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και ο Νίκος Ψαρράς είναι τρεις άνθρωποι, με τους οποίους έχω δουλέψει πολλά χρόνια μαζί. Ήθελα να ξαναέρθω σ’ επαφή μαζί τους.
Στην Ελλάδα, αυτό το είδος σειράς (δραματική – αστυνομική, λίγο αγωνίας, λίγο μυστηρίου) δεν το έχουμε τόσο πολύ ανεπτυγμένο, νομίζω. Δεν «το ’χουμε» τόσο πολύ…
… όπως τα καθημερινά εποχής, ας πούμε… (γέλια)
Ε, στα καθημερινά εποχής έχουμε τουλάχιστον τρία PhD! (γέλια) Στην περίπτωση του «Δικαστή» νομίζω ότι έχει γίνει μια ωραία δουλειά. Ποια στοιχεία της θεωρείς ότι μπορούν να κάνουν τη διαφορά;
Το λέγαμε πρόσφατα με τον Νικόλα τον Χαλκιαδάκη, ο οποίος πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ καλός στο ρόλο του. Λέγαμε ότι είναι πραγματικά σπουδαίο να γίνονται τέτοιες δουλειές, οι οποίες είναι και μια προσπάθεια προς μια άλλη κατεύθυνση.
Σε όσα έχω πει, προσθέτω και τη φωτογραφία – η σειρά έχει μια πολύ ωραία κινηματογράφηση, η οποία σε βάζει σε ένα πολύ ωραίο αστυνομικό κλίμα, χωρίς να είναι εξεζητημένο. Το βρίσκω πάρα πολύ ειλικρινές. Επίσης, πρέπει να πω ότι μου άρεσε πολύ και το πώς παίζανε οι συνάδελφοί μου. Θεωρώ ότι γίνεται μια πολύ ωραία προσέγγιση, γι’ αυτό και υπάρχουν πολλοί ρόλοι που είναι αβανταδόρικοι. Νομίζω ότι εκεί θα κερδίσουμε.
Μίλησέ μου λίγο για τον δικό σου ρόλο – ό,τι μπορείς να μου πεις, βέβαια.
Στην περίπτωση του δικού μου ρόλου, βλέπουμε έναν άνθρωπο που μπορεί να σε προβληματίσει. Λες «Αυτός γιατί τα κάνει όλα αυτά; Θέλει όντως να βρει την αλήθεια; Ή ενεργεί περισσότερο για το δικό του το συμφέρον;». Βλέπεις ότι έχει σχέση και με τον Σταβέρη, που είναι ο βασιλιάς της νύχτας. Από την άλλη, οι αστυνομικοί ρεπόρτερ με όλους πρέπει να έχουν επαφή – και, πολλές φορές, έχουν και ουσιαστικές σχέσεις. Διότι το ποιος είναι καλός και ποιος είναι κακός είναι κάτι πάρα πολύ γκρίζο. Δηλαδή, δες και τον «Νονό»: με τον Κορλεόνε είσαι! Γι’ αυτό και το πράγμα έχει μια γοητεία – είσαι μεν με τον Batman, αλλά, πολλές φορές, είσαι και με τον Joker!
Να πούμε και για τον «Πουπουλένιο»; Η παράσταση συνεχίζεται για 2η χρονιά, στο Σύγχρονο Θέατρο. Είναι ένα έργο που αγαπάει πολύ το ελληνικό κοινό, νομίζω…
Κατ’ αρχάς, αυτό ενώνεται με τον «Δικαστή» με έναν ιδιαίτερο τρόπο, γιατί ο κόσμος αγαπάει πολύ αυτό το έργο από την παράσταση που είχε κάνει ο Κωνσταντίνος (Μαρκουλάκης) πριν από 10 χρόνια! Κάναμε τον ίδιο ρόλο! Είναι πολύ γλυκό το ότι έχουμε κάνει και οι δύο τον Κατούριαν και, ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια, παίζουμε μαζί στην τηλεόραση.
Έχεις δίκιο! Έχει έρθει να σε δει ή όχι ακόμα;
Όχι ακόμα. Αυτή ήταν και η πρώτη του παράσταση που είχε σκηνοθετήσει και έκανε μεγάλη επιτυχία. Το λατρεύει αυτό το κείμενο. Και είναι πάντα και πολύ προστατευτικός – με ρωτάει «Αυτό πώς το λέτε; Και αυτό πώς το κάνετε; Θα έρθω να το δω!». Είναι πολύ κοντά στην καρδιά του αυτό.
Χρησιμοποιώντας τη λέξη που λέει και ο Κωνσταντίνος, θα πω ότι όλο αυτό είναι πολύ τρυφερό – και το ίδιο το έργο, και το πώς το αντιμετωπίζει εκείνος, και το πώς το αντιμετωπίζω κι εγώ…
Το ποιος είναι καλός και ποιος είναι κακός σε µια ιστορία είναι κάτι πάρα πολύ γκρίζο. Δηλαδή, δες και τον «Νονό»: µε τον Κορλεόνε είσαι!
Πώς «μιλάει» σε σένα αυτό το έργο;
Εμένα με μετακίνησε πάρα πολύ, είναι κάτι πολύ δικό μου. Κι αυτό είναι και το ωραίο πράγμα στη δουλειά μας: το ότι αυτό μπορεί να είναι πολύ δικό του Κωνσταντίνου, αλλά παράλληλα και πολύ δικό μου. Και, ουσιαστικά, δεν υπάρχει σύγκριση.
Έχει πει κάτι πάρα πολύ ωραίο ο Αγγελόπουλος. Του είχαν πει «Μοιάζετε με τον Ταρκόφσκι. Ποια πιστεύετε ότι είναι η διαφορά σας;». Και λέει «Θυμάστε μια ταινία που έχω κάνει, το “Τοπίο στην Ομίχλη”, που βγαίνει ένα χέρι πάνω από τον Θερμαϊκό; Εμένα είναι κομμένος ο δείκτης. Αν το έκανε ο Αντρέι, ο δείκτης θα έδειχνε!». Αυτό είναι φοβερό! Πίσω από τον καλλιτέχνη δεν είναι τα κάδρα, δεν είναι τα εισιτήρια που έκοψε… είναι το τι πιστεύεις γι’ αυτό. Είναι η φιλοσοφία σου. Αυτό εμένα με ακολουθεί ως αντίληψη. Γι’ αυτό, πολλές φορές, δεν με νοιάζει η σύγκριση ή ο ανταγωνισμός. Το θέμα είναι εγώ τι κάνω, εγώ τι θέλω να πω!
Να πούμε ότι η παράσταση είναι σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη.
Είναι αγαπημένο του έργο, αγαπημένο και του Γεράσιμου του Σκαφίδα, με τον οποίο παίζουμε μαζί και το κάνει συμπαραγωγή με το Σύγχρονο. Θέλαμε χρόνια να το κάνουμε.
Είμαστε πολύ τυχεροί και πολύ χαρούμενοι που ο κόσμος αγάπησε αυτή την παράσταση και, μετά από όλη αυτή την επιτυχία, πηγαίνει δεύτερη χρονιά. Μαζί με τον Αργύρη Αγγέλου και τον Δημήτρη Πιατά, που είμαστε από πέρυσι πολύ αγαπημένοι. Αυτό είναι πολύ σημαντικό σε τέτοια έργα, τα οποία είναι γενικώς πολύ δύσκολα, αλλά και ψυχολογικά δύσκολα.
Για τον ρόλο του Κατούριαν έχεις προταθεί και για το Βραβείο Διεθνούς Θεατρικού Ρεπερτορίου από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών! Πόση δουλειά κρύβεται πίσω από αυτόν τον ρόλο;
Εγώ σε αυτό το έργο έχω πάθει διάφορα – έχω χτυπήσει το στέρνο μου, πέρυσι είχαμε σταματήσει νωρίτερα…
Είχα αρχίσει από πάρα πολύ νωρίς να ηχογραφώ και να χρονομετρώ τις ιστορίες μου, για να αποκτήσω ρυθμό. Διότι ο Κατούριαν λέει τις ιστορίες του, γι’ αυτό και ο κόσμος θα πρέπει να νιώθει ότι εγώ τις έχω πει 500.000 φορές – και όντως τις είχα πει!
Ήρθε ο Γιάννης Ματθαίου, ο οποίος έγραψε μια απίστευτη μουσική για την παράσταση, και μου λέει «Σε χρονομέτρησα τη προηγούμενη φορά, το έχω βγάλει 6 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα. Για να δούμε, θα μπορέσεις να το κάνεις στην πρόβα;». Και το κάνω με τη μία! Μου λέει «Μα πώς το έκανες;». Εγώ χρονομετρούσα εδώ και μήνες τις ιστορίες μου!
Είναι αυτό που λέει ο Σουν Τζου στην «Τέχνη του Πολέμου»: «Κάθε μάχη κερδίζεται πριν καν αρχίσει». Θέλω πάντα να είμαι απόλυτα προετοιμασμένος. Αυτό είναι πολύ οξύμωρο σε σχέση με την προσωπικότητα που νομίζει ο κόσμος ότι έχω. Για μένα, τα περισσότερα πράγματα είναι πόλεμος, είμαι απόλυτα συγκρουσιακός!
Είμαι ένας άνθρωπος που θα σεβαστώ πάρα πολύ τον χώρο σου, δεν θέλω να πάρω τίποτα από σένα. Μόνο μην έρθεις στον δικό μου το χώρο… μην πάρεις αυτή μου την ευγένεια και τη διάθεση για δημιουργία ως αδυναμία. Αυτό δεν το έχω συναντήσει σχεδόν καθόλου στο εξωτερικό.
O σκηνοθέτης, για παράδειγμα, με τον οποίο ήμασταν το καλοκαίρι στα γυρίσματα της σειράς του Scorsese, ήταν ένας εξαιρετικός τύπος και σκηνοθέτης. Κι όμως, την ίδια στιγμή, ζήταγε πάρα πολλά πράγματα – και ήταν αμείλικτος, πολύ αμείλικτος! Ήταν αυτό που λέει ο Cillian Murphy για τον Cristopher Nolan: “He expects excellence from you”. Γιατί κι αυτός είναι το ίδιο! Στο δικό μου μέτρο, κι εγώ αυτό ουσιαστικά λέω. Περιμένω ένα σύμμαχο, ένα συμπολεμιστή.
Ο «Πουπουλένιος» είναι ένα πραγματικά σπουδαίο έργο, τον αγαπώ πολύ τον Μακντόνα. Κι επειδή είμαι κι εγώ συγγραφέας, ένιωσα πολύ κοντά με αυτόν τον χαρακτήρα – και είναι φοβερό, επειδή ο Μακντόνα είναι «το κακό παιδί του θεάτρου». Κι όμως, είμαι πιο κοντά στον χαρακτήρα του Μακντόνα από όσο νομίζεις!
Θέλω να πούμε λίγο και για τη σειρά του Scorsese, στην οποία συμμετέχεις, στην οποία ο ίδιος ο Scorsese είναι αφηγητής: “Martin Scorsese presents: The Saints”. Αδιανόητο, πραγματικά… Kατ’ αρχάς, τι αισθάνθηκες όταν έμαθες ότι σε θέλουν γι’ αυτή τη δουλειά;
Αυτοί με βλέπανε από πέρυσι. Αλλά όταν δεν σε παίρνουν, λες «εντάξει, δεν τους αρέσω».
Φέτος μου λένε, λοιπόν, ότι με ψάχνανε για τρεις ρόλους. Και λέω «άντε πάλι…». Και είμαστε στη Ζάκυνθο με την Κατερίνα και το γιο μου, και λέει η Κατερίνα (η γυναίκα μου είναι ατζέντης) «Σε ζητάνε για ένα ρόλο. Δεν θέλουν να σε δουν ξανά, σε έχουν δει ήδη σε τρία κάστινγκ. Θες;».
Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω! Κοιταζόμασταν και δεν το πιστεύαμε! Λέω «Συγνώμη, καταλαβαίνεις πού πάω; Καταλαβαίνεις ότι πάω σε μια σειρά του Scorsese και ότι θα γυρίσω τις σκηνές του Γολγοθά; Και ότι θα είμαι μέρος μιας ιστορίας, όπως του Ιησού του Ναζωραίου, που βλέπουμε κάθε Πάσχα;».
Αν σε ρωτούσα ποιο θεωρείς εσύ το μεγαλύτερο κέρδος για εσένα μέσα από αυτή τη συμμετοχή, τι θα μου έλεγες;
Είναι πολλά. Πραγματικά πολλά. Το κορυφαίο θα ήταν πως ένιωσα τόσο καλά και τόσο παρών, που χάρηκα κάθε στιγμή μου εκεί.
Πάντα νιώθω ότι είμαι ο outsider. Όχι underdog. Outsider. Παρά την ευγένειά μου και τη φαινομενική κοινωνικότητά μου, είμαι πολύ μοναχικός. Και εκεί, ένιωσα ότι βρέθηκα να δουλεύω με ανθρώπους που μιλάμε την ίδια γλώσσα. Ως επαγγελματίες, ως καλλιτέχνες και ως άνθρωποι.
Το να κάνω μια σειρά του Scorsese, με έναν σκηνοθέτη σαν τον Matti Leshem και μια τέτοια μεγάλη παραγωγή, είναι από μόνο του δώρο. Όμως η αντιμετώπιση που είχα από τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους μου ήταν κάτι το εξαιρετικό.
Η σχέση μου με τον William Houston, που είναι ο πρωταγωνιστής του επεισοδίου, ο σκηνοθέτης που με αγκάλιαζε και μου είπε ότι θα με ξαναπάρει του χρόνου, οι βοηθοί σκηνοθέτες, που είναι και βοηθοί του Sorrentino, και μου είπαν ότι θα με προτείνουν σε εκείνον από μόνοι τους… το έζησα αυτό με μεγάλη χαρά!
Γιατί μπορεί να μην δημιουργώ τυμπανοκρουσίες με τις συνεργασίες μου, αλλά τις χαίρομαι στο έπακρο, ξέροντας ότι τις έχω κερδίσει με σκληρή δουλειά και αφοσίωση. Και σ’ αυτή τη δουλειά αφέθηκα να το χαρώ σε όλο του το μεγαλείο. Και αυτή η αίσθηση με ακολουθεί από το καλοκαίρι, και θα με ακολουθεί.
Γενικώς, γράφεις – βιβλία, σενάρια… Μίλησέ μου λίγο για το καινούργιο σου βιβλίο.
Το καινούριο μου βιβλίο θα εκδοθεί και πάλι από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, απ’ όπου εκδόθηκε και το πρώτο μου βιβλίο, το «Πέρα από το Δάσος και Η Μαγεμένη Καρυδιά», για το οποίο έλαβα το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού/Νεανικού Βιβλίου.
Το δεύτερο μου βιβλίο, λοιπόν, λέγεται «Ο Μύθος του Μοναχικού Άι Γιώργη», και η βάση του είναι η γενοκτονία των Ποντίων. Γράφω για έναν άνθρωπο που, κατά τον μεγάλο διωγμό, ψάχνει την οικογένειά του, ενώ παράλληλα προσπαθεί να σώσει όσους περισσότερους πατριώτες μπορεί στον δρόμο του. Οπότε, ενώ προσπαθεί να βρει την γυναίκα του και τα δύο του παιδιά, δημιουργείται ένας μύθος γύρω από το ποιος πραγματικά είναι.
Επιπλέον, ξέρω ότι και κάποια σενάρια που έχεις γράψει θα αξιοποιηθούν. Και, μάλιστα, σε κάποιο από αυτά τα εγχειρήματα θα συνεργαστείς με τον αδελφό σου, τον Δημήτρη Αλεξανδρή. Τι νεότερο έχουμε σε αυτό το κομμάτι;
Το σενάριο μου «Ο Βοσκός», που το έχει η Filmiki Productions, έλαβε την επιχορήγηση από το ΕΚΚΟΜΕΔ και το Media Creative Europe, για να γίνει μια συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδας, Γερμανίας και Βουλγαρίας. Έχει να κάνει με έναν Έλληνα πωλητή σουβενίρ που κηρύττει πτώχευση και, κάτω από τη μόνη περιουσία που το απομένει, ένα μαντρί στην Ημαθία, ανακαλύπτει έναν αρχαίο Μακεδονικό τάφο. Και γίνεται αρχαιοκάπηλος.
Επίσης, ετοιμάζω μια σειρά με την Primavisione, με τον Βασίλη Θωμόπουλο στην σκηνοθεσία. Είναι ένα ελληνικό «Σέρλοκ Χολμς», με ιδιαίτερες κωμικές υποθέσεις, με τον Μάκη Παπαδημητρίου και εμένα, ως Γουάτσον και Σέρλοκ αντίστοιχα.
Και μετά από όλα αυτά, τι άλλο; Ποιο άλλο δημιουργικό «ταξίδι» έχεις στο μυαλό σου;
Το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσω το διήγημά μου «Η Μαγεμένη Καρυδιά» ως ταινία μικρού μήκους, με τον γιο μου στον πρωταγωνιστικό ρόλο! Ανυπομονώ να το ζήσουμε αυτό παρέα και να κάνουμε μια ιστορία που είναι εμπνευσμένη από μια πραγματική ιστορία του πατέρα μου.
Αυτό που θέλω, λοιπόν, είναι να συγκεντρωθώ σε αυτά τα projects που ετοιμάζω και να εξερευνήσω περισσότερο τον ρόλο του σεναριογράφου και του δημιουργού, και να μοιραστώ την δική μου οπτική με τον κόσμο.



Μαρία Λυσάνδρου

