Δώρα Χρυσικού: «Η “Γη της Ελιάς” έσωσε, με έναν τρόπο, ένα κομμάτι της ψυχικής μου υγείας»

Δεν ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτό που ήθελε να μου εξομολογηθεί, καθόλου προετοιμασμένη. Αλλά είχε έναν τρόπο να παρουσιάζει κάτι τόσο σοβαρό με τέτοια σιγουριά και τέτοια πραότητα ταυτόχρονα, που μόνο να τη θαυμάσεις μπορούσες. Η Δώρα Χρυσικού έρχεται φέτος στο Mega, στην πολυαναμενόμενη σειρά «Η Γη της Ελιάς», ως μια δυναμική Μανιάτισσα που μάλλον… δεν θα συμπαθήσουμε και πολύ. Σε αντίθεση με την ίδια τη Δώρα, το πλατύ της χαμόγελο και την τόσο θετική αύρα της, που αποκλείεται να μη σε κάνουν να τη συμπαθήσεις από το πρώτο δευτερόλεπτο. 

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου

_Στο Mega φέτος, λοιπόν… Θα σε βλέπουμε στη «Γη της Ελιάς», το νέο σίριαλ του Ανδρέα Γεωργίου.
Nαι, θα είμαι η Αρετή Καπερνάρου! Υποδύομαι μία παραδοσιακή Μανιάτισσα…

_Δώσε μου λίγο το πλαίσιο του ρόλου…
Ας ξεκινήσουμε από το ότι στη Μάνη υπάρχει μητριαρχία – ένα στοιχείο που είναι πολύ έντονο και στη σειρά. Επί της ουσίας, η γυναίκα κάνει κουμάντο στο σπίτι, κι αυτό είναι μια κατάσταση την οποία δέχονται σιωπηρά και οι άνδρες. Θα δεις ότι οι πλέον δυνατοί χαρακτήρες, ουσιαστικά αυτοί που κινούν τα νήματα στη σειρά, είναι οι γυναίκες.
Από όλες αυτές τις γυναίκες, λοιπόν, κάποιες είναι πιο σύγχρονες και κάποιες πιο παραδοσιακές. Ε, εγώ κάνω την πιο παραδοσιακή! Δεν είναι, δε, τυχαίο το ότι είμαι ο μόνος χαρακτήρας που ακόμα φοράει τσεμπέρι και κρατάει τα έθιμα. Πρόκειται για μια γυναίκα πολύ περήφανη που είναι Μανιάτισσα, η οποία έχει και μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το τι εστί Μανιάτισσα…

_Με αυτά που ακούω, πρέπει να ρωτήσω: Μιλάμε για έναν χαρακτήρα που θα συμπαθήσουμε;
Όχι, καθόλου! Δεν θα τη συμπαθήσεις καθόλου!

_Πολύ κατηγορηματικό ακούω αυτό το «όχι»! (γέλια)
Ας είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι συμπαθητική… Μπορεί να την κατανοήσεις με έναν τρόπο, και στη διάρκεια της σειράς θα υπάρξουν αρκετοί λόγοι για να την καταλάβεις… Επειδή, όμως, είναι ακραία και «μονομπλόκ», καθόλου ευέλικτη και πεισματάρα, αυτό την κάνει να γίνεται αγενής και προσβλητική.
Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η σκληρότητά της. Αυτό φαίνεται κι από τον τρόπο που φέρεται στην κόρη της, ενώ με τον γιο έχει έναν «έρωτα»… Έτσι βρήκε τα πράγματα από τους γονείς της, έτσι πρέπει να τα διατηρήσει, γιατί έτσι νιώθει ασφαλής. Το καινούργιο την κάνει να αισθάνεται απειλή. Και με τη Μυρτάλη, την κοπέλα του γιου της, νιώθει απειλή.
Παρόλο που θα δούμε κάποιες «μετατοπίσεις» στην πορεία, επί της ουσίας η «φτιαξιά» της είναι αυτή. Η Αρετή είναι σαν το τοπίο της Μάνης: σκληρό, άνυδρο και πετρώδες.

_Kαι στη σειρά είστε ζευγάρι με τον Πασχάλη Τσαρούχα;
Ναι, είμαστε ζευγάρι, με τα δύο παιδιά μας, τον Στέφανο και τη Βασιλική.
Με τον Πασχάλη είμαστε φίλοι. Ουσιαστικά εκείνος ήταν που έστειλε το βιογραφικό μου στη Βάνα Δημητρίου, που γράφει το σενάριο. Η Βάνα το προώθησε στον Ανδρέα Γεωργίου, μου ζήτησαν να κάνω δύο βιντεάκια και, μία ωραία Τρίτη, με πήρε ο Ανδρέας και μου είπε «Δώρα, θέλεις να συνεργαστείς μαζί μας;». Η αλήθεια είναι ότι αυτή ήταν η πιο εύκολη οντισιόν που έχω κάνει. Ήταν σαν όλοι οι δρόμοι να ήταν ανοιχτοί, για να κάνω εγώ αυτό το πράγμα…
Είμαι βαθιά ευγνώμων. Δεν ξέρω ποιοι είναι οι λόγοι που τους οδήγησαν στο να με επιλέξουν, αλλά, όπως και να ‘χει, η ευγνωμοσύνη και η χαρά μου είναι τεράστιες. Και δεν το λέω καθόλου ως κλισέ.

_Πάντως, το θέμα της σειράς είναι ιδιαίτερο. Σύγχρονη ιστορία μεν, αλλά με κάποια χαρακτηριστικά άλλης εποχής.
Γενικά, νομίζω ότι οι «Μέλισσες» και η μεγάλη επιτυχία που είχαν, άνοιξαν έναν καινούργιο δρόμο στη μυθοπλασία. Με έναν τρόπο, οι Έλληνες θέλουμε να βλέπουμε την «ελληνικότητα». Δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει σειρά που να έχει να κάνει με την ελληνική επαρχία, για την οποία να μην έχει ενδιαφερθεί το κοινό. Μην ξεχνάμε και το «Νησί», που ήταν και σε μια άλλη εποχή, πριν την κρίση…
Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που μπαίνει στα σπίτια όλων των Ελλήνων, δεν αφορά μόνο τα αστικά κέντρα, ούτε προφανώς μόνο το αθηναϊκό κοινό, που μπορεί και να τη «σνομπάρει»…
Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα παλαιότερα για γυρίσματα, τύχαινε να πηγαίνω σε απομακρυσμένα χωριά και να μου λέει ο κόσμος «Μας κρατάτε παρέα. Ακούμε τη γλώσσα μας. Βλέπουμε τοπία που δεν έχουμε δει ποτέ». Οπότε, είναι πολύ μεγάλη και η δική μας ευθύνη απέναντι στο κοινό. Πόσω μάλλον τώρα, που παρουσιάζουμε μια κοινωνία πολύ χαρακτηριστική για τον ελλαδικό χώρο, τη Μάνη…

_Πολύ ενθουσιώδη σε βλέπω…
Είμαι ενθουσιώδης πολλαπλώς. Αφ’ ενός γιατί, πέραν τού ότι μου αρέσει πάρα πολύ ο ρόλος μου, πέραν τού ότι συνεργάζομαι με ωραίους συναδέλφους, καλούς ηθοποιούς… δεν έχω γνωρίσει ποτέ (και είμαι στη δουλειά 20 τόσα χρόνια…) συνεργάτες σαν αυτούς της Make It Productions – με τόσο σεβασμό και αγάπη προς τους συνεργάτες τους. Και όταν λέω «συνεργάτες», δεν μιλάω μόνο για τους ηθοποιούς, μιλάω για τους τεχνικούς, για τους ανθρώπους που φροντίζουν τα σπίτια μας στην Κύπρο, για τους ανθρώπους που μας πηγαινοφέρνουν στο αεροδρόμιο. Μιλάμε για 150 εργαζόμενους…

_Πολύ σημαντικό αυτό…
Θέλω επίσης να πω και κάτι άλλο – γιατί ηθικά δεν μπορώ να μην το πω…
Ουσιαστικά, όταν γράψαμε τον «πιλότο» τον Απρίλιο, διαγνώστηκα με καρκίνο. Έκανα μία πάρα πολύ δύσκολη επέμβαση και, εν μέσω των γυρισμάτων, αναγκάστηκα να κάνω χημειοθεραπείες.
Επειδή δεν είμαι τωρινή και επειδή όλοι ξέρουμε πώς δουλεύει η τηλεόραση, ειδικά όταν ζούνε 150 οικογένειες από μια σειρά… ξέρω πάρα πολύ καλά ότι οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους μπορεί να με είχε αντικαταστήσει…
Όμως και ο Ανδρέας με τη Βάνα, και ο Κούλης (Νικολάου), όλοι οι άνθρωποι της παραγωγής, όχι απλά δεν το σκεφτήκανε, αλλά μου δώσανε και τον χρόνο που έπρεπε να πάρω, για να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου και να γυρίσω στα γυρίσματα. Μου φερθήκανε όπως μόνο η οικογένειά μου μού έχει φερθεί. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το ξεχάσω όσο ζω. Γιατί ξέρω ότι είναι υπέρβαση από την πλευρά τους…
Νομίζω ότι και το γεγονός ότι είχα δουλειά σε αυτήν τη στιγμή της υγείας μου, ήταν για μένα σωτήριο. Διότι κάθε βήμα που έκανα προς την ανάρρωση, ήταν για μένα ένα βήμα προς τη ζωή… Η δουλειά μού έδινε έναν στόχο, ήξερα ότι πρέπει να γίνω καλά, για να γυρίσω. Και κάθε φορά που γυρνούσα, παρόλο που πονούσα, παρόλο που είχαμε εξαντλητικά ωράρια και προφανώς δεν είχα τις αντοχές και τη δύναμη που μπορεί να έχει ένας άλλος άνθρωπος, υγιής, ήμουν τόσο χαρούμενη, τόσο πλήρης και «γεμάτη», γιατί ένιωθα ότι παίρνω τη ζωή μου πίσω…

_Άρα, αυτή η δουλειά κάπως συμβάλλει στη διαδικασία της θεραπείας σου, τελικά…;
Η «Γη της Ελιάς» έσωσε, με έναν τρόπο, ένα κομμάτι της ψυχικής μου υγείας, ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω αυτό που μου συμβαίνει με μεγαλύτερη δύναμη και μεγαλύτερη αισιοδοξία. Και το «ευχαριστώ» είναι λίγο. Όπως και το «ευχαριστώ» απέναντι στους συμπαίκτες μου, ουσιαστικά στον Πασχάλη Tσαρούχα, την Ιφιγένεια Τζόλα, τον Liam Ireland και την Αφροδίτη Λιάντου-Παπούλια διότι, προφανώς, όταν χρειάστηκε να λείψω, τα παιδιά φορτώθηκαν με πολύ μεγαλύτερο βάρος…


Αυτή τη στιγµή, εγώ παλεύω µε κάτι και πρέπει να το νικήσω, γιατί θέλω πάρα πολύ να ζήσω! Δεν µπορώ να κρύβοµαι πίσω από το δάχτυλό µου.


_Συγκινείσαι πάρα πολύ…
Θέλω πραγματικά ο κόσμος να την αγαπήσει αυτή τη σειρά, γιατί έχει γίνει από ανθρώπους που σέβονται πάρα πολύ τον άνθρωπο… Μου το λέγανε όταν πήγαινα στην Κύπρο ότι «αυτό που θα συναντήσεις εκεί δεν είναι οι συμβατικές εργασιακές σχέσεις με μια εταιρεία παραγωγής». Οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν δέκα χρόνια μαζί και είναι πραγματικά σαν οικογένεια. Εμείς δεν έχουμε κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα. Με παίρνανε τηλέφωνο από την εταιρεία παραγωγής, για να δουν τι κάνω, πώς είμαι, αν χρειάζομαι κάτι. Είναι μαγικό, είναι μαγικό…

_Υπάρχουν διαφορές, δηλαδή, σε σχέση με αντίστοιχες δουλειές στην Ελλάδα;
Ξέρεις τι… Τα γυρίσματα είναι μια δύσκολη διαδικασία. Αυτό που βλέπει ο θεατής έχει από πίσω πάρα πολύ χρόνο και πάρα πολλές ώρες εργασίας από όλα τα πόστα: από τους ηθοποιούς, τους σεναριογράφους, τους τεχνικούς, τον σκηνοθέτη, τους μοντέρ, τους υπεύθυνους παραγωγής, τους ενδυματολόγους, τους σκηνογράφους…
Η αλήθεια είναι ότι, ενώ πρόκειται για ένα πολύ βεβαρημένο πρόγραμμα 12 ωρών συνεχόμενων γυρισμάτων, σ’ αυτή τη δουλειά υπάρχει ένας «κώδικας». Ο Ανδρέας, ας πούμε, έχει τους ίδιους διευθυντές φωτογραφίας όλα αυτά τα χρόνια, ξέρουν πολύ καλά τι να κάνουν, με το που ζητάει ένα πλάνο. Αυτό, λοιπόν, σου λύνει τα χέρια. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που υπάρχει στην Ελλάδα, όπου, γενικώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα τρομερό άγχος. Το αποτέλεσμα βγαίνει μεν, αλλά πολλές φορές με γκρίνια και με εντάσεις…
Από τη μία χαίρομαι για τους νέους συναδέλφους, που είναι τέτοια η πρώτη τους τηλεοπτική δουλειά, διότι ανεβαίνει ψηλά ο πήχυς… Από την άλλη, νομίζω ότι έτσι και πάνε να δουλέψουν κάπου αλλού μετά, μπορεί να τους κακοφανεί. Όπως έπαθα εγώ, που δούλεψα πρώτη φορά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο… και ήμουν δεκατεσσάρων. Ο δε πρώτος ηθοποιός που αντιμετώπισα ήταν ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Λοιπόν καταλαβαίνεις ότι αυτό λειτουργεί αμφίδρομα – διότι σου ανοίγεται μεν ένας φοβερός κόσμος, αλλά μετά οι προσδοκίες είναι υψηλές και η «προσγείωση» είναι απότομη…

_Συζητώντας πριν οι δυο μας, μου είπες ότι θέλεις στις συνεντεύξεις σου να λες αυτό που σκέφτεσαι, δεν πιστεύεις άλλα και λες άλλα. Αυτό σου έχει κοστίσει καθόλου;
Πάρα πολύ, πάρα πολύ! Όμως, άκου κάτι: είμαι κλασικό δείγμα ενός ανθρώπου τυχερού. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με αρκετά μεγάλη οικονομική άνεση, πήγα σε ιδιωτικό σχολείο… Είχα από πολύ μικρή πολύ μεγάλη ενσυναίσθηση, είχα πολύ μεγάλη αγωνία γενικώς για τις ανισότητες. Αυτό, νομίζω, μου το εμφύσησαν οι γονείς μου. Επιπλέον, έχω πάρα πολύ υψηλό δείκτη δικαίου. Αν υπάρχει μια «πυραμίδα» αρετών, όπου ο καθένας τοποθετεί βάσει της δικής του ηθικής κλίμακας κάποια πράγματα, στη δική μου το δίκαιο στέκει πάρα πολύ ψηλά.
Από πάρα πολύ μικρή παλεύω για δικαιοσύνη και για ίσα δικαιώματα. Ονειρεύομαι έναν κόσμο που θα μας χωράει όλους, έναν κόσμο που θα χωράει το διαφορετικό. Υπ’ αυτή, λοιπόν, την έννοια… όταν παλεύεις για την «ορατότητα» των άλλων, δεν μπορείς εσύ να είσαι κρυψίνους. Δεν θα μπορούσα αυτή τη στιγμή να βγω και να πω ότι είμαι καλά, ενώ έχω καρκίνο. Όταν παλεύεις για να αναιρέσεις το «στίγμα» απέναντι σε κάποιες κοινωνικές ομάδες, δεν μπορείς εσύ να κρύβεις αυτό που σου έχει συμβεί και να ντρέπεσαι…

_Και γιατί να ντρέπεσαι…;
Ακριβώς! Οι άνθρωποι που έχουν μια ασθένεια (εγώ, ας πούμε, που αυτή τη στιγμή είμαι καρκινοπαθής) είναι πολλά περισσότερα πράγματα από την ασθένειά τους. Είναι όλα αυτά τα πράγματα που ήταν και πριν νοσήσουν!
Απλά, αυτή τη στιγμή, εγώ παλεύω με κάτι και πρέπει να το νικήσω, να σταθώ μαχήτρια, γιατί θέλω πάρα πολύ να ζήσω! Δεν μπορώ να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Για μένα, ως Δώρα, αυτό θα ήταν υποκριτικό…
Οπότε, όταν στέκομαι δίπλα στους φίλους μου τους gay, στο Pride, ή στους πρόσφυγες, ή στους τοξικοεξαρτημένους, και παλεύω για να έχουν αυτοί οι άνθρωποι φωνή και να αντιμετωπίζονται ισότιμα από την κοινωνία και από το κράτος, ε, δεν μπορώ εγώ να εμφανίζω κάτι άλλο από αυτό που είμαι.

_Ήσουν ένας από τους ανθρώπους, μαζί με τον Νίκο Ψαρρά, που στάθηκαν από την πρώτη στιγμή στο πλευρό της Ζέτας Δούκα όταν έκανε τις αποκαλύψεις περί κακοποίησης. Όλο αυτό έφερε μεν ένα τσουνάμι περαιτέρω αποκαλύψεων, οι οποίες όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Σε τι ποσοστό θεωρείς ότι έχει αντιμετωπιστεί ουσιαστικά αυτό το κεφάλαιο των κακοποιήσεων;
Η αλήθεια είναι ότι εγώ κρατάω μια πίκρα… Το ελληνικό #metoo, το οποίο ξεκίνησε από τη Σοφία Μπεκατώρου και μετά πήραν τη σκυτάλη δικοί μου συνάδελφοι, πίστευα ότι θα ήταν η αρχή ενός «σαρώματος» αυτού του σαθρού πράγματος, αυτού του φοβικού πράγματος της κακοποίησης. Ήλπιζα ότι θα έπαιρναν τη σκυτάλη και άνθρωποι από άλλους χώρους, αλλά αυτό ξαφνικά σταμάτησε. Σταμάτησε σ’ εμάς, στους καλλιτέχνες. Και θεωρώ ότι, σταματώντας στους καλλιτέχνες, η ελληνική κοινωνία έχασε μια χρυσή ευκαιρία για να καταλάβει βαθιά ότι αυτό δεν ήταν απλά μια ματιά μέσα από μια κλειδαρότρυπα, κάτι που αφορούσε πέντε διάσημες, οι οποίες απλά εξέθεσαν κάποιους ανθρώπους που ήταν κακοποιητικοί και παραβιαστικοί…
Αυτό αφορά την ελληνική κοινωνία γενικότερα και έχει να κάνει με την «κρυψίνοια», με τον φόβο, με παλιές νοοτροπίες «ναφθαλίνης» – με αυτό το «τι θα πει ο κόσμος» και «τα εν οίκω μη εν δήμω»…. Πρωτίστως, όμως, έχει να κάνει με την πατριαρχική κουλτούρα που κατατρώει ακόμα και σήμερα την ελληνική κοινωνία, όπου η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως κτήμα του αρσενικού, ο οποίος θεωρεί πως έχει εξουσία και λόγο πάνω της για το πώς θα ντυθεί, πώς θα συμπεριφερθεί, πότε θα πει «όχι» και τι δικαιούται να θέλει ή να μη θέλει. Αυτός είναι και ο λόγος που, αυτή τη στιγμή, βιώνουμε στην Ελλάδα πρωτοφανή εγκλήματα, βλέπουμε ξαφνικά τη γυναικοκτονία… ας μην τον φοβόμαστε τον όρο.
Εγώ δεν θα σου πω ότι θέλουμε αυστηρότερους νόμους, όχι… Θέλουμε παιδεία. Θέλουμε πρόληψη. Θέλουμε δομές. Θέλουμε να μπορούν οι γυναίκες αυτές να πηγαίνουν σε ένα αστυνομικό τμήμα και οι αστυνόμοι να μην τις στέλνουν πίσω στο κακοποιητικό περιβάλλον. Αυτό το πράγμα πρέπει να «ξεριζωθεί» και να γίνει μία εκ βάθρων αλλαγή.

_Το θέμα είναι τι θα μπορούσε να γίνει, κατά τη γνώμη σου, που να έθετε αυτή την προσπάθεια και πάλι σε κίνηση…
Εγώ πιστεύω πολύ στη μονάδα. Ούτως ή άλλως, όλο αυτό το πράγμα δεν ήταν κάτι που έγινε μαζικά. Έγινε μεμονωμένα και μετά πήρε τη μορφή πολλών καταγγελιών.
Πιστεύω ότι χρειάζονται απλά ψυχωμένοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν θα ντραπούν να καταγγείλουν αυτό που τους συμβαίνει. Επίσης, χρειάζεται να βρουν το κουράγιο και σε άλλους χώρους, αν κάποιοι έχουν υποστεί κάποιου είδους κακοποίηση, σεξουαλική, λεκτική, ψυχολογική, να το καταγγείλουν.
Και, φυσικά, πρέπει κυρίως να υπάρχουν ευήκοα ώτα, και μια κοινωνία έτοιμη να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη…

_Είμαστε έτοιμοι, πιστεύεις;
Όχι, δεν είμαστε. Η αλήθεια είναι ότι είμαι «μοιρασμένη» σε σχέση με αυτό, διότι ο μικρόκοσμος που εγώ συναναστρέφομαι είναι άνθρωποι προοδευτικοί, είναι άνθρωποι που πάντα «σέρνουν το κάρο». Όμως ξέρω ότι είναι μία μοναχική μειονότητα.
Καμιά φορά, όταν μπαίνω να διαβάσω τα σχόλια κάτω από ένα σχετικό άρθρο, πραγματικά σοκάρομαι…
Να σου πω, όμως, κάτι; Δεν μπορούμε να ζούμε τη ζωή μας με βάση τον κάθε μέσο Έλληνα «ούγκανο», τον κάθε φασίστα, τον κάθε ομοφοβικό, τον κάθε ρατσιστή. Καμία κοινωνία δεν πάει μπροστά, εάν όλοι λειτουργούν με βάση το τι θα πει ο κόσμος. Οι άνθρωποι πράττουν σε σχέση με τον δικό τους αξιακό κώδικα και ηθικό ανάστημα. Και οι άνθρωποι που υψώνουν το μπόι της ανθρωπότητας είναι οι άνθρωποι που πάνε κόντρα στο ρεύμα.
Εμένα πραγματικά έχει πάψει να με ενδιαφέρει το τι λέει ο κόσμος, ο κάθε κυρ-Παντελής και ο κάθε γείτονας… Εγώ κοιμάμαι πολύ ήσυχη το βράδυ. Προφανώς και έχω κάνει λάθη στη διαδρομή μου. Πολλές φορές, επειδή παθιάζομαι πάρα πολύ, έχω βρει μπελά. Αλλά αυτό είμαι.
Υπάρχουν άνθρωποι που εμπιστεύομαι, που μου «κρατάνε τα γκέμια» και, όταν ξεφεύγω, μου λένε «Δώρα, το έχεις παραχέσει το θέμα». Είναι ο σύντροφός μου, είναι η οικογένειά μου, είναι η μητέρα μου, είναι οι φίλοι μου, που λειτουργούν πάντα ως «βαρόμετρο» για μένα. Αλλά ξέρω ότι, αν δεν είμαι στη σωστή πλευρά, θα μου τραβήξουν το αυτί. Θεωρώ ότι έχω σταθεί στη σωστή πλευρά, ίσως μερικές φορές με κάποια υπερβολή. Δεν ντρέπομαι, όμως, ούτε γι’ αυτά που έχω κάνει, ούτε γι’ αυτά που έχω πει.