Το ένα παιδί μου, ηλικίας δημοτικού πια, ουδέποτε μεταμφιέστηκε σε αποκριάτικα πάρτι. Ούτε μία φορά. Όχι από αμέλεια, όχι επειδή δεν προλάβαμε να του πάρουμε στολή, όχι επειδή δεν του αρέσουν τα χρώματα, τα γκλίτερ ή οι ήρωες. Η άρνησή του είχε ξεκινήσει από το νηπιαγωγείο ακόμη, εκεί που υποτίθεται ότι το παιδί είναι αφημένο στις ορέξεις των γονιών και ντύνεται πειρατής, πασχαλίτσα ή σούπερ ήρωας, χωρίς πολλές ερωτήσεις. Και όμως, ο δικός μου γιος όρθωσε ανάστημα από τότε που ήταν λιγότερο από ένα μέτρο στο ύψος, και είπε ένα καθαρό, αδιαπραγμάτευτο «όχι, εγώ δεν θέλω να ντυθώ μασκαράς!».
Από τότε επιμένει στη θέση του. Εμφανίζεται στα αποκριάτικα πάρτι με τα καθημερινά του ρούχα, σαν να πηγαίνει μια απλή Τρίτη στο σχολείο. Τζιν, φούτερ, αθλητικά. Και ξέρετε τι γίνεται συνήθως; Περιθωριοποιείται. Αντιμετωπίζεται ως ο παράξενος της παρέας. Το παιδί που «δεν μπήκε στο κλίμα», που «δεν κατάλαβε το παιχνίδι», που «κάτι έχει». Οι μεγάλοι το κοιτάζουν με συγκατάβαση, τα παιδιά με απορία. Κάποιοι προσπαθούν να τον πείσουν τελευταία στιγμή, ακόμα και εγώ καμιά φορά του λέω «βάλε έστω μια μάσκα», «έλα μωρέ, μην πας έτσι» λες και η μη μεταμφίεση είναι προσβολή, και το να ακολουθήσεις το κοπάδι των μεταμφιεσμένων κάτι υποχρεωτικό.
Κάπου εδώ αρχίζει να γίνεται ξεκάθαρο πόσο λίγο αντέχουμε την απόκλιση από το συλλογικό αφήγημα της χαράς. Οι Απόκριες στην Ελλάδα κουβαλούν μια σχεδόν υποχρεωτική ευθυμία. Είναι η περίοδος που πρέπει να ξεφαντώσεις, πρέπει να γελάσεις, πρέπει να ντυθείς κάτι άλλο από αυτό που είσαι. Κι αν δεν το κάνεις, αν δεν σε απελευθερώνει η μεταμφίεση αλλά σε αγχώνει, τότε κάτι δεν πάει καλά με εσένα. Ή έτσι νομίζουμε. Kι εγώ, ως μαμά που βιώνει το «Όχι» στις Απόκριες, θα πω πρώτη ότι κάνουμε τρομερό λάθος.
Για κάποιους ανθρώπους, παιδιά και ενήλικες, η μεταμφίεση δεν λειτουργεί απελευθερωτικά, αλλά αγχωτικά. Δεν είναι παιχνίδι, είναι έκθεση. Δεν είναι ελευθερία, είναι απώλεια ελέγχου. Η στολή δεν γίνεται δεύτερο δέρμα, γίνεται βάρος. Το να φορέσεις κάτι που δεν σε εκφράζει, να υποδυθείς έναν ρόλο που δεν διάλεξες εσωτερικά, να μπεις σε έναν θορυβώδη, υπερδιεγερτικό χώρο, μπορεί να προκαλέσει στρες αντί για χαρά.
Ψυχολόγοι που μιλούν για το θέμα της μεταμφίεσης επισημαίνουν ότι δεν τη βιώνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους ανθρώπους, η μάσκα λειτουργεί ως «άδεια»: τους επιτρέπει να ξεφύγουν από κοινωνικούς ρόλους, να δοκιμάσουν συμπεριφορές, να εκφράσουν κομμάτια του εαυτού τους που αλλιώς καταπιέζονται. Για άλλους, όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η μάσκα δεν κρύβει, αλλά περισσότερο πιέζει. Δημιουργεί την αίσθηση ότι πρέπει να γίνεις κάποιος άλλος για να χωρέσεις.
Ιδιαίτερα στα παιδιά, αυτό δεν είναι λεπτομέρεια χαρακτήρα, αλλά βασικό στοιχείο προσωπικότητας. Υπάρχουν παιδιά που αγαπούν το συμβολικό παιχνίδι, και παιδιά που δεν το απολαμβάνουν. Παιδιά που νιώθουν άνετα με τη φαντασία, και παιδιά που προτιμούν το πραγματικό, το συγκεκριμένο και το γνώριμο. Παιδιά που αντλούν ασφάλεια από τη ρουτίνα, και παιδιά που αντλούν ενέργεια από την αλλαγή. Κανένα από αυτά δεν είναι «πρόβλημα». Είναι επιλογή χαρακτήρα.
Κι όμως, στις Απόκριες, αυτή η επιλογή συχνά στιγματίζεται. Ο μη μεταμφιεσμένος γίνεται ο «ξενέρωτος», ο «περίεργος», ο «δύσκολος». Σαν να του λείπει κάτι βασικό. Σαν να μην έχει πρόσβαση στη χαρά. Σαν να χρειάζεται «διόρθωση». Το μήνυμα που περνά στη συνείδηση του κόσμου, ύπουλα αλλά σταθερά, είναι ότι, για να ανήκεις, πρέπει να αλλάξεις. Ότι ο εαυτός σου, έτσι όπως είναι, δεν αρκεί. Και αυτό είναι βαθιά προβληματικό.
Είναι λάθος να πιέζουμε τα παιδιά, και τους ενήλικες ασφαλώς, να φορέσουν μάσκα όταν δεν το θέλουν. Είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε τη μη συμμετοχή ως έλλειψη, να ταυτίζουμε την εξωστρέφεια με τη χαρά και την εσωστρέφεια με το πρόβλημα. Η κοινωνική ψυχολογία, εδώ και χρόνια, μιλά για τη σημασία της αυθεντικότητας, το να μπορείς να είσαι αυτός που είσαι χωρίς να φοβάσαι την απόρριψη. Και οι Απόκριες, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να το εξασκήσουμε αυτό – αν το επιτρέψουμε, φυσικά, και δεν αντιμετωπίζουμε τους μη μεταμφιεσμένους σαν λεπρούς.
Γιατί το να μη θέλεις μάσκα δεν σημαίνει ότι δεν ξέρεις να παίζεις. Μπορεί να σημαίνει ότι παίζεις αλλιώς. Ότι δεν χρειάζεσαι στολή για να είσαι παρών. Ότι δεν σου αρέσει ο θόρυβος, η υπερβολή και η ψυχαναγκαστική χαρά (κακά τα ψέματα, ένας ψυχαναγκασμός ευθυμίας στις Απόκριες υπάρχει). Και όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά, είναι η άλλη όψη του νομίσματος.
Κάποιοι ειδικοί επισημαίνουν, επίσης, ότι για άτομα με αυξημένη αισθητηριακή ευαισθησία, οι στολές, τα υφάσματα, οι μάσκες στο πρόσωπο, τα έντονα χρώματα και οι δυνατοί ήχοι μπορούν να προκαλέσουν πραγματική δυσφορία. Δεν είναι ιδιοτροπία, είναι νευρο-βιολογία. Άλλοι άνθρωποι απλώς δεν αντλούν ικανοποίηση από το να υποδύονται ρόλους. Νιώθουν πιο ασφαλείς όταν είναι ξεκάθαροι, όταν δεν χρειάζεται να εξηγούν γιατί είναι ντυμένοι έτσι ή αλλιώς, όταν δεν τραβούν βλέμματα.
Κι εδώ έρχεται το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί μας ενοχλεί τόσο ο άνθρωπος χωρίς μάσκα; Μήπως επειδή μας θυμίζει ότι η μεταμφίεση δεν είναι πάντα επιλογή, αλλά προσδοκία; Μήπως επειδή, μέσα στη συλλογική φασαρία, η ήσυχη παρουσία κάποιου που δεν «παίζει» μάς φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ανάγκη να ανήκουμε;
Για την ιστορία, το παιδί μου συνεχίζει να πηγαίνει στα αποκριάτικα πάρτι με τα κανονικά του ρούχα. Δεν ζητάει να αλλάξει τους άλλους. Δεν κρίνει τις στολές των συμμαθητών του. Απλώς είναι εκεί, όπως είναι. Κι αυτό, για μένα, είναι μια μικρή πράξη γενναιότητας. Σε έναν κόσμο που σου λέει «φόρα κάτι άλλο για να σε δεχτούμε», εκείνος απαντά «θα έρθω έτσι, κι αν χωράω, χωράω». Και να σας πω και κάτι: χώρεσε. Μία, δυο, πέντε, δέκα, τον αποδέχτηκαν χωρίς στραβές ματιές και σχόλια. Μη σας πω ότι πήρε και άλλους μαζί του, παιδάκια που επίσης δεν τους αρέσει να μεταμφιέζονται.
Ίσως, τελικά, αυτό είναι το πιο ριζοσπαστικό μήνυμα των Αποκριών: όχι ότι μπορούμε να γίνουμε κάποιος άλλος, αλλά ότι μπορούμε, αν το θέλουμε, να μη γίνουμε. Να μείνουμε χωρίς μάσκα. Να επιλέξουμε τον εαυτό μας. Και να απαιτήσουμε να είναι αρκετός.



Λίλα Σταμπούλογλου