Πώς διαχειριζόμαστε έναν επιβεβαιωμένο ασθενή ή ένα ύποπτο κρούσμα με COVID-19 στο σπίτι

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία (ΕΠΕ), θεωρώντας βαρύνουσας σημασίας τη φροντίδα των ασθενών στο σπίτι σε αυτή τη νέα έξαρση της πανδημίας, επικαιροποίησε τις οδηγίες διαχείρισης κατ’ οίκον ασθενούς ύποπτου ή επιβεβαιωμένου με COVID-19, αλλά και τις οδηγίες για τη φροντίδα και παρακολούθηση του ασθενή μετά τη νοσηλεία του, σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες.

Τι κάνουμε, αν κάποιος στο σπίτι είναι επιβεβαιωμένο ή ύποπτο κρούσμα με COVID-19

Οι ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα συμβατά με COVID-19 (πυρετό, βήχα, κεφαλαλγία, δύσπνοια, ανοσμία, αγευσία, κόπωση, μυαλγίες, διάρροιες, ρινόρροια/συμφόρηση, θωρακαλγία), θα πρέπει άμεσα να υποβάλλονται σε μοριακό τεστ ανίχνευσης (PCR) του RNA του ιού, μέσω λήψης ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος. Η επιβεβαίωση με PCR είναι η μόνη διαγνωστική μέθοδος που τεκμηριώνει τη λοίμωξη από SARS-CoV. Εν αναμονή του αποτελέσματος, οι ασθενείς θα πρέπει να απομονώνονται και να μην έρχονται σε επαφή με τα άλλα μέλη της οικογένειάς τους, σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες του ΕΟΔΥ.

Εάν το αποτέλεσμα του μοριακού ελέγχου είναι αρνητικό, συστήνεται η επανάληψη ελέγχου με PCR (μέσα σε 1-2 μέρες), ειδικά όταν υπάρχει ισχυρή κλινική – επιδημιολογική υποψία ή/και κίνδυνος να νοσήσουν σοβαρά κάποια άτομα του άμεσου περιβάλλοντος του ασθενή. Δεν θα πρέπει να παραλείπεται και ο έλεγχος για άλλες μικροβιακές λοιμώξεις, όπως βακτηριδιακή πνευμονία, λοιμώξεις ουροποιητικού κ.ά.) ή άλλες νόσους, που μπορεί να εξηγούν τα συμπτώματα.

Σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19 πνευμονία αποτελούν η μεγαλύτερη ηλικία και, ιδίως, τα παρακάτω συνοδά νοσήματα: χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, όπως η ΧΑΠ, το σοβαρό άσθμα, οι διάμεσες πνευμονοπάθειες κ.λπ., σοβαρές καρδιακές παθήσεις (συμπεριλαμβανόμενης της υπέρτασης), ανοσοκαταστολή (καρκίνοι υπό ενεργό θεραπεία, μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων ή αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, ανοσοανεπάρκειες, μη καλώς ελεγχόμενη HIV λοίμωξη, κορτικοστεροειδή ή άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα), σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, νοσογόνος παχυσαρκία (ΔΜΣ >35). Οι ασθενείς αυτοί είναι αυξημένου κινδύνου για επιδείνωση και πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρι να αναρρώσουν.

Συστήνεται η αυτο-παρακολούθηση των συμπτωμάτων, η τακτική θερμομέτρηση, η συνέχιση της λοιπής φαρμακευτικής αγωγής των ασθενών και, παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η καθημερινή επικοινωνία με τον πνευμονολόγο.

Θεωρείται απαραίτητη η προμήθεια στο σπίτι συσκευής παλμικής οξυμετρίας, ως αντικειμενικός δείκτης κινδύνου σοβαρής COVID-19 πνευμονίας. H οξυμετρία θα πρέπει να διενεργείται και στα δύο άνω άκρα, με το οξύμετρο να εφαρμόζεται για 20 δευτερόλεπτα και χωρίς να υπάρχει πυρετός.

Ασθενείς ασυμπτωματικοί ή με ήπια συμπτώματα δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε περαιτέρω εργαστηριακό και ακτινολογικό έλεγχο. Συστήνεται απομόνωση κατ’ οίκον για 10 ημέρες και καθημερινή επικοινωνία (τηλεφωνική ή μέσω εφαρμογών τηλεϊατρικής) με τον γιατρό τους, προκειμένου να γίνει έγκαιρα αντιληπτή τυχόν επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Οι αιτίες παραπομπής για εργαστηριακό έλεγχο και πιθανή νοσηλεία περιλαμβάνουν κυρίως: πυρετό άνω των 38 οC από επταημέρου, δύσπνοια, θωρακαλγία, ταχύπνοια >25 αναπνοές /λεπτό, ενδείξεις αφυδάτωσης, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, αίσθημα παλμών. Οι παράγοντες κινδύνου εξέλιξης της νόσου, όπως η μεγάλη ηλικία και η παρουσία υποκείμενων νοσημάτων, δεν αποτελούν από μόνα τους λόγους για παραπομπή στα Επείγοντα ενός ασθενή ασυμπτωματικού ή με ήπια συμπτώματα που δεν εξελίσσονται.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται αναφορικά με το ενδεχόμενο ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας τους, ιδίως πέραν των 7 ημερών νόσησης, καθώς και για το ενδεχόμενο εμφάνισης σχετιζόμενων επιπλοκών (οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, οξεία θρομβοεμβολική νόσος), που χρήζουν εκτίμησης από τον ιατρό τους ή από το νοσοκομείο αναφοράς.

Προς το παρόν, καμία εγκεκριμένη ή υπό έρευνα θεραπεία έναντι της COVID-19 δεν συνιστάται να χορηγείται κατ’ οίκον. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν στην ανακούφιση από τα συμπτώματα, και αυτές περιλαμβάνουν ανάπαυση, χορήγηση αντιπυρετικών για πυρετό και πόνο, καθώς και επαρκή διατροφή και κατάλληλη ενυδάτωση. Επίσης, δεν συνιστάται η προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών, εκτός εάν υπάρχει κλινική υποψία για βακτηριδιακή λοίμωξη. Εφόσον έχει πραγματοποιηθεί ακτινογραφία που αποδεικνύει την ύπαρξη πνευμονίας, συστήνεται η ενδεδειγμένη θεραπεία για πνευμονία με βάση τις τρέχουσες οδηγίες, εάν ο ασθενής δεν πληροί τα κριτήρια παραπομπής σε νοσοκομείο.

Ασθενείς που λαμβάνουν χρονίως οξυγονοθεραπεία κατ’ οίκον λόγω χρόνιας πνευμονοπάθειας, θα πρέπει να τη συνεχίζουν κανονικά, παρακολουθώντας την οι ίδιοι και ενημερώνοντας τον γιατρό τους για τυχόν επιδείνωση στον κορεσμό του περιφερικού αίματος. Σε ασθενείς που δεν λάμβαναν οξυγονοθεραπεία κατ’ οίκον και έχουν διαγνωστεί με νόσο COVID-19, θα πρέπει να αποφεύγεται η συνταγογράφηση και χορήγηση οξυγονοθεραπείας κατ’ οίκον.

H σταθερή αγωγή για ΧΑΠ ή βρογχικό άσθμα θα πρέπει να συνεχίζεται κανονικά. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για διακοπή λήψης των βιολογικών παραγόντων.

Τέλος, η απουσία υποστηρικτικού περιβάλλοντος για φροντίδα στο σπίτι μπορεί να επιβάλει, κατά περίπτωση, τη νοσηλεία του ασθενούς σε Δομή Υγείας.

Τι να έχουμε υπ’ όψιν για τους ασθενείς με COVID-19 μετά τη νοσηλεία τους σε νοσοκομείο

Ένας σημαντικός αριθμός ασθενών εμφανίζουν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (ως και αρκετούς μήνες) το λεγόμενο “post-acute Covid-19 syndrome”. Πρόκειται για μια ποικιλία συμπτωμάτων που μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, κόπωση, μυϊκή αδυναμία, μυαλγίες/αρθραλγίες, ζάλη, κεφαλαλγία, ανοσμία/αγευσία, γνωσιακές διαταραχές, ταχυκαρδίες, εφιδρώσεις, διάρροιες ή δυσκοιλιότητα. Το σύνδρομο αυτό διαφοροποιείται από το σύνδρομο μετά από νοσηλεία στη ΜΕΘ (PICS) και μπορεί να προσβάλει ακόμη και ασθενείς με ήπια οξεία νόσο. Ωστόσο, κάθε επίμονο ή νεοεμφανιζόμενο σύμπτωμα θα πρέπει να αξιολογείται ανεξάρτητα και να μην αποδίδεται πάντα στη νόσο.

Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν ψυχιατρικές διαταραχές τύπου μετατραυματικού στρες, με εκδηλώσεις άγχους, αϋπνία και κατάθλιψη. Η ψυχική επιβάρυνση πρέπει να αξιολογείται από κάθε γιατρό που εξετάζει ασθενή μετά από νοσηλεία και, αναλόγως, να παραπέμπεται για υποστήριξη σε ειδικό.

Εφόσον οι ασθενείς χρειάζονται φυσιοθεραπεία, αυτή δεν πρέπει να καθυστερεί, αλλά να παρέχεται από φυσιοθεραπευτή με τη χρήση μέσων ατομικής προστασίας, για όσο διάστημα ο ασθενής θεωρείται μολυσματικός και είναι σε απομόνωση.

Ασθενείς με σύνδρομο μετά από νοσηλεία σε ΜΕΘ (PICS) ή όσοι έχουν νοσηλευτεί με παροξυσμό ΧΑΠ, θα πρέπει το συντομότερο μετά το τέλος της περιόδου απομόνωσης να εντάσσονται σε προγράμματα αποκατάστασης. Εναλλακτικά, να αναζητούνται διαθέσιμα προγράμματα εξ αποστάσεως αποκατάστασης.

Διεθνώς έχουν διαπιστωθεί περιπτώσεις ασθενών με πνευμονικές βλάβες που εμμένουν σε ασθενείς με COVID-19 πνευμονία. Αν και αυτή τη στιγμή η διαθέσιμη επιστημονική τεκμηρίωση είναι ελλιπής και δεν επιτρέπει καταληκτικά συμπεράσματα ως προς τη βαρύτητα και τη συχνότητα του προβλήματος, συνιστάται η συστηματική παρακολούθηση των ασθενών, προκειμένου να διαπιστωθούν πρώιμα πιθανές εμμένουσες βλάβες. Για τον σκοπό αυτόν, μέσα σε διάστημα τριών μηνών (αυτό μπορεί να ποικίλλει κατά κλινική περίπτωση) από την έναρξη της οξείας νόσου, κρίνεται σκόπιμη η κλινική αξιολόγηση του αναπνευστικού μαζί με ακτινογραφία θώρακος και, αν χρειαστεί, CT. Σε ασθενείς με εμμένουσα δύσπνοια ή/και απεικονιστικές βλάβες στο τρίμηνο μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, συνιστάται λειτουργικός έλεγχος της αναπνοής, με σπιρομέτρηση, στατικούς όγκους και διάχυση. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί εργοσπιρομετρία. 

Κατάρτιση οδηγιών – Η Οµάδα Εργασίας

Δ.Σ. της ΕΠΕ: Ε. Ζέρβας, Σ. Λουκίδης

Συντονισμός: Ι. Καλομενίδης, Καθηγητής Πνευμονολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ – Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και Γ. Χειλάς, Επιμελητής Α’ ΕΣΥ, Πνευμονολόγος ΝΝΘΑ “Η Σωτηρία”.

Ομάδα Εργασίας: Ηλίας Παπανικολάου, Πνευμονολόγος Δ/ντής ΕΣΥ – Νοσοκομείο Κέρκυρας, Ευαγγελία Φούκα, Δ/ντρια ΕΣΥ Πνευμονολόγος – Γενικό Νοσοκομείο Παπανικολάου, Μαρία Μανιάτη, Πνευμονολόγος – Ιδιώτης Ιατρός Ιωάννινα, Γαβριήλ Ισαακίδης, Πνευμονολόγος – Ιδιώτης Ιατρός Αθήνα, Ευαγγελία Παπαγεωργίου, Πνευμονολόγος – Ιδιώτης Ιατρός Βόλος.

Ομάδα Εργασίας κριτικής αναθεώρησης: Κοσμάς Καζάνας, Πνευμονολόγος – Ιδιώτης Ιατρός Θεσσαλονίκη, Ελένη Γάκη, Πνευμονολόγος – Ιδιώτης Ιατρός Τρίκαλα.



Abbvie