Δρ. Στέλιος Λουκίδης: «Οι πάσχοντες από ΧΑΠ, αν νοσήσουν από κορονοϊό, έχουν διπλάσιο έως τριπλάσιο κίνδυνο να καταλήξουν σε ΜΕΘ και να διασωληνωθούν»

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) επηρεάζει γύρω στο 8 – 10% του ελληνικού πληθυσμού. Ένα ποσοστό ιδιαίτερα ανησυχητικό, το οποίο καθιστά επιτακτική την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τη νόσο. Ο Δρ. Στέλιος Λουκίδης, Πνευμονολόγος, Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, αναλαμβάνει να μας διαφωτίσει για το σημαντικό αυτό θέμα.

Συνέντευξη στην Mαρία Λυσάνδρου

_Τι ακριβώς ονομάζουμε Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια;
Η ΧΑΠ είναι μια συχνή χρόνια φλεγμονώδης νόσος των πνευμόνων, η οποία προσβάλλει τους αεραγωγούς, που είναι οι σωλήνες που διοχετεύουν τον αέρα στους πνεύμονες, αλλά και τις κυψελίδες, που είναι η βασική αναπνευστική μας μονάδα, προκαλώντας εμμένοντα συμπτώματα και περιορίζοντας τον αέρα που περνάει μέσα από τους αεραγωγούς.
Συνήθως προκαλείται από την εισπνοή τοξικών σωματιδίων και αερίων, με κύριο εκπρόσωπο το κάπνισμα. Συνοδεύεται σε αυξημένη συχνότητα και από άλλα νοσήματα, που είναι γνωστά ως «συν-νοσηρότητες», με προεξάρχοντα τα νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος.

_Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι άνθρωποι διαγιγνώσκονται με ΧΑΠ. Ποιες είναι οι συνηθέστερες αιτίες που την προκαλούν και πόσο ευθύνεται ο τρόπος ζωής μας για την εμφάνισή της;
Όπως αναφέρθηκε, βασική αιτία της νόσου είναι το κάπνισμα. Φυσικά υπάρχουν και άλλες αιτίες, όπως η έκθεση σε εσωτερική ατμοσφαιρική ρύπανση, που αφορά λαούς που εκτίθενται σε καύση της βιομάζας σε διάφορες δραστηριότητες, όπως η θέρμανση και η παρασκευή τροφής.
Σε μικρότερα ποσοστά επίπτωσης, αναφέρονται η επαγγελματική έκθεση, η ρύπανση της εξωτερικής ατμόσφαιρας, καθώς και γενετικοί παράγοντες, αλλά και παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη των πνευμόνων στην παιδική ηλικία.

_Πόσο διαδεδομένη είναι η ΧΑΠ στη χώρα μας; Έχουμε καθόλου εικόνα του επιπολασμού της στην Ελλάδα;
Σύμφωνα με τη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρίας το 2005, ο επιπολασμός της νόσου αγγίζει το 10%. Η ΧΑΠ είναι μια νόσος με υψηλή επίπτωση σε συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού (συνήθως σε άτομα άνω των 40 ετών με καπνισματική συνήθεια). Η επίπτωση αυτή για τον ελληνικό χώρο ανέρχεται περίπου στο 8-10%.
Η παρουσία συμπτωμάτων της νόσου είναι σημαντικό στοιχείο για τη διάγνωση, μια και ουσιαστικά θα οδηγήσει τον ασθενή στον γιατρό του και θα τεθεί η κλινική υποψία.

_Πολλές φορές, αποδίδουμε έναν έντονο βήχα σε κρυολόγημα, ενώ και οι καπνιστές συχνά κάνουν λόγο για «τσιγαρόβηχα», χωρίς να του δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Ποια είναι εκείνα τα «σημάδια» που πρέπει να ανησυχήσουν κάποιον, ώστε να απευθυνθεί σε έναν ειδικό;
Τα συμπτώματα της ΧΑΠ βασίζονται κυρίως στην τριάδα «βήχας, απόχρεμψη, δύσπνοια». Ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και τον χρόνο εμφάνισης, έχουν μια ποικιλία βαθμονόμησης.
Έτσι, στην αρχική φάση της νόσου ή/και στην ήπια νόσο, η δύσπνοια εμφανίζεται σε κόπωση (όπως το γρήγορο περπάτημα ή/και το ανέβασμα μιας μικρής ανηφόρας-ορόφου). Σε εξελισσόμενες μορφές, μπορεί να αφορά το σταμάτημα του αργού περπατήματος και σε απόσταση λιγότερη των 100 μέτρων, ή/και την παρουσία της ακόμα και στην ηρεμία.
Ίσως το πιο πρώιμο σύμπτωμα να αφορά τον βήχα με την απόχρεμψη, που πολλές φορές όμως εκλαμβάνεται ως μια απλή επίπτωση του καπνίσματος (ο γνωστός τσιγαρόβηχας). Αυτό αποτελεί λανθασμένη εκτίμηση και πρέπει πάντοτε να οδηγεί σε περαιτέρω διερεύνηση.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μπορεί να παρουσιάζονται και άλλα συμπτώματα, τα οποία να έχουν έμμεση σχέση με τη ΧΑΠ, όπως τα οιδήματα κάτω άκρων (συνυπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια), απώλεια βάρους (από απώλεια μυϊκής μάζας) και άλλα.
Η διάγνωση, όμως, απαιτεί τη διενέργεια σπιρομέτρησης, όπου πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο αποφρακτικό πρότυπο με σκοπό την τεκμηρίωση της νόσου. Άλλωστε, η ονομασία “αποφρακτική” είναι απόλυτα ταυτισμένη με την παρουσία του προτύπου στη σπιρομέτρηση. Άρα, χωρίς σπιρομέτρηση, η διάγνωση παραμένει ως πιθανή.


Η βασική προσαρµογή που πρέπει να κάνει ένας ασθενής µε ΧΑΠ στην καθηµερινότητά του αφορά το τρίπτυχο: Διακοπή καπνίσµατος – ελεγχόµενη άσκηση – τήρηση της φαρµακευτικής αγωγής


_Με ποιους τρόπους αντιμετωπίζεται η ΧΑΠ;
Αν ξεκινήσει κανείς από τη μη φαρμακευτική παρέμβαση, θα δει ότι η ενεργοποίηση της φυσικής δραστηριότητας είτε μέσω φυσικής άσκησης, είτε μέσω της συμμετοχής στα προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης, οδήγησε σε βελτίωση των συμπτωμάτων, σε αλλαγή προς το καλύτερο της ποιότητας ζωής και σε σημαντική βελτίωση της ανοχής στην άσκηση.
Οι προσπάθειες των τελευταίων ετών στον τομέα διακοπής καπνίσματος οδηγούνται θετικά από την εισαγωγή των ειδικών ιατρείων είτε σε επίπεδο πρωτοβάθμιας, είτε σε επίπεδο τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Πρωταρχική θέση στην πρόληψη της νόσου μπαίνει ο εμβολιασμός που αφορά ετησίως τη γρίπη, καθώς και τους 2 τύπους του αντι- πνευμονιοκοκκικού εμβολίου.
Η εφαρμογή νέων θεραπευτικών φαρμακευτικών παρεμβάσεων στη ΧΑΠ παρουσίασε μία αλματώδη ανάπτυξη τα τελευταία έτη. Δύο θεωρούνται οι κύριοι εκπρόσωποι στον τομέα αυτό: Τα βρογχοδιασταλτικά φάρμακα πολύ μακράς δράσης και η εισπνεόμενη κορτιζόνη, σε συνδυασμό με τα παραπάνω βρογχοδιασταλτικά. Έχουν δείξει θετικά στοιχεία για τη βελτίωση των συμπτωμάτων, τη βελτίωση ποιότητας ζωής, τη βελτίωση αναπνευστικής λειτουργίας και τη μείωση των παροξύνσεων. Υπάρχουν, δε, και έμμεσα στοιχεία που υποστηρίζουν μείωση της θνητότητας.

_Ποιες προσαρμογές μπορεί να κάνει ένας ασθενής στην καθημερινότητά του, ώστε να εξασφαλίσει μια καλή ποιότητα ζωής; Ποιες συνήθειες είναι καλό να καθιερώσει και ποιες να αποφύγει;
Τα συμπτώματα της ΧΑΠ έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ασθενών, μια και τους επηρεάζουν στις ημερήσιες δραστηριότητες με αρνητικό τρόπο. Η παρουσία δύσπνοιας μπορεί να αποτελεί αρνητικό παράγοντα για την εκτέλεση των οποιοδήποτε δραστηριοτήτων, είτε αυτές σχετίζονται με τον επαγγελματικό, είτε/και με τον κοινωνικό τομέα.
Σαφώς επηρεάζει την ποιότητα ζωής, οδηγώντας μάλιστα, στις πιο βαριές μορφές, σε σημαντική επίπτωση στον ψυχολογικό τομέα, με παρουσία άγχους και κατάθλιψης. Η επίπτωση, δε, των συμπτωμάτων στην ποιότητα ζωής των ασθενών αφορά με διαφορετικό τρόπο είτε τα δύο φύλα, είτε και τις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Μπορεί, για παράδειγμα, σε μικρότερες ηλικίες να επηρεάσουν την επαγγελματική πορεία, οδηγώντας πολλές φορές ακόμα και σε πρόωρη συνταξιοδότηση. Ως προς το φύλο, για τις γυναίκες με ΧΑΠ η παρουσία βήχα με απόχρεμψη αποτελεί τροχοπέδη για την κοινωνική τους συναναστροφή, μια και το θεωρούν σύμπτωμα με αρνητική επίπτωση στην καθημερινότητά τους.
Σε μεγαλύτερες ηλικίες, έχουν επίδραση σε διαφορετικούς τομείς, όπως μια μικρή καθημερινή βόλτα, την έξοδο σε διασκέδαση (υπάρχει φόβος για πιθανότητα λοίμωξης λόγω πιθανού συγχρωτισμού). Θα πρέπει, φυσικά, να αναλογιστούμε ότι τα συμπτώματα αυτά επιδεινώνονται στις εξάρσεις της νόσου, οι οποίες θεωρούνται σημαντικό αρνητικό σημείο στη φυσική πορεία της νόσου.
Η βασική προσαρμογή στην καθημερινότητα αφορά το τρίπτυχο: Διακοπή καπνίσματος – ελεγχόμενη άσκηση – τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής.

_Πώς μπορεί να προλάβει κανείς την εμφάνιση ΧΑΠ; Ποιοι οι βασικοί τρόποι πρόληψης;
Να μην ξεκινήσει το κάπνισμα, να τηρεί ένα πρόγραμμα άσκησης και σωστής διατροφής, και φυσικά αν εμφανίσει κάποια συμπτώματα ή/και προληπτικά, σε ηλικίες άνω των 40, να κάνει σπιρομέτρηση. Κι αυτό, διότι η έγκαιρη διάγνωση της νόσου και η τήρηση των μέτρων αντιμετώπισης αλλάζει τη φυσική της πορεία.

_Δεδομένου ότι η COVID-19 προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα, τι μπορεί να σημαίνει αυτό στην πράξη για έναν ασθενή με ΧΑΠ; Πώς μπορεί να προφυλάξει τον εαυτό του;
Ακολουθώντας την ισχύουσα κατάσταση, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι πάσχοντες από ΧΑΠ, ιδιαίτερα σε μέτρια και πιο βαριά μορφή, αν μολυνθούν από τον κορονοϊό, διατρέχουν διπλάσιο έως τριπλάσιο κίνδυνο να καταλήξουν στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και να διασωληνωθούν. Γι’ αυτόν τον λόγο, επισημαίνουμε ότι οι ασθενείς με ΧΑΠ επιβάλλεται να είναι εμβολιασμένοι για την COVID-19 και να έχουν προγραμματίσει, με βάση φυσικά τον ανάλογο προγραμματισμό, την τρίτη δόση.